Τ. Καραγιάννη: «Όσο γρηγορότερα συμβεί πολιτική αλλαγή, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το όφελος για τον λαό μας»

«Η κυβέρνηση πέραν της διαχειριστικής ανικανότητας, επέδειξε πολλές φορές ατολμία ή ακόμα και πολιτική ανεντιμότητα», σχολίασε η Τ. Καραγιάννη, αν. εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ σε συνέντευξή της

Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση ασκεί η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία, Τάνια Καραγιάννη, μέσω του Bigpost.gr.

«Το γεγονός, ότι η κυβέρνηση πέραν της διαχειριστικής ανικανότητας, επέδειξε πολλές φορές ατολμία ή ακόμα και πολιτική ανεντιμότητα, μετρώντας περισσότερο το πολιτικό κόστος από την αξία της ανθρώπινης ζωής, είναι εγκληματικό» τονίζει μεταξύ άλλων, και κάνει λόγο για σημαντική «έλλειψη προετοιμασίας».

Μιλάει για τις εσωκομματικές εξελίξεις, απαντά στο ερώτημα για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί εκλογές μέσα στο 2021, σχολιάζει τις δημοσκοπήσεις και τονίζει πως η αξιωματική αντιπολίτευση «θα συνεχίσει να κρατά υπεύθυνη στάση στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής».

Στην ερώτηση τι διαφορετικό θα έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ στη διαχείριση της πανδημίας, η Τάνια Καραγιάννη απάντησε:

«Να δεχτούμε κατ’ αρχάς κε Κυμπιζή ότι πράγματι η πανδημία ειδικά στην αρχή της ήταν μια πρωτόγνωρη και αχαρτογράφητη κατάσταση για όλους. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για τις παλινωδίες, τα λάθη ή τις παραλείψεις οποιασδήποτε κυβέρνησης, ειδικά όταν μιλάμε για την κυβέρνηση μίας χώρας που είχε την «τύχη» να έρθει αντιμέτωπη με την πανδημία αργότερα από άλλες, ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο και συνεπώς μπορούσε να εκτιμήσει το βάθος και το μέγεθος της κρίσης. Οφείλουμε λοιπόν να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ -ιδίως μετά το πρώτο lockdown- είχε χρόνο υπερεπαρκή για να σχεδιάσει, να προετοιμάσει και να πάρει κατάλληλα μέτρα για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων από την πανδημία. Δυστυχώς δεν το έκανε!

Η αποτυχία της τακτικής που ακολούθησε, καταγράφεται στον τραγικό απολογισμό σε ανθρώπινες ζωές μέσα σε διάστημα μόλις δύο μηνών στο τέλος του προηγούμενου έτους, ενώ η έλλειψη προετοιμασίας του ΕΣΥ καθομολογείται από τους ίδιους τους νοσοκομειακούς γιατρούς, οι οποίοι έχουν καταγγείλει με τον πλέον σαφή και κατηγορηματικό τρόπο ότι η κυβέρνηση αγνόησε τις προειδοποιήσεις τους ήδη από τον Φεβρουάριο, αλλά και τα αιτήματά τους για ενίσχυση των νοσοκομείων με προσωπικό και υλικοτεχνικό εξοπλισμό.

Επιπλέον, είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς αυτή η κυβέρνηση, την ώρα που χάνονται ανθρώπινες ζωές, επιμένει να παρέχει πλήρη ασυλία στις ιδιωτικές κλινικές, τις οποίες απέφυγε με κάθε τρόπο και κάθε πρόσχημα να εντάξει στην μάχη απέναντι στην πανδημία, προτιμώντας αντ’ αυτού να μετακινεί γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό από το ένα δημόσιο νοσοκομείο στο άλλο ανά την Επικράτεια. Αδιανόητο είναι ακόμα, το γιατί δεν προχώρησε στην συνταγογράφηση των διαγνωστικών τεστ, προκειμένου να έχουν όλοι οι πολίτες πρόσβαση σε αυτά και να είναι ευκολότερος ο έλεγχος της διασποράς, όπως επίσης και τα τραγικά λάθη στα ζητήματα καταγραφής κρουσμάτων, με την ύπαρξη διπλών συστημάτων καταγραφής ή ακόμα και μεγάλων καθυστερήσεων στην ενσωμάτωση των στοιχείων σε αυτά, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται ακόμα και η δυνατότητα της επιτροπής των λοιμωξιολόγων να καταλήγουν έγκαιρα σε σωστά συμπεράσματα για την εξέλιξη της πανδημίας ανά Περιφέρεια. Το γεγονός, δε, ότι αυτή η κυβέρνηση πέραν της διαχειριστικής ανικανότητας, επέδειξε πολλές φορές ατολμία ή ακόμα και πολιτική ανεντιμότητα, μετρώντας περισσότερο το πολιτικό κόστος από την αξία της ανθρώπινης ζωής, είναι εγκληματικό, ενώ η αδυναμία της να αναλάβει έστω την ευθύνη της θεμελιώνει σοβαρές ανησυχίες και για το αύριο.

Όλα αυτά, λοιπόν, θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν την χώρα δεν κυβερνούσε μια συντηρητική παράταξη που στον πυρήνα της λογικής της έχει τα συμφέροντα των ισχυρών και των αγορών και όχι τον άνθρωπο και τις ανάγκες του».

