Τι αλλάζει στη στήριξη των επιχειρήσεων; Ποιες οι σκέψεις των Βρυξελλών

Ένα από τα μεγάλα διακυβεύματα της κρίσης που έχει δημιουργήσει η πανδημία του κορωνοϊού και τα επακόλουθα lockdown, είναι η πραγματική οικονομία. Χιλιάδες επιχειρήσεις «στενάζουν», βρίσκονται σε δεινή κατάσταση και αναμένουν χείρα βοηθείας από το επίσημο κράτος. Κουβέντα διαρκείας και ατέρμονες συζητήσεις έχουν γίνει αναφορικά με το πώς θα «σωθούν» οι επιχειρήσεις και θα ενισχυθεί ουσιαστικά η πραγματική οικονομία.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Η διαβούλευση περνάει πάλι από το υψηλότερο επίπεδο, το ευρωπαϊκό και δη αυτό του Eurogroup, το οποίο θα κληθεί να αποφασίσει για τη στρατηγική, στο μείζον θέμα της ενίσχυσης των επιχειρήσεων. Η τάση που επικρατεί και αναμένεται να γίνει «νόμος»-δέσμευση για τις χώρες τις Ευρωζώνης, είναι πως εγκαταλείπεται η λογική της γενικής παροχής ρευστότητας προς όλες τις επιχειρήσεις και υιοθετείται το δόγμα των στοχευμένων μέτρων ενίσχυσης σε εταιρείες βιώσιμες, που διαθέτουν τα εχέγγυα να αντέξουν την κρίση.

Όλα συνηγορούν ότι τα οριζόντια μέτρα ενίσχυσης και ρευστότητας, θα κοπούν άπαξ δια παντός από την Ε.Ε., η οποία εισάγει τη «λογική» των επιλεγμένων δράσεων προς συγκεκριμένες επιχειρήσεις, οι οποίες θα πληρούν τις προϋποθέσεις. Πρόκειται αναμφίβολα για μια τολμηρή επιλογή εκ μέρους των Βρυξελλών, που είναι διανθισμένη με όρους πολιτικού ρεαλισμού και αντιμετωπίζει την ισχύουσα κατάσταση χωρίς υπεκφυγές και ουτοπιστική διάθεση. Άλλωστε, μάλλον ουτοπία είναι η όποια σκέψη περί σωτηρίας της μεγάλης πλειοψηφίας των επιχειρήσεων, εν καιρώ πανδημίας και αλλεπάλληλων lockdown.

Ευλόγως, ωστόσο, τίθενται συγκεκριμένα ερωτήματα αναφορικά με την εν λόγω επιλογή και κυρίως την εφαρμογή της. Μεγάλης σημασίας είναι ο τρόπος επιλογής των εταιρειών που θα ενισχύονται και αυτών που θα μείνουν εκτός νυμφώνος. Ο καθορισμός των κριτηρίων, προϋποθέσεων που θα διέπουν το πλαίσιο επιλογής, είναι εξόχως σημαντικός, ενώ καίριας σημασίας είναι και τι θα απογίνουν οι εταιρείες που θα μείνουν εκτός βοήθειας. Η μία εναλλακτική… πορεία είναι η πτωχευτική διαδικασία, που πρέπει να γίνεται, ωστόσο, με διαδικασίες fast track και η άλλη αφορά το πλαίσιο της δεύτερης ευκαιρίας, που θα έρθει και στη χώρα μας το 2021.

Οι εκτιμήσεις της Κομισιόν για την Ελλάδα δεν προκάλεσαν έκπληξη…

Σε κάθε περίπτωση η ενίσχυση του επιχειρείν και η αντιμετώπιση της ανεργίας που τείνει να πάρει εκ νέου μεγάλες διαστάσεις, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελούν τα μεγάλα στοιχήματα για την ευρωπαϊκή κοινότητα, μαζί, βεβαίως, με το αμιγώς υγειονομικό κομμάτι. Στη χώρα μας, οι τελευταίες εκτιμήσεις της Κομισιόν (χειμερινές προβλέψεις), δεν μας έκαναν σοφότερους, ούτε προκάλεσαν κάποια ιδιαίτερη έκπληξη, για όσους τουλάχιστον παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τα οικονομικά πεπραγμένα. Αυτό που ουσιαστικά επιβεβαιώνεται, είναι πως πλέον, το 2021, δύσκολα θα αποτελέσει τη χρονιά ανάκαμψης, αλλά θα είναι μια μεταβατική περίοδος, κατά την οποία η χώρα θα επιχειρήσει να μετριάσει τις ζημιές από την πανδημία του κορωνοϊού και τα lockdown. Ακόμη κι αν κάποιος προσθέσει στο εγχώριο οικονομικό ταμείο, τα πρώτα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία είναι να λάβει η Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης εντός των επόμενων μηνών, δύσκολα θα μεταλλαχθεί η βασική «εικόνα» της ελληνικής οικονομίας, που έχει φυσικά άμεσο αντίκτυπο και στην πορεία των επιχειρήσεων, μικρών, μικρομεσαίων και μεγάλων.

Η κατάσταση, μάλιστα, σε επίπεδο οικονομίας και αναφορικά με το «επιχειρείν», δύναται να γίνει πιο δυσχερής, όσο οι εμβολιασμοί του γενικού πληθυσμού καθυστερούν και η χώρα είναι εγκλωβισμένη στη λογική των lockdown, κλείνοντας και ανοίγοντας την αγορά, χωρίς όμως, κατεύθυνση και στρατηγική.

Η αναγκαιότητα ύπαρξης συγκεκριμένου σχεδίου, που θα ορίζει το πλαίσιο επιστροφής στην κανονικότητα και των δράσεων που θα το διέπουν, είναι επιβεβλημένη. Πόσω δε μάλλον για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία δεν έχει την πολυτέλεια να απολέσει την καλοκαιρινή σεζόν στον τουρισμό. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ηχηρό ράπισμα στην ελληνική οικονομία και θα μείωνε σημαντικά τις προσδοκίες για επιστροφή σε ρυθμούς ανάκαμψης, που ούτως ή άλλως, με τα τωρινά δεδομένα, έχουν «μετακυλίσει» χρονικά για το 2022.

Σχετικά Νέα