«Το Δόγμα του Σοκ» εν δράσει…

Χρησιμοποιώντας «Το Δόγμα του Σοκ», για μία ακόμη φορά η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της δεξιάς επιτίθεται με σφοδρότητα στα κοινωνικά, εργασιακά, συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των πλέον ευάλωτων τμημάτων του ελληνικού λαού. Στόχος της, η πλήρης κατάργηση του κοινωνικού κράτους, η ακόμη μεγαλύτερη φτωχοποίηση τμημάτων του ελληνικού λαού και η διαμόρφωση ενός καθεστώτος πλήρους ασυδοσίας στην αγορά εργασίας, χωρίς καμιά προστασία των εργαζομένων, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση των ανισοτήτων.

Γράφει ο Σπύρος Κότσιας 

Το παζλ έρχεται να συμπληρώσει η παραχώρηση, έναντι ευτελών ανταλλαγμάτων της δημόσιας περιουσίας, όση απέμεινε μετά την εφαρμογή των μνημονίων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το δημόσιο συμφέρον, καθώς και ο ασφυκτικός περιορισμός και η συρρίκνωση του δημόσιου χώρου για την εξυπηρέτηση, στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδιωτικών συμφερόντων αμφιλεγόμενης νομιμότητας.

Ο κ. Μητσοτάκης και οι συνεργάτες του άλλωστε, ποτέ δεν έκρυψαν τις προθέσεις τους για την πολιτική που θα ακολουθούσαν μετά την εκλογή τους. Εκείνο που έκαναν με επιτυχία έχοντας και τη βοήθεια των ΜΜΕ, ήταν να υποβαθμίζουν τις καταστρεπτικές συνέπειες αυτής της πολιτικής στη ζωή των πολιτών, στην οικονομία και γενικότερα στη χώρα.

Επιχειρώντας να αναλύσουμε τη σύνθεση της κυβέρνησης της ΝΔ, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή απαρτίζεται στην πλειοψηφία της από στελέχη ακραίας νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, με ακροδεξιές και ρατσιστικές αποκλίσεις. Το ιδεολόγημα αυτό αποτυπώνεται στις καθημερινές αποφάσεις των κυβερνητικών παραγόντων, στα νομοσχέδια που φέρνουν για ψήφιση στο Κοινοβούλιο. καθώς και στην αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος.

Από την πρώτη μέρα της εκλογής του, με το πρόσχημα της εμπέδωσης της ασφάλειας μεταξύ των πολιτώ, επιχειρούν να ελέγξουν κάθε δραστηριότητα του δημόσιου βίου, κινούμενοι στις περισσότερες περιπτώσεις στα όρια της νομιμότητας. Η επαναφορά του αστυνομικού κράτους, σε συνδυασμό με το »χτύπημα» που επιχειρείται στη συνδικαλιστική δραστηριότητα των εργαζομένων, αλλά και στον περιορισμό του δημοκρατικού δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης της νεολαίας, συνθέτουν ένα εφιαλτικό τοπίο το οποίο πολύ γρήγορα θα το βρούμε μπροστά μας.

Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της δεξιάς αποτελεί μια sui generis περίπτωση, την οποία πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του το οργανωμένο λαϊκό κίνημα και να κινηθεί άμεσα στην κατεύθυνση ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής πριν αυτή κατορθώσει να δημιουργήσει καταστάσεις που θα είναι σχεδόν αδύνατο να αλλάξουν στο μέλλον. Είναι όμως το κίνημα ικανό να αναλάβει μια τέτοια πρωτοβουλία; Με ειλικρίνεια θα απαντούσε κανείς, ότι στη σημερινή συγκυρία είναι πολύ δύσκολο να ανταποκριθεί σε αυτά τα καθήκοντα. Παρόλες τις δυσκολίες όμως ο λαός είναι βέβαιο ότι, θα αντιδράσει, αφού η επίθεση που δέχεται από την κυβέρνηση, στο οικονομικό, στο κοινωνικό, στο πολιτισμικό επίπεδο είναι πολύ μεγάλη. Αποτέλεσμα της αντίδρασης αυτής θα είναι η σύγκρουση με το κράτος της δεξιάς και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του.

Τα προοδευτικά κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, η μεγάλη αύξηση των ποσοστών του οποίου από το 4% στο 35% οφείλεται ακριβώς στη θέληση του λαού να δημιουργήσει το δικό του αντιμνημονιακό πόλο απέναντι στο μνημονιακό μπλοκ, οφείλουν να προετοιμάζονται προς την κατεύθυνση στήριξης των αγωνιστικών κινητοποιήσεων του λαού. Στόχος, να μη μεταβληθεί η χώρα σε μια απέραντη ειδική οικονομική ζώνη, όπως άλλωστε ήταν και το σχέδιο των δανειστών, για την επιβολή του οποίου δημιούργησαν αρχικά την κρίση χρέους, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Βέβαια για να συμβεί αυτό, θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ, να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας και να μη θεωρήσει δεδομένη τη στήριξη του 1800 000, ψηφοφόρων που τον επέλεξαν στην κάλπη.

Το αποτέλεσμα της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης άλλωστε, ανέδειξε το δικομματισμό και τη δημιουργία μονοκομματικών κυβερνήσεων, σε κύρια συστατικά του πολιτικού μας συστήματος. Το εκλογικό σώμα, έδειξε να μην πείθεται από την αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων συνεργασίας, ενώ δεν έδωσε δεύτερη ευκαιρία εκλογής σε μικρότερα κόμματα, η δημιουργία των οποίων δεν κάλυπτε τις υπαρκτές ανάγκες των ψηφοφόρων, παρά μόνο τις φιλοδοξίες των ιδρυτών τους. Βέβαια η κατάσταση παραμένει ρευστή σε μεγάλο βαθμό και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την τελική μορφή που θα πάρει το πολιτικό σύστημα.

Σχετικά Νέα