Ταμείο Ανάκαμψης: Η επιτυχία Μητσοτάκη και η κατάρα των κονδυλίων

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης στις Βρυξέλλες για το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μια επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη, που επιτρέπει να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα σε μια πραγματική διαπραγμάτευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στη δήθεν «ηρωική» διαπραγμάτευση άλλων εποχών.

Γράφει ο Γρηγόρης Σαμπάνης*

Όμως, τα δύσκολα βρίσκονται μπροστά: η μεγαλύτερη επιτυχία της κυβέρνησης θα είναι να καταφέρει να ξεπεράσει την «κατάρα» στη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ώστε τα 70 δισ. ευρώ που δικαιούται πλέον η χώρα από τον κοινοτικό προϋπολογισμό και το Ταμείο Ανάκαμψης να θέσουν τα θεμέλια για τη δημιουργική συμμετοχή της χώρας στην Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση και για τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα και την Ευρώπη, με την πρωτοφανή κρίση που δημιουργεί η πανδημία του κορονοϊού, ο πρωθυπουργός διαπραγματεύθηκε στη Σύνοδο Κορυφής ως πραγματικός Ευρωπαίος ηγέτης, κάτι που αναγνωρίσθηκε από όλους τους σχολιαστές και τους ίδιους τους Ευρωπαίους ηγέτες.

Ο Κ. Μητσοτάκης βρέθηκε στο επίκεντρο των συνομιλιών και όχι στο περιθώριο και αναγνωρίσθηκε ως ένας σημαντικός συντελεστής μιας ιστορικής συμφωνίας επειδή συζητούσε τα θέματα με βαθιά γνώση και τεχνοκρατική του επάρκεια και κατέθετε προτάσεις με γνώμονα το κοινό συμφέρον των ευρωπαϊκών χωρών και όχι μόνο για την εξυπηρέτηση στενών εθνικών συμφερόντων.

Συμμετείχε με ενεργό και εποικοδομητικό τρόπο στη συμμαχία των χωρών του Νότου, αλλά απέφυγε την εμπλοκή σε μια στείρα αντιπαράθεση Βορρά – Νότου και τις προσωπικές συγκρούσεις που δυσκόλευαν τις συζητήσεις, όπως συνέβη στην περίπτωση της οξείας αντιπαράθεσης του Ιταλού πρωθυπουργού, Τζουζέπε Κόντε, με τον Ολλανδό, Μαρκ Ρούτε.

Πίσω από αυτή την εθνική επιτυχία σε μια διαπραγμάτευση βρίσκεται και το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν παρασύρθηκε από τις Σειρήνες του ΣΥΡΙΖΑ, που ζητούσε να δαπανήσει εδώ και τώρα όλους τους πόρους από το ταμειακό «μαξιλάρι» του υπουργείου Οικονομικών για να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες της πανδημίας.

Η κυβέρνηση προσέφερε σημαντική στήριξη στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αλλά απέφυγε περιττές σπατάλες και απέφυγε μια πλήρη δημοσιονομική εκτροπή, που θα οδηγούσε σε υποβαθμίσεις από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Έτσι, το κόστος δανεισμού κρατήθηκε κοντά σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο.

Αυτό επέτρεψε στην κυβέρνηση να διαπραγματευθεί για τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης από ισχυρή θέση και όχι από τη συνηθισμένη, εδώ και πολλά χρόνια, θέση του «φτωχού συγγενή».

Τα δύσκολα τώρα αρχίζουν

Όμως, αυτή η επιτυχία είναι μόνο η αρχή μιας μεγάλης προσπάθειες με δύσκολες προκλήσεις. Η κυβέρνηση της ΝΔ θα πρέπει να αντιπαρέλθει μια κακοδαιμονία δεκαετιών στη διαχείριση επιδοτήσεων όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και, νωρίτερα, από το Σχέδιο Μάρσαλ.

Διαχρονικά, στη μεταπολεμική περίοδο, η ανικανότητα και διαφθορά στο δημόσιο τομέα, σε συνδυασμό με τη δράση επιχειρηματικών συμφερόντων που έβλεπαν τα διεθνή προγράμματα ως ευκαιρία προσωπικού πλουτισμού και όχι ως ευκαιρία χρηματοδότησης αναπτυξιακών πρωτοβουλιών, έχουν δημιουργήσει μια ατελείωτη σειρά χαμένων ευκαιριών.

Για την εποχή των κοινοτικών προγραμμάτων, που άρχισαν το 1980, είναι χαρακτηριστικό αυτό που τονίζουν σε πρόσφατη ανάλυσή τους οι οικονομολόγοι του ΣΕΒ: «τα διαρθρωτικά προγράμματα της ΕΕ έχουν συνεισφέρει στην Ελλάδα €160 δισ. ή ένα ΑΕΠ. Όμως το αναπτυξιακό τους αποτύπωμα παραμένει περιορισμένο και ασαφές. Η έμφαση στις δαπάνες ως κριτήριο ενισχύσεων, αλλά και αποτίμησης, η γραφειοκρατία και η έλλειψη αναπτυξιακού σχεδιασμού έχουν συμβάλει σε αυτό.

