Υψηλά επιτόκια και ακριβός δανεισμός – Η νέα παγκόσμια οικονομική συνθήκη

Η παγκόσμια οικονομική συνθήκη που διαμορφώνεται, δεν είναι διόλου ελκυστική και ελπιδοφόρα για τα κράτη και τις επιχειρήσεις. Η εποχή του φθηνού δανεισμού και της αθρόας ρευστότητας που διήρκεσε για κάποια χρόνια και συνέβαλε αναμφίβολα στην ταχεία ανάκαμψη των οικονομικών το 2021, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο πληθωρισμός «γιγαντώνεται» σ’ όλο τον πλανήτη χωρίς να κάνει διακρίσεις, ενώ το αυξανόμενο κόστος ενέργειας εντείνει τις συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, που «αναγκάζει» εν πολλοίς τις κεντρικές τράπεζες να αλλάξουν πλεύση άρδην, υιοθετώντας την τακτική της αύξησης των επιτοκίων.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

H Fed με την επιθετική πολιτική αύξησης επιτοκίων που «εγκαινίασε», δείχνει τον δρόμο και στις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες. Και η αλήθεια είναι πως υπάρχουν πολλές πρόθυμες να ακολουθήσουν, όπως για παράδειγμα η Τράπεζα της Αγγλίας, αλλά και η μακρινή Τράπεζα της Αυστραλίας, όπου και εκεί το πληθωριστικό «φαινόμενο» έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Θέμα χρόνου είναι να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τα «γεράκια» να πιέζουν την Κριστίν Λαγκάρντ να ανεβάσει τα βασικά επιτόκια τον Ιούλιο.

Δημιουργείται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ένα συγκεκριμένο μοτίβο αντιμετώπισης του πληθωρισμού αλλά και των επιπτώσεων που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, σε παγκόσμιο επίπεδο. Η μείωση της παρεχόμενης ρευστότητας και οι αυξήσεις των επιτοκίων είναι η «συνταγή» που ακολουθείται και η οποία θα δυσκολέψει σημαντικά το εγχείρημα ανάκαμψης των χωρών αλλά και τη «ζωή» των επιχειρήσεων. Αυτό θα συμβεί, διότι το κόστος δανεισμού θα αυξηθεί σημαντικά, με συνέπεια τα κράτη να δυσκολεύονται να αντλήσουν χρήμα από τις αγορές.

Στην Ευρώπη, οι αποδόσεις των κρατικών χρεογράφων βρίσκονται σε διαρκή άνοδο, ενώ τα ελληνικά έχουν πληγεί ιδιαιτέρως από την αλλαγή συνθήκης στη συγκεκριμένη αγορά ομολόγων. Η καταβύθιση των ελληνικών κρατικών ομολόγων συνεχίζεται τους τελευταίους 10 μήνες, με συνέπεια οι αποδόσεις τους να εκτοξευθούν στα υψηλά τριών και πλέον ετών. Η Ελλάδα που επωφελήθηκε δεόντως από τις συνθήκες φθηνού δανεισμού που επικράτησαν τα τελευταία δύο χρόνια αλλά και από το άνοιγμα της ρευστότητας, ως αντιστάθμισμα για την πανδημία, αποτελεί ένα από τα «θύματα» τρόπον τινά.

Το ζήτημα βεβαίως του τερματισμού της παροχής φθηνού χρήματος είναι παγκόσμιο και σίγουρα θα επηρεάσει αρνητικά τις παγκόσμιες αγορές μετοχών, ομολόγων, θα δημιουργήσει δυσχέρειες στα χρηματιστήρια και εν τέλει δύναται να αποτελέσει τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη. Ήδη άλλωστε, και είναι κάτι που δεν μπορεί να αποκρυφτεί, ο καλπάζων πληθωρισμός, οι αυξήσεις των επιτοκίων και ο φόβος για ενεργειακό μπλακ άουτ στην Ευρώπη, έχουν προκαλέσει σοβαρές «παρενέργειες» στα διεθνή χρηματιστήρια και προφανώς το ελληνικό, το οποίο δεν αποτελεί εξαίρεση.

Η νέα συνθήκη που διαμορφώνεται, μέσω της οποίας περιορίζεται αισθητά η νομισματική στήριξη, βάζει «φρένο» στην επιχειρούμενη ανάκαμψη που συντελέστηκε με ομολογουμένως αξιοθαύμαστα αποτελέσματα στη Ευρώπη αλλά και πέρα αυτή το 2021. Όλες, άλλωστε, οι εκτιμήσεις των σημαντικών διεθνών φορέων συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως η παγκόσμια ανάπτυξη, τουλάχιστον για την τρέχουσα χρονιά, δέχεται ισχυρούς κλυδωνισμούς από τον πληθωρισμό, την ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στην Ουκρανία.


Ακολουθήστε το The Indicator στο Google news

Σχετικά Νέα