Θολό τοπίο σε Κυπριακό και Ανατολική Μεσόγειο

Προβληματισμός επικρατεί στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας για τις εξελίξεις στο Κυπριακό και το μέλλον των ειρηνευτικών αποστολών του ΟΗΕ στη Μεγαλόνησο και τη Ανατολική Μεσόγειο, καθώς προαναγγέλλονται σημαντικές εξελίξεις τους θερινούς μήνες. Το κοινό συμπέρασμα των συνομιλιών, στη Λευκωσία, του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Κατρούγκαλου στα τέλη Μαρτίου και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη προ εβδομάδος είναι ότι ο διεθνής παράγοντας ευνοεί την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών στα τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου.

Πρόκειται για τη χρονική περίοδο που εδώ και καιρό προτιμούσε η Άγκυρα, χωρίς προπαρασκευαστική φάση για τα θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων, όπως επιθυμούσαν η ελλαδική και η κυπριακή ηγεσία. Επίσης τον Ιούλιο, κατά την προγραμματισμένη ανανέωση της εντολής του Συμβουλίου Ασφαλείας προς την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, θα έχουν ωριμάσει οι αποφάσεις της Γραμματείας του ΟΗΕ και της Ουάσινγκτον (ως κύριας χρηματοδότριας) για την αλλαγή περιεχομένου και τον περιορισμό μεγέθους και δαπανών όλων των παρόμοιων αποστολών διεθνώς.

Το πρόσθετο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η Αθήνα έχει βολιδοσκοπήσει την Ουάσινγκτον για το ενδεχόμενο εκδήλωσης, πρώτη φορά έπειτα από αρκετά χρόνια, κάποιας αμερικανικής πρωτοβουλίας «διευκόλυνσης» των προπαρασκευαστικών συνομιλιών στην Κύπρο. Η ελληνική διπλωματία δεν εννοεί τον διορισμό ειδικού συντονιστή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αντιγράφοντας το μοντέλο της περιόδου 1981-2007 (διαδοχικοί συντονιστές οι Ρ. Μπαρτόλομιου, Κάβανο και Μίλερ), ούτε το μοντέλο Κλίντον με τους ειδικούς προεδρικούς απεσταλμένους του 1997-2000 (Χόλμπρουκ και Μόουζες).

Η Αθήνα σίγουρα θα ήταν ικανοποιημένη με την άσκηση αμερικανικής πίεσης προς την Άγκυρα για την ταχεία εξέταση των πτυχών ασφάλειας και εγγυήσεων, πριν από τον διάλογο για άλλα κεφάλαια του Κυπριακού. Άλλωστε δεν διαφαίνεται εναλλακτική (πέραν των ΗΠΑ) διέξοδος βραχυπρόθεσμα, καθώς οι προτάσεις συζήτησης για θέματα ασφάλειας από τον πρωθυπουργό Τσίπρα προς τον πρόεδρο Ερντογάν, στις 5 Φεβρουαρίου, και από τον Κατρούγκαλο προς τον ομόλογό του Τσαβούσογλου, στις 13 και 21 Μαρτίου, δεν εισακούστηκαν. Παρόμοια ήταν η έκβαση του διαλόγου σε επίπεδο γενικών γραμματέων υπουργείων Εξωτερικών στις 12 Απριλίου, αν και οι υπηρεσιακοί παράγοντες βρήκαν ορισμένα σημεία συνεννόησης.

Ταυτόχρονα, ερωτήματα υπάρχουν στο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών για τη στάση του -επιρρεπούς σε αιφνιδιασμούς της ελληνικής κυβέρνησης- Κύπριου προέδρου Αναστασιάδη. Όπως και το 2016-17, ο Αναστασιάδης δεν απορρίπτει το ενδεχόμενο σύγκλησης τετραμερούς -ή παρόμοιας- διάσκεψης, στην οποία είναι αντίθετη, με πλήθος επιχειρημάτων, η ελληνική διπλωματία.

Ο Αναστασιάδης ενημέρωσε και τον Μητσοτάκη, ο οποίος  εξέφρασε, αναγκαστικά, «αμέριστη εμπιστοσύνη και στήριξη στις πρωτοβουλίες του (Κύπριου προέδρου)». Ας σημειωθεί ότι είχε ανεχθεί την προκλητικότατη δημόσια στήριξη του Κύπριου Προέδρου προς τον Τσίπρα για τη Συμφωνία των Πρεσπών και την υπονόμευση των θέσεων της ΝΔ στα τέλη Ιανουαρίου.

Πέραν της στάσης του έναντι των Τσίπρα και Μητσοτάκη, ενδεικτικές της έλλειψης μέτρου του Ν. Αναστασιάδη είναι οι πληροφορίες ότι, εν όψει της συμμετοχής του στο προ μηνός ετήσιο συνέδριο του αμερικανοϊσραηλινού φορέα AIPAC στην Ουάσινγκτον, υπέβαλε αίτημα συνάντησης με τον πρόεδρο Τραμπ μόλις δύο τρεις εβδομάδες νωρίτερα, ενώ είναι πασίγνωστο ότι παρόμοια «ραντεβού» απαιτούν προετοιμασία πολλών μηνών! Το αίτημα απορρίφθηκε και, κατόπιν αυτού, ο Αναστασιάδης δεν συμμετείχε ούτε στο συνέδριο του AIPAC παρά την αμέριστη στήριξη του εβραϊκού λόμπι προς την Κύπρο από το 2013.

Παράλληλα, ανησυχία εκφράζεται στην Αθήνα και για τις επιπτώσεις του περιορισμού της αποστολής της UNFIL, της χερσαίας και θαλάσσιας δύναμης του ΟΗΕ στον Λίβανο. Εν όψει μεταβολής της εντολής του Συμβουλίου Ασφαλείας προς την UNFIL τον Αύγουστο, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Αποστολάκης μετέφερε πρόσφατα, σε στενό συνεργάτη του γ.γ. του ΟΗΕ Αντ. Γκουτέρες, το ελληνικό ενδιαφέρον για συνέχιση της συνεισφοράς του Πολεμικού Ναυτικού.

Η Αθήνα ζητεί μάλιστα την ανάληψη της διοίκησης της Maritime Task Force (των ναυτικών δυνάμεων της UNFIL) σε μία περίοδο που, αφενός ο ΟΗΕ επιθυμεί τον περιορισμό των δαπανών, αφετέρου η Ρωσία και η Τουρκία (καθεμιά για διαφορετικούς λόγους) προτιμούν την απομάκρυνση τρίτων από τη Ανατολική Μεσόγειο.

slpress.gr

Σχετικά Νέα