Άνω των 10 τρισ. η κεφαλαιοποίηση των χρηματιστηρίων της Κίνας

Σε επίπεδα άνω των 10 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έχει εκτιναχθεί η συνολική κεφαλαιοποίηση των κινεζικών χρηματιστηρίων, της Σαγκάης και της Σεντζέν. Η άνοδος των κινεζικών μετοχών, απότοκος σε μεγάλο βαθμό της ανάκαμψης που σημειώνει η κινεζική οικονομία και των εισροών ξένου κεφαλαίου, έχει οδηγήσει τα χρηματιστήρια της χώρας σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα πριν από το κραχ του Ιουνίου του 2015. Όπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, συνολικά η αγορά της Κίνας είναι η δεύτερη σε μέγεθος στον κόσμο μολονότι υπολείπεται σημαντικά της αμερικανικής της οποίας η κεφαλαιοποίηση ανέρχεται σχεδόν σε 39 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, η συνολική κεφαλαιοποίηση των χρηματιστηρίων Σαγκάης και Σεντζέν έχει φτάσει στα 10,08 τρισεκατομμύρια δολάρια, υπερβαίνοντας τα 10,05 τρισεκατομμύρια στα οποία ήταν τον Ιούνιο του 2015. Τότε οι κινεζικές μετοχές είχαν σημειώσει ιλιγγιώδη άνοδο πάνω από 100% και ταυτόχρονα Σαγκάη και Σεντζέν μαζί με το κινεζικό νόμισμα κατέρρευσαν παταγωδώς προκαλώντας ρίγη στην παγκόσμια οικονομία και συμπαρασύροντας τα χρηματιστήρια τριών ηπείρων. Στη συνέχεια η κεφαλαιοποίηση των κινεζικών αγορών περιορίστηκε στο ήμισυ, ενώ το Πεκίνο είχε σπεύσει με πυροσβεστικά αλλά επιθετικά μέτρα να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κραχ.

Στη διάρκεια του 2020, όμως, ο δείκτης CSI 300 των εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης στην αγορά της Σαγκάης και της Σεντζέν έχει συγκεντρώσει συνολικά κέρδη περίπου 17%, όταν στο ίδιο χρονικό διάστημα στη Wall Street ο δείκτης S&P 500 έχει ενισχυθεί κατά 9%. Τα χρηματιστήρια Σαγκάης και Σεντζέν έχουν προσελκύσει κεφάλαια ύψους περίπου 26,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από όλον τον κόσμο εν μέσω αισιοδοξίας για την ανάκαμψη της κινεζικής οικονομίας, της πρώτης που λύγισε από την πανδημία και τα μέτρα ανάσχεσής της αλλά και της μοναδικής που αναμένεται να σημειώσει θετικό ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ.

Μιλώντας στους F.T., ο Κρεγκ Κομπέν, ηγετικό στέλεχος του τομέα Ασίας – Ειρηνικού στην Bank of America, τόνισε πως «οι επενδυτές αναζητούν οικονομική ανάπτυξη και δυσκολεύονται να τη βρουν, ως εκ τούτου βλέπουν να ανοίγονται μεγάλες ευκαιρίες στην Κίνα». Την προτίμησή τους δικαιολογούν τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Τρίτη και φέρουν τις εισαγωγές της Κίνας να φτάνουν τον Σεπτέμβριο σε επίπεδα ρεκόρ, καθώς ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας επιδεικνύει βουλιμία για εμπορεύματα και ημιαγωγούς.

Η άνοδος των κινεζικών χρηματιστηρίων συνοδεύεται, άλλωστε, από ανάλογη αναρρίχηση του γουάν, καθώς το δημοσκοπικό προβάδισμα του Τζο Μπάιντεν καλλιεργεί προσδοκίες για αποκατάσταση των διμερών σχέσεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Σημειωτέον, πάντως, ότι τις τελευταίες ημέρες η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας πήρε μέτρα που διευκολύνουν τα στοιχήματα κατά του κινεζικού νομίσματος προκαλώντας ελαφρά υποχώρησή του.

Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν πως δεν υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στη νέα άνοδο των κινεζικών χρηματιστηρίων και τη φούσκα του 2015. Όπως τονίζουν, έκτοτε έχουν μεσολαβήσει σημαντικές αλλαγές όπως, για παράδειγμα, ο δραστικός περιορισμός του δανεισμού με σκοπό την αγορά μετοχών που προ πενταετίας ήταν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτος. Εν ολίγοις, αυτή τη φορά οι αποτιμήσεις των κινεζικών εταιρειών φαίνονται δικαιολογημένες, ενώ η παρουσία ξένων και θεσμικών επενδυτών έχει περιορίσει τους υπερβολικούς κραδασμούς.

Σύμφωνα με την China Renaissance, στα τέλη Ιουνίου βρισκόταν στα χέρια θεσμικών επενδυτών το 70% των κινεζικών μετοχών των οποίων επιτρέπεται ελεύθερη διαπραγμάτευση. Σύμφωνα πάντα με την ίδια εταιρεία δεδομένων, ξένοι επενδυτές ελέγχουν το 5% των κινεζικών μετοχών, ενώ στα χέρια μικροεπενδυτών βρίσκεται λιγότερο από το περίπου 20% – το ήμισυ εκείνου πριν από μία πενταετία.

Σχετικά Νέα