Κική Δημουλά: Ποια ήταν η ποιήτρια που αγάπησε ο κόσμος

Ακαδημαϊκός, μητέρα δυο παιδιών,-του Δημήτρη (1956) και της Έλσης (1957), ποιήτρια εξ ανάγκης γιατί, όπως έλεγε, δεν είχε άλλον τρόπο να υπάρξει, σύζυγος και κυρίως δημιουργός σπάνιων στιγμών, σαν αυτές που δόξασε, μέσα από τους στίχους της, ο κόσμος…

Αν υπήρξε μια σύγχρονη ποιήτρια που να αγαπήθηκε από όλους σε απόλυτο βαθμό ήταν σίγουρα η Κική Δημουλά. Έγραψε για τις μικρές καθημερινές στιγμές, για την απώλεια και τον έρωτα, για την ανάγκη που έχει κάθε γυναίκα να φανταστεί μια άλλη ζωή και έναν άλλο τρόπο έκφρασης. “Υπήρξα περίεργη και μελετηρή. Ξέρω απ’όλα. Λίγο απ όλα. Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε. Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων μ’ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς” έγραφε η Κική Δημουλά με τη γνωστή υποδόρια ειρωνεία που ήταν ο δικός της τρόπος να αμυνθεί σε οτιδήποτε αναγκαστικό και επιβεβλημένο. Το είχε γνωρίσει από νωρίς όταν χρειαζόταν να κρύβει τα ποιήματά της από τον συντηρητικό περίγυρο και να διεκδικήσει τη δική της ποιητική φωνή στη σκιά του άνδρα της ο οποίος ήταν ο γνωστός και καταξιωμένος ποιητής Άθως Δημουλάς. Παντρεύτηκε σε πολύ μικρή ηλικία, ύστερα από σύντομη γνωριμία της μαζί του, ο οποίος έμενε δυο στενά πιο κάτω από το σπίτι της στην Κυψέλη.

Με το που τελείωσε το σχολείο η Κική Δημουλά εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος-γι αυτό, όπως δήλωνε και η ίδια, στερήθηκε την ελεύθερη ζωή των φοιτητών, τις εξόδους και τις χαλαρές διασκεδάσεις. Είχε όμως ως παντοτινή παρηγοριά την ποίηση, στην οποία ήταν αφοσιωμένη από μικρή. Τόλμησε μάλιστα να εκδώσει σε πολύ μικρή ηλικία, μόλις το 1952 τη συλλογή “Ποιήματα” την οποία στη συνέχεια αποκήρυξε-και χρειάστηκαν δυο δεκαετίες για να κάνει τη δυναμική επιστροφή με το πολυσυζητημένο και βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως “Το λίγο του κόσμου” μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 70. Είναι η συλλογή που αγαπήθηκε, υμνήθηκε από τους κριτικούς και έγινε δίσκος από τον Θάνο Μικρούτσικο-εκεί όπου ακούμε την ποιήτρια να λέει: “Πέρασα πολύ στα αισθήματα/τα δικά μου και των άλλων/κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους/να περάσει ο πλατύς χρόνος/Πέρασα από το ταχυδρομείο και ξαναπέρασα/Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα/και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα. Έλαβα κάρτες σύντομες:/εγκάρδιο αποχαιρετισμό από την Πάτρα/και κάτι χαιρετίσματα/από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει/Όχι δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα”.

Για εκείνην όμως πάντα η μέρα έγερνε, φαινόταν να προβάλει προς τη δύση της, καθώς όχι μόνο οι επιθυμίες, ήταν εξ αρχής απωθημένες αλλά επειδή ζούσε στο πένθος και την απώλεια από τότε που ο άνδρας της έφυγε από τη ζωή μόλις το 1985. Πάντοτε αφοσιωμένη σε εκείνον, του αφιέρωσε μια σειρά από ποιήματα αλλά και στίχους εμπνευσμένους από το κενό του έρωτα: “Ο έρωτας/όνομα ουσιαστικόν/πολύ ουσιαστικόν/ενικού αριθμού/γένους ούτε θηλυκού, ούτε αρσενικού/γένους ανυπεράσπιστου./Πληθυντικός αριθμός/οι ανυπεράσπιστοι έρωτες” γράφει σε ένα από τα πλέον αγαπημένα ποιήματα.
Οι εκδόσεις Ίκαρος μάλιστα σε ανακοίνωση που εξέδωσαν με αφορμή τον θάνατό της είπαν ότι ήταν προυπόθεση για τη μεταξύ τους συνεργασία το 1998-έκτοτε όλα της τα ποιήματα εκδόθηκαν από τον Ίκαρο-τα ποιήματά της να κυκλοφορήσουν μαζί με εκείνα του άνδρα της. «Δεν μπορείτε να με καλέσετε σπίτι σας χωρίς τον άνδρα μου», είχε πει. Τον Σεπτέμβριο εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή στον Ίκαρο, με τον τίτλο «Ενός λεπτού μαζί» και αμέσως μετά το σύνολο των ποιητικών συλλογών που είχε εκδώσει μέχρι τότε σε έναν τόμο.
Όπως επισημαίνουν οι υπεύθυνοι του οίκου: “Τα χρόνια που ακολούθησαν, εκδόθηκαν άλλες έξι συλλογές, ένας τόμος με τα πεζά κείμενα που είχε γράψει νεότερη, οι ομιλίες της και η εκτενής ανθολογία ποιημάτων σε εικονογράφηση του Γιάννη Ψυχοπαίδη. Κάθε νέο βιβλίο ερχόταν πάντα μέσα σε ένα ντοσιέ. Τα πρώτα χρόνια τα ποιήματα γραμμένα στη γραφομηχανή, και μετέπειτα στον υπολογιστή. «Γυρίζω από τον Πλάτανο με ντοσιέ» έλεγε, και ξέραμε. Ακολουθούσε μια υπέροχη διαδικασία. Ήξερε πάντα ποιά ποιήματα ήταν πιο δυνατά, αλλά ήθελε και τη δική μας γνώμη.

