Η Ελλάδα στην «καταιγίδα» του πολέμου και της ακρίβειας- Προκλήσεις και προοπτικές

Από τις 24 Φεβρουαρίου, γράφεται ένα νέο κεφάλαιο στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη αγωνίζεται για να σταματήσει έναν άδικο πόλεμο και να προασπίσει τις δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες της. Παράλληλα, αντιμετωπίζει πρωτοφανείς οικονομικές προκλήσεις, με τον πληθωρισμό να έχει εκτιναχθεί σε επίπεδα ρεκόρ και την ανάκαμψη μετά την πανδημία να απειλείται.

Γράφει ο Γρηγόρης Σαμπάνης*

Στα καθ’ ημάς, αυτή η νέα, πολύπλευρη κρίση αποτελεί μια σκληρή δοκιμασία για μια κυβέρνηση, που βγαίνει από τη διαχείριση μιας προηγούμενης, πρωτοφανούς υγειονομικής και οικονομικής κρίσης. Τα δείγματα γραφής ως τώρα από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη πείθουν ότι, σε πολιτικό επίπεδο, βρίσκεται σταθερά στη σωστή πλευρά της ιστορίας, ενώ, σε ό,τι αφορά την άσκηση της οικονομικής πολιτικής, κρατά την ενδεδειγμένη ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη να υποστηριχθούν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά έναντι του πληθωρισμού, αλλά και στην ιστορική απαίτηση προάσπισης της οικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας.

Από την πρώτη στιγμή, με την ιστορική ομιλία του στη Βουλή, την 1η Μαρτίου 2022, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε τη θέση της Ελλάδας έναντι της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. «Η στάση της πατρίδας είναι προϊόν δικών μας ιστορικών βιωμάτων και παγκόσμιων ισορροπιών. Ήμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας και αυτό κάνουμε και τώρα. Είμαστε και εμείς Δύση και προωθούμε τη διεθνή νομιμότητα. Ζούμε με την πληγή της Κύπρου και δεχόμαστε απειλές για τα νησιά μας. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε αδιάφορα απέναντι σε αυταρχικούς ηγέτες που θέλουν να ξαναζωγραφίσουν τα σύνορα. Εδώ δεν χωρούν ίσες αποστάσεις.  Ή είσαι με την ειρήνη και το Διεθνές Δίκαιο, ή είσαι απέναντί τους», τόνισε, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός.

Έκτοτε, έχει κρατηθεί σταθερή γραμμή, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι υπάρχει η βούληση να υποστηριχθεί ο αμυνόμενος λαός της Ουκρανίας και να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο στην Ατλαντική Συμμαχία, που δίνει μια κρίσιμη μάχη για τις αρχές και της αξίες του δυτικού κόσμου, μια μάχη της δημοκρατίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό. Η διεθνής θέση της χώρας έχει αναβαθμισθεί αποφασιστικά και σύντομα ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα γίνει ο πρώτος Έλληνας ηγέτης που θα απευθύνει ομιλία στο αμερικανικό Κογκρέσο.

Η χώρα μαςπ δεν θέλησε να παίξει ρόλο επιτήδειου ουδέτερου, στα πρότυπα της τουρκικής πολιτικής, επιχειρώντας να εκβιάσει για να αποσπάσει ανταλλάγματα για τη συμμετοχή της στην αντιπαράθεση της Δύσης με το καθεστώς Πούτιν. Για την Ελλάδα, η προάσπιση της διεθνούς νομιμότητας δεν είναι εργαλείο διαπραγμάτευσης, είναι σταθερή και ειλικρινής θέση από τότε που ιδρύθηκε το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Είναι, άλλωστε, ζήτημα εθνικής επιβίωσης: αν δεν λέμε σταθερό «όχι» στον αναθεωρητισμό και τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, δεν θα έχουμε νομιμοποίηση να ζητήσουμε διεθνή υποστήριξη για την υπεράσπιση της χώρας έναντι των ορέξεων της αναθεωρητικής δύναμης στη δική μας γειτονιά.

Η κυβέρνηση δεν θέλησε να κρατήσει ισορροπίες για να κατευνάσει το καθεστώς Πούτιν, όπως δυστυχώς φαίνεται ότι θα ήθελαν αρκετοί από τον χώρο της αντιπολίτευσης, αριστεροί και δεξιοί. Έπραξε ορθά. Οι διπλωματικές ακροβασίες δεν έχουν θέση στη σημερινή συγκυρία, ο κατευνασμός του ρωσικού καθεστώτος θα ισοδυναμούσε με συνενοχή στη βαρβαρότητά του. Η καταδίκη της εισβολής έπρεπε να είναι απόλυτη. Και ήταν.


Στο πεδίο της οικονομίας, η μεγαλύτερη πρόκληση για την κυβέρνηση είναι η έξαρση του πληθωρισμού, που αναμένεται ότι για πρώτη φορά από την εποχή της δραχμής θα εκτιναχθεί σε διψήφιο ποσοστό τον Απρίλιο, κυρίως εξαιτίας των ανατιμήσεων στον τομέα της ενέργειας. Πρόκειται για πρόβλημα κοινωνικό, πλέον, αφού η διόγκωση των λογαριασμών του ρεύματος δοκιμάζει τις αντοχές της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών. Ταυτόχρονα, δημιουργεί το έδαφος για να αναπτυχθούν λαϊκιστικές θεωρίες της αντιπολίτευσης, που προσφέρει και πάλι δήθεν μαγικές λύσεις, που με μια κίνηση και χωρίς παρενέργειες θα εξαφάνιζαν τους φουσκωμένους λογαριασμούς του ρεύματος.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση, παρότι δεν έχει καταφέρει ως τώρα να εξαφανίσει το πρόβλημα, το οποίο δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν ούτε οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, έχει προσφέρει ισχυρή στήριξη στα ελληνικά νοικοκυριά με επιδοτήσεις δισεκατομμυρίων στους λογαριασμούς, οι οποίες είχαν αρκετά σημαντικά αποτελέσματα.

