Ο Ντόναλντ Τραμπ μετατρέπει τις ΗΠΑ σε Άγρια Δύση

Διχαστικός, αλαζόνας, υπερφίαλος, ο άνθρωπος που θα επανέφερε την Αμερική στον δρόμο των «παραδοσιακών αξιών» της, τις οποίες ασπάζεται ως ευαγγέλιο ένα σημαντικό κομμάτι κυρίως του λευκού πληθυσμού της χώρας. Αυτός είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο πολιτικός που εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας ρητορική μίσους, ρατσιστικές αναφορές και προσβλητικές δηλώσεις, όχι μόνο για τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά για όσους ονειρεύονταν μια διαφορετική Αμερική από τη δική του.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Για τον δισεκατομμυριούχο πρόεδρο των ΗΠΑ, η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η προσπάθεια εξάλειψης των φυλετικών διακρίσεων, η προώθηση προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας για ευπαθείς κοινωνικά ομάδες, η εξασφάλιση πρόσβασης σε περισσότερους και κυρίως φτωχούς στη δημόσια υγεία, ήταν όλα περιττά. Αυτό που μετράει στην κοσμοθεωρία του Ντόναλντ Τραμπ, είναι οι business. Υποσχέθηκε ότι θα δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες εργασίας και θα αποκαταστήσει το κύρος των ΗΠΑ, όπως βεβαίως αυτός «ευαγγελιζόταν». Εμφανίστηκε ως  ο βασικός πολέμιος της Νέας Τάξης Πραγμάτων, ως εχθρός των νέων προοδευτικών ρευμάτων εντός της αμερικανικής κοινωνίας, που είχαν βρει πρόσφορο έδαφος  επί προεδρίας Ομπάμα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έπεισε κυρίως το λευκό, συντηρητικό και με σημαντικά ψήγματα εθνικισμού κομμάτι του εκλογικού κοινού της χώρας, ότι είναι ο άνθρωπός τους. Και το επιβεβαίωσε περίτρανα τις τελευταίες εβδομάδες, μετά τη δολοφονία-γιατί επ’ αυτού πρόκειται- του αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς. Ο Αμερικανός πρόεδρος μετατρέπει τις ΗΠΑ σε Άγρια Δύση, όπου σε ρόλο σερίφη  και με τη δύναμη των όπλων  επιβάλλει την ισχύ και το… δίκαιο.

Κυοφορείται το επιχείρημα, από κάποιους όψιμους υπερασπιστές του Τραμπ, ότι  οι πολιτικοί αντίπαλοί του, του την είχαν «στημένη» και με αφορμή την δολοφονία του Φλόιντ, βρήκαν την ευκαιρία να ξεσηκωθούν εναντίον του, έχοντας ως στόχο την πτώση του.  Η παραπάνω θεωρία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα πεπραγμένα του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος επιθυμεί να δώσει «λύση» με κανόνες Φαρ Ουέστ.

Επιχειρεί δια της βίας να αποκαταστήσει αυτό που εκείνος θεωρεί δίκαιο, αδιαφορώντας για την εκ διαμέτρου αντίθετη στάση που λαμβάνουν δημόσια πρόσωπα, όπως επί παραδείγματι αρχηγοί αστυνομίας σε πολιτείες των ΗΠΑ αλλά και δημόσια πρόσωπα, οι οποίοι συναντήθηκαν και συνομίλησαν με διαδηλωτές. Ο Τραμπ πολιτικοποιεί την κρίση, εξαπολύει βέλη κατά των δημοκρατικών κυβερνητών και δημάρχων, οι οποίοι είναι συγκαταβατικοί απέναντι στους διαδηλωτές, και απειλεί ότι θα στείλει τον στρατό.

Οι ΗΠΑ είναι μια χώρα που έχει έμφυτη την «αμαρτία» του ρατσισμού. Ουδέποτε την απέβαλε ολοκληρωτικά από τον οργανισμό της, αντιθέτως κληρονομείται από γενιά σε γενιά. Τιθασεύτηκε, περιορίστηκε τρόπον τινά τα οκτώ χρόνια που ο Μπαράκ Ομπάμα βρέθηκε στον προεδρικό θώκο, όμως αναζωπυρώθηκε και πάλι εξαιτίας του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Νίξον και η «σιωπηρή πλειοψηφία»

Ο τελευταίος δεν επιθυμεί τη συμφιλίωση, δεν προτίθεται να ανοίξει διάλογο μ’ όσους κατακλύζουν καθημερινώς τις πόλεις των ΗΠΑ. Ακολουθεί τα χνάρια ενός άλλου, βαθιά διχαστικού, συντηρητικού και απολυταρχικού Ρεπουμπλικανού Προέδρου, του Ρίτσαρντ Νίξον, που χάραξε βαθιά τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της ΗΠΑ. Τη δεκαετία του 1970, το αντιπολεμικό κίνημα που αντιτασσόταν στον πόλεμο του Βιετνάμ, είχε πάρει κολοσσιαίες διαστάσεις στις ΗΠΑ, απειλώντας την πολιτική ύπαρξη του Νίξον. Εκείνος απάντησε με βία, με δολοφονίες φοιτητών στα πανεπιστήμια, με την επιβολή των όπλων. Πόνταρε πολιτικά και το διατυμπάνιζε στους λόγους που απηύθυνε προς τον αμερικανικό λαό, στη «σιωπηρή πλειοψηφία». Έτσι αποκαλούσε τη λευκή μεσοαστική και αγροτική κοινότητα με ισχυρά θρησκόληπτα και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, που αποτελούσε και τη βασική εκλογική του «δεξαμενή», η οποία και τον επιβράβευσε με δεύτερη τετραετία (δεν την ολοκλήρωσε-παραιτήθηκε λόγω του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ).

Ενόψει των επερχόμενων εκλογών στις ΗΠΑ, ο Τραμπ επιχειρεί να αναδειχθεί ως η ηγετική φυσιογνωμία του λευκού εθνικισμού. Γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη κρίση της πολιτικής του σταδιοδρομίας και καταδεικνύει την πρόθεσή του να «παίξει τα ρέστα του», αδιαφορώντας αν με τη στάση του θα φέρει τις ΗΠΑ σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου.

Ήταν ο κατάλληλος Πρόεδρος για να «φουντώσει» και πάλι η ρητορική του μίσους, ο ρατσισμός, οι διχαστικές τάσεις τις ΗΠΑ. Αποδεικνύεται ο πλέον ακατάλληλος για να ενώσει μια χώρα με εύθραυστη κοινωνική δομή και βεβαρημένο παρελθόν.

Σχετικά Νέα