Με συνοδεία τυρόπιτες από την Στοά, ή σοκολάτες από το Αριστοκρατικόν και αμέτρητα, αμέτρητα τσιγάρα, κουβεντιάζαμε κάθε στίχο στο πατάρι του Ίκαρου. Ύστερα περνούσανε στα χέρια της Γεωργίας Παπαγεωργίου, που επιμελήθηκε όλα της τα βιβλία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια της επιμέλειας ερχόντουσαν νέα ποιήματα και έμπαιναν στη συλλογή. Σαν όλη αυτή η διαδικασία να μην την άφηνε να ησυχάσει, και να γεννιόντουσαν διαρκώς νέοι στίχοι. Η έκδοση κάθε βιβλίου είχε στοιχεία μαγείας”. Για να καταλήξουν πως “Η Κική Δημουλά μας τίμησε με την εμπιστοσύνη της με έναν τρόπο μεγαλειώδη και γενναιόδωρο. Με τον καιρό η σχέση μας έπαψε να είναι η σχέση εκδότη- δημιουργού και μεταλλάχθηκε σε μια βαθιά φιλία. Ήξερε λεπτομέρειες από την προσωπική μας ζωή, μας μιλούσε κι εκείνη ανοιχτά για τις χαρές και τις αγωνίες της, μοιραζόμασταν μυστικά. Με μεγάλη αγάπη. Για χρόνια προσπαθούσε να μας πείσει να της μιλάμε στον ενικό. Αλλά το «κυρία Δημουλά μας» είχε μέσα τόση τρυφερότητα όσο σεβασμό είχε και η σχέση”.

Μόλις πρόσφατα το 2013 οι New York Times αφιέρωσαν ένα τεράστιο κείμενο αφιερωμένο στην Ελληνίδα ποιήτρια που την ήθελε να είναι η επόμενη κάτοχος του βραβείου Νόμπελ: τα ποιήματά της είχαν ήδη εκδοθεί στα αγγλικά και όλοι οι ξένοι μιλούσαν για την Ελληνίδα διάδοχο του Σεφέρη ή του Ελύτη. Το Νόμπελ τελικά δεν δόθηκε αλλά η Δημουλά είχε καταξιωθεί ως η Ελληνίδα ποιήτρια που πέρασε τα σύνορα. Είχε ήδη αποσπάσει τους κορυφαίους τίτλους από τη χώρα της, μεταξύ των οποίων ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής αλλά και το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (2001).

Ήταν σε εκείνο τον αξέχαστο λόγο που κατέληξε στο βιβλίο “Ο Φιλοπαίγμων μύθος” από Ίκαρο όπου η ίδια προσπάθησε να ορίσει την ουσία και τον προορισμό της ποίησης λέγοντας «ότι η ποίηση βοηθάει όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σε ένα έρημο, καταργημένο ξωκκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους. Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους. Περισσότερο και πιο σωστά ωφελεί εκείνους που πιστεύουν στη μαγεία της. Που δεν θέλουν να θέσουν τον δάκτυλό τους επί τον τύπον της κατανόησής της. Ωφελεί τη γλώσσα. Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα η ποίηση, σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».

Η Κική Δημουλά δεν έπαψε ποτέ να αγαπάει και να δοξάζει την ποίηση,μια αγάπη την οποία μετέφερε και στον κόσμο που δεν έπαψε να διαβάζει και να τιμάει τα ποίημά της. Μεταξύ άλλων δοκιμίων και παρεμβάσεων ξεχώρισε για τις παρακάτω ποιητικές συλλογές: «Έρεβος» (1956), «Ερήμην» (1958), «Επί τα ίχνη» (εύφημη μνεία της ομάδας των Δώδεκα, 1963), «Το λίγο του κόσμου» (Β’ Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως, 1971), «Το τελευταίο σώμα μου» (1981), «Χαίρε ποτέ» (Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως, 1988), «Η εφηβεία της λήθης» (Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, 1994), «Ενός λεπτού μαζί» (1998), «Ήχος απομακρύνσεων» (2001), «Εκτός σχεδίου» (2004), «Χλόη θερμοκηπίου» (2005), «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως» (2007), καθώς και τη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα» (1998). Πεζά κείμενα και ομιλίες: «Ο φιλοπαίγμων μύθος» (2003), «Εκτός σχεδίου» (2004), «Έρανος σκέψεων» (2009), «Εύρετρα» (2010). Ανθολογία μεταφρασμένων ποιημάτων υπό τον τίτλο «The Brazen Plagiarist» (έκδοση Yale University Press, 2012).

Η κηδεία της Δημουλά θα γίνει δημοσία δαπάνη “ως ελάχιστος φόρος τιμής” όπως ανακοίνωσε το Υπουργείο Πολιτισμού τονίζοντας πως “θα ακολουθήσει μια σειρά εκδηλώσεων για να τιμηθεί η μνήμη της και το έργο της”.

Σχετικά Νέα