Ιστορική ευκαιρία για την Ευρώπη να αλλάξει σελίδα

Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά τη «φόρμουλα», εν μέσω δομικών διαφωνιών και αποκλινουσών τάσεων, για τη στήριξη των ευρωπαϊκών οικονομιών που «σαρώθηκαν» από την πανδημία του κορωνοϊού, εκθέσεις και προβλέψεις καταδεικνύουν ότι διάγουμε απλώς το τέλος της νέας αρχής.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Το… απόλυτο κλισέ «τα δύσκολα είναι μπροστά μας» ταιριάζει γάντι στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία βγήκε από την καραντίνα αλλά εισέρχεται σε μια νέα περιπέτεια, εξόχως επικίνδυνη και κρίσιμη για την ίδια τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Όσοι δεν έχουν πειστεί για το στενωπό που καλούνται να διαβούν οι ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχουν παρά να ρίξουν μια ματιά στην ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που σκιαγραφεί με μαύρες «πινελιές» το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου.

Εκτόξευση των ελλειμμάτων πάνω από τα επίπεδα του 2008, καθώς επίσης και μεγάλη διόγκωση του κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη, που αναμένεται να ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ από το 86% στο οποίο διαμορφώνεται σήμερα, αποτελούν τα σημεία αναφοράς και παράλληλα οι «καμπάνες» κινδύνου που κρούει η ΕΚΤ. Ιδιαίτερος είναι ο προβληματισμός για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό των «παραδοσιακά» ευάλωτων οικονομικά χωρών του Νότου, που βρίσκονται κατά κόρον στον «πυρήνα» αντίστοιχων κρίσεων. Ανάμεσα τους, βεβαίως, η Ελλάδα, για την οποία η ΕΚΤ προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει το 200% του ΑΕΠ, ενώ εξόχως ανησυχητικά είναι και τα αντίστοιχα στοιχεία για τις Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, ακόμη και για την Γαλλία.

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας «ταυτίζεται» με τις περισσότερες αντίστοιχες προβλέψεις που έχουν γίνει από ειδικούς, φορείς, οίκους κτλ, αναφορικά με την κακοτράχαλη πορεία που έχει να διανύσει η Ευρωπαϊκή Ένωση τα επόμενα χρόνια. Η ανάγκη για διαχείριση της κρίσης-και χρέους-, είναι πιο επιτακτική από ποτέ και οι αποφάσεις που θα ληφθούν στην παρούσα χρονική στιγμή, θα στιγματίσουν την Ε.Ε του μέλλοντος.

Διακύβευμα για το παρόν και το μέλλον η δομή και λειτουργία του Ταμείου Ανάκαμψης

Επιτακτική, ωστόσο, είναι η γεφύρωση των διαφορετικών απόψεων που εκφράζονται εντός της Ευρωζώνης και απειλούν να θέσουν εκτός μάχης κάθε προσπάθεια για τη δημιουργία ενιαίας στρατηγικής, για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού. Το διακύβευμα αφορά στο Ταμείο Ανάκαμψης και τον τελευταίο λόγο τον έχει η Κομισιόν, η οποία σήμερα θα καταθέσει την επίσημη πρότασή της.

Γερμανία και Γαλλία, παραμερίζοντας τις διαφορές τους, κατέληξαν σε μια κοινή πρόταση που δύναται να αλλάξει τη «μοίρα» αλλά και τη φιλοσοφία που διέπει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Προσεγγίζει ουσιαστικά το σημαντικό ζήτημα της αμοιβαιοποίησης του χρέους και της από κοινού αντιμετώπισης της κρίσης. Προβλέπει τη δημιουργία Ταμείου με χρηματοδοτική ισχύ 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα επιχορηγεί τις ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς τη συνοδεία μνημονίου.

Σφόδρα αντίθετες στην αμοιβαιοποίηση του χρέους και στην άρδην αλλαγή φιλοσοφίας που διέπει την ΕΕ, είναι χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης όπως η Αυστρία, η Ολλανδία, η Δανία και η Σουηδία, που το οξύμωρο είναι πως βρίσκονται διαχρονικά στη σφαίρα επιρροής του Βερολίνου. Αντιδράσεις έχουν εκφραστεί και στο εσωτερικό της Γερμανίας για την πρωτοβουλία Μέρκελ,  η οποία δέχεται επικρίσεις και «πυρά».

Να αποφύγει η Κομισιόν τις μεσοβέζικες λύσεις

Υπό αυτό το πρίσμα και τις συνθήκες η Κομισιόν καλείται να παρουσιάσει σήμερα την πρότασή της για τον προϋπολογισμό (έτη 2021-27) της Ε.Ε, που συνδέεται άμεσα με το Ταμείο Ανάκαμψης. Θα επιχειρήσει, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να διαδραματίσει πάλι τον ρόλο του «γεφυροποιού» και να συγκεράσει τις απόψεις που διατυπώνονται αναφορικά με τη δομή και τη λειτουργία του Ταμείου;

Αν το κάνει αυτό, υιοθετώντας μια λύση που να ικανοποιεί/συμβιβάζει και τις δύο τάσεις, δηλαδή να περιλαμβάνει δάνεια και εγγυήσεις, όσο και μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις, θα πετύχει το ακριβώς αντίθετο. Θα οξύνει τις αντιθέσεις και τις διαφορές. Η Κομισιόν οφείλει να λάβει ξεκάθαρη θέση και να μην ακολουθήσει τον δρόμο μεσοβέζικων λύσεων.

Αποτελεί ιστορική ευκαιρία για την Ευρώπη να αλλάξει σελίδα και να υιοθετήσει ένα νέο «μοντέλο» λειτουργίας που θα στηρίζεται στην ουσιαστική αλληλεγγύη και ενότητα των χωρών μελών της. Μέρκελ και Μακρόν έδωσαν το έναυσμα, μένει να διαπιστωθεί αν και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι ικανοί να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Σχετικά Νέα