Για το ΕΣΠΑ της προγραμματικής περιόδου 2014 – 2020, ο ΣΕΒ τονίζει ότι καταλήξαμε σε έναν «αγώνα απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων παρά σε μεγιστοποίηση του αναπτυξιακού αποτυπώματος. Η απορρόφηση (δηλ. η διάθεση πόρων από την ΕΕ στα ελληνικά ταμεία) ανέρχεται στο 87%, σε αντίθεση με το 85% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Όμως, η εκτέλεση (δηλαδή η εκταμίευση των πόρων από τα δημόσια ταμεία στην πραγματική οικονομία) είναι μόλις στο 35% (5η χειρότερη επίδοση στην ΕΕ)».

« Ένα θεμελιώδες πρόβλημα στο σχεδιασμό του ΕΣΠΑ αυτής της προγραμματικής περιόδου είναι ότι χρηματοδοτεί πολύ μικρά έργα τα οποία δεν μπορούν να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση. Αυτό το μετατρέπει από εργαλείο ανάπτυξης σε άτοκο κεφάλαιο κίνησης», τονίζει ο ΣΕΒ.

Πίσω από αυτή την επισήμανση, κρύβεται βέβαια μια άλλη μεγάλη «πληγή» του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης: οι πελατειακές σχέσεις. Γιατί είναι προφανές ότι, πίσω από την επιλογή των κυβερνήσεων να διαθέσουν τα κονδύλια του ΕΣΠΑ σε πολλά μικρά έργα και σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων βρίσκεται η προσπάθεια εξυπηρέτησης όσο γίνεται περισσότερων «πελατών» της πολιτικής εξουσίας, μια εξυπηρέτηση που καταλήγει σε θυσία του αναπτυξιακού αποτελέσματος.

Είναι χαρακτηριστικά όσα επισημαίνουν οι αναλυτές του ΣΕΒ: «Μετά από 40 χρόνια στην ενωμένη Ευρώπη, και €160δισ. σε διαρθρωτικά προγράμματα (περίπου ένα ΑΕΠ), το αναπτυξιακό αποτύπωμα των πόρων αυτών έχει παραμείνει περιορισμένο και η σύγκλιση παραμένει ζητούμενο. Ενδεικτικά, οι ελληνικές ΜμΕ εξακολουθούν να έχουν το 50% της παραγωγικότητας των αντίστοιχων της ΕΕ. Ακόμα και σε σύγκριση με κοντινές οικονομίες όπως της Πορτογαλίας, οι ελληνικές ΜμΕ δημιουργούν σήμερα 30% λιγότερη προστιθέμενη αξία σε σχέση με το 2008 όταν στην Πορτογαλία δημιουργούν 18% περισσότερη. Επίσης, οι ελληνικές ΜμΕ έχουν εξαγωγές αξίας €20δισ. προϊόντα έναντι €33δισ. στην Πορτογαλία».

Η σημερινή κυβέρνηση έχει δείξει ότι έχει την πρόθεση να αξιοποιήσει τους κοινοτικούς πόρους συνετά και με αναπτυξιακό όραμα που ξεπερνά τα όρια του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης. Ένας νομπελίστας καθηγητής Οικονομικών, ο Χριστόφορος Πισσαρίδης, έχει επιλεγεί ως πρόεδρος μιας επιτροπής σημαντικών επιστημόνων, η οποία καταρτίζει μια σύγχρονη αναπτυξιακή πρόταση, στο πλαίσιο της οποίας τεθεί και η αξιοποίηση των πόρων.

Επίσης, η σημερινή κυβέρνηση είναι πολιτικά κυρίαρχη με πολύ υψηλά ποσοστά αποδοχής από την κοινή γνώμη και διαθέτει το πολιτικό κεφάλαιο για να προσπαθήσει να αλλάξει τους «κανόνες παιχνιδιού» στην αξιοποίηση αυτών των πόρων, τόσο για τη δημόσια διοίκηση, όσο και για τους επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα. Η κοινή γνώμη, εξάλλου, είναι πλέον ώριμη να υποστηρίξει κάθε προσπάθεια σοβαρής μεταρρύθμισης και υπέρβασης νοσηρών πρακτικών του παρελθόντος.
Ο πρωθυπουργός έχει όλες τις προϋποθέσεις για να μετατρέψει τα 70 δισ. ευρώ στο κεφάλαιο που θα οδηγήσει τη χώρα σε μια νέα εποχή βιώσιμης ανάπτυξης με μεγάλη χρονική διάρκεια. Αν το πετύχει, ο ιστορικός του μέλλοντος θα τον αναγνωρίσει ως τον πρώτο πολιτικό ηγέτη που όχι μόνο κατόρθωσε να εξασφαλίσει σημαντικούς πόρους από την Ευρώπη (κάτι που έχουν πετύχει και άλλοι προκάτοχοί του), αλλά και να τους αξιοποιήσει παραγωγικά. Αυτή η σπάνια ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί.

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών

Σχετικά Νέα