Αμερικανοτουρκικές σχέσεις: Η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας

Με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο να είναι ραγδαίες και τα Κράτη της ευρύτερης περιοχής, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας να ετοιμάζονται για ένα μεγάλο bra defer με τον «νταή» της περιοχής, την Τουρκία, δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό.

Γράφει ο Γιάννης Νάκος

Το γεωπολιτικό «παιχνίδι» στη σκακιέρα της Ανατολής έχει φυσικά να κάνει με την οικονομική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών ενεργειακής φύσεως στα περίφημα οικόπεδα πέριξ της Κύπρου, με χώρες όπως την Αίγυπτο και το Ισραήλ, να διαδραματίζουν ρόλο κλειδί στην επιτυχή έκβαση μιας τετραμερούς συνεργασίας για joint exploitation στη περιοχή.

Το γενικό περίβλημα είναι κάτι που πλέον εν έτη 2021, το γνωρίζει και ένας πρωτοετής φοιτητής Διεθνών Σχέσεων, Νομικής και Πολιτικών Επιστημών.

Αυτό που δυστυχώς δεν γνώριζα το 2016, όντας ο πρώτος φοιτητής στην Ελλάδα, που στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο της Ενέργειας εκπόνησα τη διατριβή μου για τον Αγωγό EastMed και τα εναλλακτικά σενάρια, ήταν, ότι ο Αμερικανικός παράγοντας λειτουργεί για το συγκεκριμένο πρότζεκτ αποτρεπτικά και όχι προς μια κατεύθυνση εναρμόνισης με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απεξάρτηση από το Ρωσικό φυσικό αέριο. Μπορεί σε πρώτη ανάγνωση η προαναφερόμενη διαπίστωση να κριθεί αυθαίρετη και αν όχι παράλογη σε επίπεδο διπλωματικών πεπραγμένων.

Εντούτοις, όμως όπως μου είχε δηλώσει ένας κορυφαίος εις το είδος του καθηγητής Διεθνών Σχέσεων «Ο Φουκουγιάμα, Γιάννη ερμηνεύεται διαφορετικά από τις ΗΠΑ, και διαφορετικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η συγκεκριμένη πρόταση όπως και ο Φ. Φουκουγιάμα, αποτέλεσε εφαλτήριο μιας πιο ενδελεχούς μελέτης του γεωπολιτικού γίγνεσθαι από δικής μου πλευράς, γεγονός που με έκανε να επιχειρώ μια συνεχιζόμενη αποκωδικοποίηση των όσων από τη μια επίσημα εκφράζονται, και από την άλλη σιωπηρώς εφαρμόζονται.
Ας επιστρέψουμε όμως στα του οίκου μας και σε αυτό που πραγματεύεται και ο τίτλος του κειμένου, μιας και συνδέεται σε πολύ μεγάλο βαθμό με όσα ανέφερα προηγουμένως.

Στην εποχή μετά το «πολιτικό τέλος» του Ομπάμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουν εισέρθει σε μια τρομακτική εσωτερική εσωστρέφεια η οποία τους τοποθετεί μέχρι και αυτή τη στιγμή σε θέση παρατηρητή και όχι ενεργού δρώντα στις παγκόσμιες εξελίξεις. Και εξηγούμαι για να μην παρεξηγηθώ. Εάν εξαιρέσει κάποιος τον οικονομικό αντίκτυπο της πολιτικής Τραμπ και το σύνθημα “Jobs, Jobs Jobs” η παραδοσιακή Ρεπουμπλικανική πολιτική δεν έχει προσδώσει τίποτε διαφορετικό από αυτά που υποσχόταν στην εποχή μετά την κάθοδο του Ρήγκαν και στη συνέχεια. Απουσία ενεργού ρόλου στις πολιτικές εξελίξεις στη Συρία και στη Μ. Ανατολή, ωχαδερφισμός στη πάταξη των ακραίων στοιχείων, την άνοδο του εξτρεμισμού και την ανάπτυξη κυκλωμάτων με ποινικά κολάσιμες δραστηριότητες στα Βαλκάνια, και φυσικά το «καρότο» δίχως μαστίγιο στη Τουρκία τα τελευταία έτη.

Το τελευταίο, εάν δεν υπήρχε η πολύ δραστήρια ελληνική ομογένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα είχε «τραυματίσει» σε πολύ μεγάλο βαθμό τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ. Όμως οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και τη μεταστροφή και εναρμόνιση των όσων δημοσίως υποστηρίζει, αλλά και στη συνέχεια πράττει η Αμερική το τελευταίο τετράμηνο.

