WSJ: Εν μέσω ρεύματος λαϊκισμού στην Ευρώπη, οι Έλληνες επιλέγουν τον μετριοπαθή θεσμικό Κ. Μητσοτάκη

Η Ελλάδα, με την επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη ως επόμενου πρωθυπουργού της χώρας στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, θα γίνει η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία η εξουσία θα περάσει από τα χέρια των λαϊκιστικών “αντισυστημικών” κομμάτων στα χέρια κλασσικών θεσμικών πολιτικών δυνάμεων, σημειώνεται σε άρθρο της Wall Street Journal.

Στο άρθρο δίνεται έμφαση στις δεσμεύσεις εκ μέρους του Κυρ. Μητσοτάκη να μειώσει τους φόρους και τη γραφειοκρατία και να κάνει την Ελλάδα μια χώρα ευκολότερη για το επιχειρείν. Στόχος του, μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της ενίσχυσης της ανάπτυξης, να πείσει τους Ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας, των οποίων πρακτικά ηγείται η Γερμανία, να “χαλαρώσουν” τους δημοσιονομικούς στόχους για πλεονάσματα, τονίζει η αρθρογράφος.

Ως κομβικές προκλήσεις για τον πρόεδρο της ΝΔ αναφέρονται αφ’ ενός η αναμόρφωση του δημόσιου τομέα, που “έχει αντισταθεί σε πολλές προσπάθειες διαρθρωτικών αλλαγών”, καθώς και το να πείσει το ίδιο του το κόμμα να σπάσει τους δεσμούς με τις παλιές πελατειακές πολιτικές νοοτροπίες.

Στο άρθρο της WSJ τονίζεται ότι η Ελλάδα ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα, το 2012, της οποίας οι πολίτες επέλεξαν στις κάλπες να ενισχύσουν τα λεγόμενα “αντισυστημικά” κόμματα, από την αντικαπιταλιστική άκρα αριστερά έως την εθνικιστική άκρα δεξιά.

Ο σκεπτικισμός που υπήρχε για χρόνια εντός της ΝΔ για τα ηγετικά χαρίσματα του Κυρ. Μητσοτάκη, σύμφωνα με την αρθρογράφο, οφείλεται σε πολλά στελέχη της παλαιάς φρουράς του κόμματος, που έχουν συνηθίσει περισσότερο να κινούνται με πολιτικές εξυπηρετήσεις προς ομάδες ψηφοφόρων, παρά να ασχολούνται με τις αρχές της χρηστής και διαφανούς διακυβέρνησης. Οι δυνάμεις αυτές ενίοτε χαρακτηρίζουν τον Κυρ. Μητσοτάκη “υπερβολικά φιλελεύθερο” ή αλλιώς “υπερβολικά προσανατολισμένο στην ελεύθερη αγορά”, σημειώνεται.

Όσον αφορά στις σχέσεις του με την διεθνή κοινότητα, η WSJ αναφέρει ότι πολλοί κατέκριναν την στάση του έναντι της Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία στήριξαν τόσο η Γερμανία όσο και οι ΗΠΑ.

Σχετικά Νέα