Ο ερευνητικός οργανισμός vaasaETT, που παρέχει στοιχεία και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαπίστωσε ότι τον Απρίλιο η λιανική τιμή του ρεύματος στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 11%, χάρη στην αυξημένη επιδότηση που πρόσφερε η κυβέρνηση. Η Ελλάδα ήταν η μία από μόνο τρεις ευρωπαϊκές χώρες όπου κατεγράφη τον Απρίλιο μείωση της λιανικής τιμής του ρεύματος. Στη συνολική κατάταξη, η Ελλάδα έχει την 20η μεγαλύτερη τιμή λιανικής, η οποία είναι 24% χαμηλότερη από τη μέση τιμή στην Ε.Ε.

Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι, αν και υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη χώρα, όπως και σε όλη την Ευρώπη, με τις τιμές του ρεύματος, η πολιτική που έχει ασκηθεί ως τώρα έχει φέρει την Ελλάδα σε σχετικά καλή θέση με βάση τις δυναμικές που αναπτύσσονται στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση, μάλιστα, θα αξιοποιήσει περαιτέρω τις επιδοτήσεις και μέτρα όπως η επιβολή πλαφόν στις τιμές, για να μειώσει ακόμη περισσότερο τις επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές.

Σημασία έχει, όμως, ότι όλα τα μέτρα που έχει λάβει ως τώρα η κυβέρνηση, για την πανδημία ή για την ενεργειακή κρίση, ενώ εξαντλούν τα όρια αντοχής του κρατικού προϋπολογισμού και των ευρωπαϊκών πόρων που διαχειρίζεται η Αθήνα, δεν έχουν καταλήξει να αποσταθεροποιήσουν την οικονομία και να θέσουν σε κίνδυνο την κρίσιμη προσπάθεια επιστροφής στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης, που θα επιτρέψει στη χώρα να απευθυνθεί με άλλες αξιώσεις στην παγκόσμια αγορά χρήματος και κεφαλαίου.

Θα ήταν πολύ εύκολο για την κυβέρνηση να ακολουθήσει τις συνταγές της αντιπολίτευσης, που χαρακτηρίζονται από τη λογική του… «δώστα όλα». Ίσως να κέρδιζε κάποιους πόντους στις επόμενες εκλογές, όμως θα έθετε και πάλι την οικονομία στον κίνδυνο μιας περιπέτειας με άγνωστη κατάληξη. Ο ελληνικός λαός έχει αντιληφθεί πλέον, μετά από δέκα χρόνια κρίσης, ποιο είναι το πραγματικό κόστος της ανευθυνότητας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής.

Την κατάκτηση της αξιοπιστίας στην οικονομική πολιτική επιβεβαιώνουν όλοι οι εξωτερικοί «κριτές». Πρόσφατα ο οίκος Standard & Poor’s αναβάθμιση την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα από την επενδυτική βαθμίδα. Οι ευρωπαϊκοί Θεσμοί ολοκλήρωσαν χωρίς δυσκολίες και καθυστερήσεις διαδοχικές αξιολογήσης της χώρας στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, από το οποίο πολύ σύντομα η χώρα εξέρχεται. Η αγορά ομολόγων ανταποκρίθηκε θετικά στην πρόσφατη έκδοση 7ετών τίτλων και η Ελλάδα άντλησε 1,5 δισ. ευρώ με σχετικά χαμηλό επιτόκιο, 2,40%.

Ακόμη και μέσα σε αυτές τις πρωτόγνωρες διεθνείς συνθήκες, η οικονομία διατηρεί την αναπτυξιακή της προοπτική, χωρίς να αμφισβητείται η δημοσιονομική σταθερότητα. Σύμφωνα το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, που κατήρτισε ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, το βασικό σενάριο προβλέπει ανάπτυξη με ρυθμό 3,1% το 2022 και επιτάχυνση στο 4,8% το 2023. Το πρωτογενές έλλειμμα θα αυξηθεί μεν στο 2% του ΑΕΠ φέτος, προκειμένου να υποστηριχθούν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, αλλά το 2023 θα επιτευχθεί πλεόνασμα 1,1%, το οποίο θα ξεπεράσει το 2% τα επόμενα χρόνια.

Εν ολίγοις, μέσα σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες και ενώ η κυβέρνηση δεν παραγνωρίζει την ανάγκη στήριξης της οικονομίας από τον κρατικό προϋπολογισμό, το μείγμα της οικονομικής πολιτικής είναι αρκετά ισορροπημένο και φαίνεται ότι θα επιτρέψει στην οικονομία να ακολουθήσει μια σταθερή πορεία, μακριά από τις εκτροπές του πρόσφατου παρελθόντος.

Τα επιτεύγματα της κυβέρνησης στην εξωτερική και την οικονομική πολιτική ούτε μικρά μπορούν να θεωρηθούν, ούτε και ήταν αυτονόητα. Σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, έχει καταφέρει να βρίσκεται αταλάντευτα στη σωστή πλευρά της ιστορίας, να οδηγεί τη χώρα σε ασφαλή μονοπάτια και να κερδίζει την αναγνώριση από κυβερνήσεις και αγορές. Όσοι ζητούν πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ Δύσης και Κρεμλίνου, ή προτείνουν δήθεν «μαγικές» λύσεις σε σύνθετα οικονομικά προβλήματα, δεν έχουν να προσφέρουν αληθινές υπηρεσίες στη χώρα.

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών

Ακολουθήστε το The Indicator στο Google news

Σχετικά Νέα