Αυτό που ανέφερα, αφενός συνδέεται με την αλλαγή σκυτάλης στον Λευκό Οίκο και αφετέρου έχει να κάνει με την παραδοχή στην άλλη πλευρά, ότι « το παιχνίδι έχει αρχίσει να χάνεται», μιας και η Ρωσία σταδιακά και όχι τόσο αθόρυβα, όσο μας είχε συνηθίσει στο παρελθόν προωθούσε και εξασφάλιζε τα συμφέροντα της στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Έτσι, ζούμε στην εποχή που οι ΗΠΑ τόσο σε διπλωματικό επίπεδο, όσο και σε επιχειρηματικό έχουν αρχίσει να διαφοροποιούν την στάση τους προς τη Ρωσία και φυσικά στη συγκεκριμένη περίπτωση που μας ενδιαφέρει με την γειτονική χώρα Τουρκία.

Η μέχρι τελευταίας στιγμή «μάχη» για να μη δοθούν τα αμερικανικά F-35 στη Τουρκία και η συνεχιζόμενη πίεση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και την Τουρκία να απαρνηθεί τους Ρωσικούς S-400 έχει προσδώσει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά στο γεωπολιτικό παιχνίδι που μόνο αδιάφορη δεν μπορεί να αφήσει τη χώρα μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, αποτελεί τρομακτικά μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα να εκμεταλλευτεί το κενό διπλωματικής, επιχειρηματικής και πολιτικής εκπροσώπησης μεταξύ των δύο χωρών, προκειμένου να εξασφαλίσει αυτά που διαχρονικά ακούει κάθε φορά ο εκάστοτε Έλληνας Πρωθυπουργός από το State Department στην Αθήνα.

Ποια είναι αυτά; Μα φυσικά την ξεκάθαρη υποστήριξη των ΗΠΑ, όχι μόνο σε λεκτικό επίπεδο και κοινές ασκήσεις στο ΝΑΤΟ, αλλά τουναντίον ένα νέο δόγμα στρατιωτικής, επιχειρηματικής και διπλωματικής υποστήριξης στον «αόρατο πόλεμο» με την Τουρκία.

Όπως είναι φυσιολογικό αυτό δεν πρόκειται να συμβεί από τη μια ημέρα στην άλλη, όμως πρέπει άμεσα η ελληνική διπλωματία να «οπλιστεί» με εκείνα τα διπλωματικά, επιχειρηματικά και πολιτικά μέσα, προκειμένου να προωθήσει σε μεγαλύτερο βαθμό όσα ανέφερα προηγουμένως.

Και για να το πάω ένα βήμα παραπέρα, εκτός από όσα βρίσκονται στο δημόσιο διάλογο θα πρέπει κάποια στιγμή να υπάρξει άμεση και ουσιαστική υποστήριξη τόσο στο μεγαλόπνοο πρότζεκτ του EastMed, όσο και στην προώθηση επιχειρηματικών σχεδίων στον ενεργειακό και κατασκευαστικό κλάδο στις πλούσιες περιοχές της χώρας μας.

Τα παραδείγματα είναι αρκετά. Ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας, κοινά πρότζεκτ με την Ευρωπαϊκή Ένωση στην Αλεξανδρούπολη και τον Πατραϊκό κόλπο και φυσικά το μεγάλο στοίχημα της διασύνδεσης της Κρήτης με την Ν. Ελλάδα και ιδιαίτερα τον Ν. Αχαΐας, και γιατί όχι και την υπόλοιπή Ελλάδα.

Την ώρα που ο Τούρκος Πρόεδρος βρίσκεται διπλωματικά απομονωμένος στο εσωτερικό της χώρας του, εκεί όπου κάθε εβδομάδα επινοεί και έναν καινούργιο εχθρό, προκειμένου να συντηρήσει το σκοτεινό πρότζεκτ της Οθωμανοποίσης της Μ. Ανατολής και όχι μόνο, η ελληνική πλευρά οφείλει να λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στην διχασμένη Ευρωπαϊκή Ένωση και μια διστακτική, μέχρι πρότινος ΗΠΑ και να βγει μπροστά. Άλλωστε ουδείς, πιστεύει μετά τα γεγονότα στον Έβρο τον Φεβρουάριο του 2020 και τα αντίστοιχα στο Αιγαίο το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί πλην της Γαλλίας και ορισμένων ελάχιστων εξαιρέσεων να σταθεί στο ύψος της, όταν θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια Τουρκία εξαγριωμένη και ικανή για το χειρότερο.

Ήρθε η ώρα να προσέξουμε, για να έχουμε. Είναι τόσο απλό, μα τόσο σημαντικό. Και δεν σας κρύβω, ότι ο νέος γύρος των διερευνητικών επαφών μεταξύ της χώρας μας, θεωρώ ότι όχι μόνο θα καταλήξει σε ένα ακόμη φιάσκο εντυπώσεων, αλλά πολύ περισσότερο πιστεύω ακράδαντα, ότι θα ενισχύσει φωνές όπως τη δική μου και πολλών ακόμη, που «φωνάζουν» για τα αυτονόητα!

Δημοσιογράφος, Πολιτικός Επιστήμονας, Msc International and European Enegy Law

Σχετικά Νέα