Το μήνυμα της ΕΕ για δημοσιονομική προσαρμογή και η στρατηγική του ΥΠΟΙΚ

Εν μέσω του νέου κύματος ανατιμήσεων σε βασικά αγαθά, των αυξανόμενων πληθωριστικών πιέσεων αλλά και του ενεργειακού κόστους που δεν φανερώνει τάσεις αποκλιμάκωσης και σαρώνει την Ευρώπη, θα περίμενε κανείς ότι οι Βρυξέλλες θα παρέτειναν τη δημοσιονομική «περίοδο χάριτος» προς τις χώρες που δοκιμάζονται από την πολυεπίπεδη κρίση. Αντιθέτως η κεντρική στρατηγική που υιοθετεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και τη μεταδίδει ως μήνυμα-εντολή προς τις χώρες μέλη, είναι ο περιορισμός των δαπανών που αφορούν τα μέτρα στήριξης και τις παρεμβάσεις προς τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Για να είμαστε ειλικρινείς, ουδείς πρέπει να πέφτει από τα σύννεφα για το «πόρισμα» και τα συμπεράσματα που λειτουργούν εν ίδει εντολής προς τις χώρες, που εξήχθησαν κατά το πρόσφατο Eurogroup. Άπαντες γνώριζαν, προφανώς και το ελληνικό οικονομικό επιτελείο, ότι το 2022 αποτελεί χρονιά δημοσιονομικής προσαρμογής, κάτι που συνεπάγεται προσπάθεια για περαιτέρω περιορισμό των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους-που εκτοξεύθηκαν κατά τα χρόνια της πανδημίας, και «φειδώ» στη λήψη πρόσθετων μέτρων ενίσχυσης. Στον προϋπολογισμό του 2022, άλλωστε, καταγράφεται εμφανώς η τάση για αισθητό περιορισμό των δαπανών που αφορούν παρεμβάσεις στήριξης, κυρίως σ’ ό,τι αφορά την αθρόα «χρηματοδότηση» πληγεισών επιχειρήσεων. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν συνιστάται ολική και οριστική παύση των μέτρων στήριξης, αλλά λαμβάνει τέλος η «θεώρηση» περί λήψης οριζόντιων μέτρων, που θα κάλυπταν μια ευρεία γκάμα, κυρίως επιχειρήσεων, αλλά και εργαζομένων.

Αυτό που επισφραγίστηκε κατά το πρόσφατο Eurogroup είναι ότι εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο, αυτή των στοχευμένων μέτρων, με λελογισμένο δημοσιονομικό κόστος, που θα αφορούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Αυτός είναι ο γενικός κανόνας που προτάσσει τη δημοσιονομική προσαρμογή ως βασική προτεραιότητα για το 2022. Κάθε χώρα, όμως, έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, που προκύπτουν από τα δημοσιονομικά της μεγέθη, αλλά και από την εξέλιξη της πολυεπίπεδης κρίσης. Το ελληνικό οικονομικό επιτελείο επιχειρεί να προσαρμόσει τη στρατηγική του, με βάση τα δημοσιονομικά δεδομένα αλλά και την ανάγκη για ενίσχυση νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στο «κύμα» ανατιμήσεων, το ενεργειακό κόστος, συν την πανδημία.

Η εξίσωση είναι αρκετά δύσκολη. Από τη μία πλευρά το πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο παρά το γεγονός ότι μειώθηκε σημαντικά κατά το 2021, περί τα 2 δισ. ευρώ, εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό (10,985 δισ.ευρώ), ενώ και το δημόσιο χρέος παραμένει στην… κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν οι «μαύρες» εκτιμήσεις για περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού τους επόμενους μήνες και η διατήρηση των υψηλών ενεργειακών τιμών, σε συνδυασμό, βεβαίως, με την πανδημία, που οξύνουν το γενικότερο πρόβλημα.

Με δεδομένο πλέον ότι η λήψη οριζόντιων μέτρων, με μοναδική εξαίρεση αυτά που αφορούν την αναχαίτιση της ενεργειακής ακρίβειας, δεν υπάρχει πάνω στο «τραπέζι» αποφάσεων του ΥΠΟΙΚ, η στόχευση για πρόσθετες παρεμβάσεις γίνεται για κοινωνικές ομάδες και επιχειρήσεις, που τοποθετούνται στην κορωνίδα της άμεσης ανάγκης. Όπως για παράδειγμα τη δεδομένη στιγμή για τις επιχειρήσεις εστίασης, ψυχαγωγίας, ξενοδοχειακής φύσης και άλλες που πλήττονται από τα περιοριστικά μέτρα.

Στη στρατηγική του ΥΠΟΙΚ εντάσσεται η επίσπευση της διπλής αύξηση του κατώτατου μισθού τον Μάιο, προς ενίσχυση των εισοδημάτων, όπως και η εφαρμογή του «μοντέλου» αναστολών και χρονικών σε μια σειρά από φορολογικές υποχρεώσεις, με στόχο να προσφέρει βαθιά ανάσα στους φορολογούμενους (μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρηματίες). Ως γνωστόν, έχουν ήδη δοθεί χρονικές παρατάσεις για την επιστρεπτέα προκαταβολή για τις πάγιες δαπάνες, ζητήματα που απασχολούν χιλιάδες επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες.


Ακολουθήστε το The Indicator στο Google news

Σχετικά Νέα