Β. Τσιζόφ: Η πρόκληση της συνεργασίας Ευρωπαϊκής Ενωσης – Ρωσίας

Ο εκνευρισμός της Ουάσιγκτον και η σύγχυση της Ευρώπης οφείλονται σε εσφαλμένους υπολογισμούς αναφορικά όχι με την ταχύτητα της παγκοσμιοποίησης, αλλά με την κατεύθυνση που παίρνει. Μια κατεύθυνση που διαψεύδει τις συλλογικές προσδοκίες της Δύσης και φέρνει στο προσκήνιο νέες δυνάμεις – σήμερα τους οικονομικούς γίγαντες της Ασίας, αύριο ίσως τη Λατινική Αμερική και την Αφρική.

Τίθεται το ερώτημα ποια είναι η θέση της Ευρώπης και ειδικά της Ε.Ε. σε έναν κόσμο που αλλάζει. Προσωπικά δεν υιοθετώ τα ακραία σενάρια και είμαι απολύτως βέβαιος ότι όσοι προβλέπουν τη σύντομη κατάρρευση της Ε.Ε. υποτιμούν τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αλλά θα ήταν εξίσου εσφαλμένο να υιοθετήσει κανείς την εντύπωση που έχει η ίδια η Ε.Ε. για τον εαυτό της, ως το απαστράπτον κάστρο στην κορυφή του λόφου, που όλοι βιάζονται να τους ανοίξει τις πόρτες του. Υστερα από μια διαδρομή 60 χρόνων, η Ε.Ε. επιστρέφει ως έναν βαθμό στην αρχική αποστολή της ως μηχανισμός συμφιλίωσης αντιθέσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Σε αυτά τα 60 χρόνια ο κόσμος άλλαξε και η Ε.Ε. δεν μπορεί να διεκδικεί πλέον ούτε την παγκόσμια οικονομική πρωτοκαθεδρία ούτε τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία. Η ατζέντα της περιορίζεται στον πιο πραγματιστικό στόχο της διατήρησης θέσεων σε έναν πολυπολικό κόσμο.

Πιστεύω ότι η Ε.Ε. έχει καλές πιθανότητες να πετύχει αυτόν τον στόχο. Ωστόσο, ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσω της αλληλεπίδρασης με τους άλλους πυλώνες του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού μας, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η Ρωσία. Ακριβώς μέσω της συνεργασίας με τη χώρα μας και του συσχετισμού της Ευρωπαϊκής και της Ευρασιατικής Ενωσης, η Ε.Ε. θα είναι σε θέση να παραμείνει κεντρικός παράγοντας της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής στις δεκαετίες που έρχονται. Επιπλέον, μια τέτοια «ολοκλήρωση των ολοκληρώσεων» θα ενσάρκωνε με τον καλύτερο τρόπο την εφαρμογή της πολυμερούς συνεργασίας στις διεθνείς υποθέσεις, μια αρχή που εξυμνείται από τις Βρυξέλλες.

Δυστυχώς, αυτές οι μεγάλου βεληνεκούς προοπτικές καθηλώνονται από τη σημερινή ανώμαλη κατάσταση στις σχέσεις μεταξύ Βρυξελλών και Μόσχας. Μια μεγάλη γκάμα Ευρωπαίων πολιτικών υποστηρίζουν ενεργητικά την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων. Η λογική τους είναι απλή: Είναι πράγματι πολύ βολικό να εκτρέπουν την προσοχή των ψηφοφόρων και των εταίρων τους στην Ε.Ε. από τους δικούς τους κακούς υπολογισμούς. Κάτι τέτοιο είδαμε, για παράδειγμα, με το διεθνές σκάνδαλο που ξέσπασε ύστερα από τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς για «χημική επίθεση στο Σόλσμπερι». Ή ακόμη με την εκστρατεία εκφοβισμού των Ευρωπαίων πολιτών μέσω του ατέλειωτου σίριαλ περί υποτιθέμενης «ρωσικής παρέμβασης» σε εκλογικές διαδικασίες. Ή, τέλος, με την προσπάθεια να οικοδομηθεί μια εθνική ταυτότητα πάνω στη βάση τής δήθεν «ρωσικής απειλής».

Οχι σε κυρώσεις

Υπάρχουν, όμως, και άλλες προσεγγίσεις στους κόλπους της Ε.Ε. Πολλοί συνομιλητές μου από κράτη-μέλη αναγνωρίζουν ότι το ουκρανικό πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπισθεί προτού οδηγηθούμε σε αδιέξοδα και ότι οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας πρέπει να αναθεωρηθούν, καθώς δεν αποδίδουν. Η δική μας άποψη είναι ότι όλα μπορούν να διορθωθούν, αρκεί η ουκρανική πλευρά να τηρήσει τη Συμφωνία του Μινσκ, η οποία συνομολογήθηκε με την ενεργητική συμμετοχή Γερμανίας και Γαλλίας.

Πριν από λίγες ημέρες, στις 23-26 Μαΐου, έγιναν οι εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Τα αποτελέσματά τους δεν έφεραν τρομερές συγκινήσεις, αλλά έδειξαν, μεταξύ άλλων, ότι οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο πρόθυμοι να υποστηρίξουν πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν υγιέστερες σχέσεις μεταξύ της Ε.Ε. και της Ρωσίας. Οι εκλογικές επιτυχίες των δυνάμεων που θεωρούν τις κυρώσεις οικονομικά και πολιτικά επιβλαβείς για τις χώρες τους καλούν τις Βρυξέλλες να αναστοχαστούν για τη στάση τους.

* Ο Βλαντιμίρ Τσιζόφ είναι μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Στο κείμενο αυτό περιέχονται καίρια αποσπάσματα από πρόσφατη ομιλία του στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης.

Σχετικά Νέα