Απαιτείται εθνική στρατηγική απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα

Η Τουρκία φροντίζει επιμελώς να κλιμακώνει την ένταση, να ανεβάζει όλο και πιο ψηλά τον πήχη των προκλήσεων, σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και εσχάτως στον Έβρο. Το καθεστώς Ερντογάν εκφράζεται μέσω μιας ακραίας επιθετικής ρητορικής, παραδίδοντας, μάλιστα, και μαθήματα ανθρωπισμού προς την Αθήνα, την οποία εγκάλεσε διότι «τόλμησε» να αναφερθεί στην Γενοκτονία των Ποντίων.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Αν κάποιοι πόνταραν ότι η Άγκυρα, υπό το βάρος της συναλλαγματικής-οικονομικής κρίσης θα χαμήλωνε τους τόνους και θα έβαζε φρένο-έστω και προσωρινά- στη  ευρεία και πολυεπίπεδη στρατηγική διεκδικήσεων, προφανώς και έπεσαν έξω. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήθης απρόβλεπτος Ταγίπ Ερντογάν, δεν λειτουργεί σπασμωδικά, ούτε επηρεάζεται από το θυμικό του ή τις εξάρσεις πατριωτικού καθήκοντος.  Ούτε φυσικά ενεργεί με βάση τη θεωρία εξαγωγής της εσωτερικής κρίσης (οικονομική τη δεδομένη στιγμή στην Τουρκία), ένα από τα αγαπημένα αφηγήματα που χρησιμοποιείται κατά κόρον στην Ελλάδα από διάφορους αναλυτές, ειδικούς και μη, για να εξηγηθεί η οξεία τουρκική προκλητικότητα.

Το καθεστώς Ερντογάν λειτουργεί βάσει σχεδίου και οι προκλήσεις σε κυπριακή ΑΟΖ, Έβρο, οι καθημερινές υπερπτήσεις πάνω στο Αιγαίο, η ενδυνάμωση της συμμαχίας με τη Λιβύη με απώτερο στόχο τη δημιουργία ΑΟΖ, ακόμη η ανάγνωση Κορανίου στην Αγία Σοφία στην επέτειο Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, εξυπηρετούν αυτό. Η όξυνση και οι συνεχείς διεκδικήσεις σ’ όλα τα μέτωπα είναι η μία έκφανση του σχεδίου που έχει εξυφάνει η Άγκυρα. Ο βασικός κορμός του, που  έχει βαθιά τις ρίζες του στο νέο-οθωμανικό δόγμα, όπως αυτό έχει εκφραστεί από τους ισλαμιστές του Ερντογάν και σύγχρονους διαμορφωτές του, όπως επί παραδείγματι ο πρώην στενός συνεργάτης του «Σουλτάνου» και πρωθυπουργός Μαχμούτ Νταβούτογλου, αφορά την πλήρη αμφισβήτηση του υπάρχοντος καθεστώτος σε Αιγαίο, Ανατολικό Μεσόγειο και βεβαίως της ελληνικής κυριαρχίας.

«Τραβάει το σκοινί» της πρόκλησης η Άγκυρα – Τι επιδιώκει

Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που αναδύονται και πρέπει να απασχολήσουν άπαντες. Το πρώτο είναι που το πάει η Τουρκία, μέχρι που δηλαδή είναι να διατεθειμένη να «τραβήξει το σκοινί» της πρόκλησης και το δεύτερο είναι ποια είναι η ελληνική απάντηση-στρατηγική απέναντι στις μεθοδεύσεις της Άγκυρας.

Η Τουρκία, όπως απέδειξε και στο πρόσφατο επεισόδιο στον Έβρο, όπου αναβάθμισε επιχειρησιακά και επικοινωνιακά μια συχνή διένεξη χαμηλής «εμβέλειας», επιχειρεί να επεκτείνει το δόγμα γκριζαρίσματος και αμφισβητούμενων ζωνών και στην ξηρά. Το ουσιώδες για την Άγκυρα δεν είναι συνυφασμένο με κάποια στρέμματα μιας αποξηραμένης κοίτης του ποταμού Έβρου, αλλά έγκειται στο εξής: να ρίξει τον σπόρο της αμφισβήτησης και να διαπλάσει μεθοδικά και στοχευμένα  ένα πλαίσιο διεκδικήσεων, όπου εκείνη κρίνει, είτε πρόκειται για την κυπριακή ΑΟΖ, είτε πρόκειται για τα νησιά του Αιγαίου για τα οποία γίνεται εκτενής αναφορά στο περίφημο τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Εργαλειοποιώντας τους πρόσφυγες και μετανάστες, η Τουρκία ετοιμάζει νέο γύρο μετωπικής επίθεσης στον Έβρο, επιχειρώντας να πετύχει ότι δεν κατάφερε στα τέλη Φεβρουαρίου 2020. Την ίδια στιγμή ισχυροποιεί το καθεστώς Σάρατζ στη Λιβύη και ενισχύει τη γεωπολιτική της επιλογή, προσδοκώντας ότι έτσι θα αλλάξει προς όφελός της, τις ισορροπίες-ενδεχομένως και τις συμμαχίες- στην Ανατολική Μεσόγειο.

Απέναντι σ’ αυτά τα πολυμέτωπα επίπεδα, η Ελλάδα χρειάζεται αποτελεσματικό σχέδιο. Δεν αρκεί η αντιμετώπιση σε τακτικό ή «τοπικό» επίπεδο, όπως για παράδειγμα στον Έβρο όπου ετοιμάζεται ο φράχτης που θα ανασχέσει τις προσφυγικές ροές. Απαιτείται συγκεκριμένη στρατηγική και πολυεπίπεδη ανάλυση και εφαρμογή διπλωματικών και γεωπολιτικών ενεργειών, που θα είναι ικανές να δαμάσουν την τουρκική επιθετικότητα, προσδίδοντας παράλληλα στην Ελλάδα τον ρόλο του πρωταγωνιστή στις εξελίξεις.

Τα ελληνοτουρκικά ζητήματα και η εξωτερική πολιτική ιδίως σ’ αυτή την κρίσιμη όπως διαφαίνεται εποχή, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με όρους επικοινωνίας «εσωτερικής κατανάλωσης». Το παιχνίδι δεν παίζεται εντός των τειχών, αλλά εκτός και κυρίως δεν κερδίζεται από τα τηλεοπτικά παράθυρα. Και αναμφίβολα, κάποια στιγμή, οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου οφείλουν να βρουν ένα κοινό πεδίο συνεννόησης, μέσα από το οποίο θα καταστεί δυνατή η δημιουργία μιας εθνικής στρατηγικής, που θα αποτελέσει ισχυρό, ακλόνητο φραγμό απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα.

 

Σχετικά Νέα