Τροπολογία «ανάσα» για τα πιστωτικά υπόλοιπα παρακρατούμενων φόρων των τραπεζών

Όταν ο φόρος που προκύπτει από το εισόδημα των τραπεζών δεν επαρκεί για την έκπτωση του φόρου που παρακρατήθηκε για τα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα τους, το πιστωτικό υπόλοιπο του παρακρατηθέντος φόρου δεν επιστρέφεται.

Τέλος σε ένα «πονοκέφαλο» που είχε δημιουργήσει στις τράπεζες απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας βάζει τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή στο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας για το εμπορικό απόρρητο.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση 1518/2018 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε πως όταν ο φόρος που προκύπτει από το εισόδημα των τραπεζών δεν επαρκεί για την έκπτωση του φόρου που παρακρατήθηκε για τα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα τους, το πιστωτικό υπόλοιπο του παρακρατηθέντος φόρου δεν επιστρέφεται.

Η απόφαση αυτή φέρνει τα «πάνω κάτω» στις τράπεζες, καθώς μετά από γνωμοδοτήσεις δικηγορικών γραφείων είχαν αναγνωρίσει στους ισολογισμούς τους απαιτήσεις από τέτοια πιστωτικά υπόλοιπα. Στηριζόμενες σε αυτές τις νομικές γνωμοδοτήσεις – που είχαν ως βάση την υπ’ αριθμ. 3672/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών- οι ορκωτοί ελεγκτές των τραπεζών είχαν δεχθεί πως οι συγκεκριμένες απαιτήσεις είναι εύλογες.

Ωστόσο, η απόφαση του ΣτΕ αναίρεσε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθώς έκρινε ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του παρακρατηθέντος φόρου δεν επιστρέφεται, ανατρέποντας έτσι τις γνωμοδοτήσεις των νομικών συμβούλων των τραπεζών και δημιουργώντας σοβαρό πρόβλημα στους ορκωτούς ελεγκτές.

Με την τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή η κυβέρνηση επιλύεται το ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα, με τις προτεινόμενες διατάξεις αποσαφηνίζεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 2238/1994 (Α’ 151), ενόψει της πρόσφατης νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας ως προς την αυτοτελή φορολόγηση τόκων ομολόγων που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματα και αντιμετωπίζεται το ζήτημα.

Ειδικότερα, προβλέπεται ρητά ότι τα πιστωτικά υπόλοιπα που προέκυψαν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2009, 2011, 2012 και 2013 των πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά το μέρος που οφείλονται σε φόρο που παρακρατήθηκε δυνάμει των διατάξεων της παρ. 8 του όρθρου 12 του ν. 2238/1994 δεν επιστρέφονται κατά τη χρήση που προέκυψαν αλλά μπορούν να συμψηφιστούν, όταν προκύψει φόρος εισοδήματος και κατά το μέρος που ο φόρος επαρκεί για το σκοπό του συμψηφισμού αυτού και μέχρι ολοσχερούς συμψηφκιμού τους. Προκειμένου δε να αντιμετωπιστεί η περίπτωση όπου πιστωτικά υπόλοιπα επιστράφηκαν ήδη στις τράπεζες δυνάμει τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, ανεξάρτητα αν έχουν ήδη εκδοθεί αμετάκλητες αποφάσεις που απορρίπτουν την επιστροφή αυτή, προβλέπεται ρητά αναγνώριση της υποχρέωσης απόδοσής τους στο Ελληνικό Δημόσιο με την (δια ως άνω διαδικασία (όταν και στο μέτρο που υπάρξει φόρος εισοδήματος). Στη βάση αυτή, προβλέπεται ο κατά προτεραιότητα συμψηφισμός πιστωτικών ή επιστραφέντων ποσών φόρων προγενέστερου έτους έναντι αυτών μεταγενέστερου.

Η διάταξη δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις όπου η επιστροφή πιστωτικών υπολοίπων πραγματοποιήθηκε δυνάμει αμετάκλητων αποφάσεων, καθώς στην περίπτωση αυτή ισχύει το δεδικασμένο. Η δε παραγραφή των σχετικών αξιώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία θα υφίσταται οφειλόμενος φόρος εισοδήματος προς συμψηφισμό κατά τα ανωτέρω και θα αφορά το εκάστοτε δυνάμενο να συμψηφισθεί με τον φόρο ποσό.

Προκειμένου να αποφευχθεί ερμηνευτικά ζήτημα εφαρμογής της νομολογίας του ΣτΕ και στις διατάξεις του ν. 4046/2012 (Α’28), οι οποίες προβλέπουν τον πενταετή συμψηφισμό χωρίς να καθορίζουν ρητά τη δυνατότητα επιστροφής ή όχι των τυχόν πιστωτικών υπολοίπων, κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί μεγαλύτερος χρόνος συμψηφισμού ειδικά για τα πιστωτικά υπόλοιπα που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 4046/2012 (δηλαδή των οικονομικών ετών 2011, 2012 και 2013 – φορολογικό έτη 2010, 2011 και 2012, για τα οποία δεν υφίσταται νομολογία του ΣτΕ ) ορίζοντας ότι ειδικά για την συγκεκριμένη κατηγορία, ο συμψηφισμός επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί ισόποσα εντός δέκα ετών με κάθε είδους φορολογικές υποχρεώσεις.

Η εφαρμογή της ρύθμισης ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου 2020 προκειμένου να μην επέλθουν δημοσιονομικές επιπτώσεις στο τρέχον έτος. Η δε προθεσμία των δέκα ετών είναι αποκλειστική και η ρύθμιση καταλαμβάνει κάθε εκκρεμή υπόθεση είτε αυτή βρίσκεται στη φορολογική διοίκηση είτε ενώπιον της δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει την τροπολογία από τις προτεινόμενες διατάξεις επέρχεται, επί του κρατικού προϋπολογισμού, απώλεια φορολογικών εσόδων ύψους 30 εκατ. ευρώ περίπου, ετησίως και για δέκα χρόνια, αρχής γενομένης από το έτος 2020. Δηλαδή το συνολικό όφελός για τις τράπεζες θα είναι 300 εκατ. ευρώ.

 

insider.gr

Σχετικά Νέα