Στην συνέχεια, ερωτήθηκε: «Πριν λίγες μέρες έγινε πολύ κουβέντα για το απόσπασμα όπου ο Παύλος Πολάκης παραδεχόταν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν ενίσχυσε όσο θα έπρεπε τη μεσαία τάξη… Ήταν θεωρείτε λάθος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αυτό;», γεγονός για το οποίο ανέφερε:

«Από τη μια πλευρά, η δυσαρέσκεια της μεσαίας τάξης από την οικονομική πολιτική που ακολούθησε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, διά των αρμόδιων υπουργείων, είναι ένα γεγονός καταγεγραμμένο, που εκφράστηκε εκλογικά. Δεν νομίζω ότι μπορεί να την αμφισβητήσει κανείς.

Από την άλλη, όμως, πλευρά θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εκείνη την περίοδο η χώρα έφερε το βαρύ φορτίο των πολιτικών επιλογών των προηγούμενων κυβερνήσεων. Εκείνων που πραγματικά ευθύνονται για τη δραματική κατάσταση που είχε περιέλθει η χώρα πριν την ένταξή της στα Μνημόνια, αλλά και εκείνων που κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων ετών της μνημονιακής περιόδου ανέλαβαν ασφυκτικές δεσμεύσεις έναντι των «δανειστών». Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πήρε εντολή να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, υπό το βάρος αυτών των δεσμεύσεων και δημοσιονομικών περιορισμών, που πράγματι την ανάγκασαν σε κάποιες περιπτώσεις να εφαρμόσει πολιτικές που δυσαρέστησαν τους φυσικούς κοινωνικούς συμμάχους της προοδευτικής παράταξης. Κατάφερε, όμως, να βγάλει τη χώρα από τον ασφυκτικό κλοιό των μνημονίων και ταυτόχρονα να βελτιώσει το επίπεδο διαβίωσης των χαμηλών και μεσαίων εισοδηματικών τάξεων, οι οποίες ως τότε είχαν δεχτεί αλλεπάλληλα πλήγματα. Ας θυμηθούμε τις διαδοχικές μειώσεις συντάξεων την περίοδο 2010 – 2015, την εντονότατη επίθεση που δέχτηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι σε αυτές, τα εκατοντάδες χιλιάδες «λουκέτα» μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, την αύξηση της ανεργίας σε δυσθεώρητα επίπεδα κ.ο.κ.

Αν πραγματικά, λοιπόν, θέλει κανείς να είναι αντικειμενικός, οφείλει να παραδεχτεί ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην πέτυχε μεν όλα όσα υποσχέθηκε μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια, κατάφερε όμως να διορθώσει πολλά από τα κακώς κείμενα της προηγούμενης περιόδου και ταυτόχρονα να θέσει τις βάσεις για μία πολύ καλύτερη επόμενη τετραετία».

Στην ερώτηση σχετικά με τις εσωκομματικές εξελίξεις «ανησυχείτε για το ενδεχόμενο να δώσετε στον κόσμο την εντύπωση ότι ασχολείστε περισσότερο με τα εσωτερικά του κόμματος, παρά με τα προβλήματα της κοινωνίας;», η αν. εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, δήλωσε:

«Είναι αλήθεια ότι όταν οι διαφωνίες μεταξύ επωνύμων στελεχών οποιουδήποτε πολιτικού φορέα, ακόμα κι αν αυτές εκφράζονται στα πλαίσια του εσωκομματικού διαλόγου, βλέπουν το φως της δημοσιότητας, δίνουν πολλές φορές την αίσθηση ύπαρξης ανταγωνισμών ή διευθετήσεων σε επίπεδο ομάδων επιρροής.

Παρ’ όλα αυτά, εκτιμώ πως όλοι αποδεχόμαστε ότι η ύπαρξη διαφοροποιήσεων επί των απόψεων, των ιδεών και των πολιτικών θέσεων μέσα σε έναν πολιτικό φορέα είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό και η έκφρασή τους ως αντικείμενο πολιτικής διαδικασίας είναι όχι απλώς θεμιτή, αλλά και γόνιμη.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που προέχει είναι η πολιτική ενότητα, η συσπείρωση γύρω από τις αποφάσεις των οργάνων του κόμματος και η συμπόρευση στη βάση κοινών αρχών και πολιτικού σχεδίου, διότι είναι ευθύνη και υποχρέωση όλων μας να σταθούμε αντάξιοι των προσδοκιών του προοδευτικού κόσμου. Εγγυητής, δε, αυτής της προοπτικής είναι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία Αλέξης Τσίπρας, μέσα από την απόλυτα θεσμική του λειτουργία και τον σεβασμό των αποφάσεων των οργάνων του κόμματος»

Στο ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιθυμούσε πρόωρες εκλογές μέσα στο 2021, η Τάνια Καραγιάννη επεσήμανε:

«Οι έως σήμερα πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχουν δείξει ότι η παραμονή της στο «τιμόνι» οδηγεί τη χώρα με μαθηματική ακρίβεια στην οδυνηρή -για τον ελληνικό λαό- περιπέτεια της περασμένης δεκαετίας.

Όχι μόνο εξαιτίας της διαχειριστικής της ανικανότητας, αλλά και κυρίως εξαιτίας του πολιτικού της σχεδίου, στον πυρήνα του οποίου βρίσκονται σταθερά η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας και η μείωση των εισοδημάτων των εργαζόμενων, η υφαρπαγή των περιουσιακών στοιχείων των πολιτών μέσα από τον νέο Πτωχευτικό Νόμο και την άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, η μαζική εκκαθάριση των ΜμΕ οι οποίες στο σχέδιο Πισσαρίδη ούτε λίγο ούτε πολύ στοχοποιούνται ως υπεύθυνες για τον χαμηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας της ελληνικής Οικονομίας, Και βεβαίως η ιδιωτικοποίηση μιας σειράς υπηρεσιών του Δημοσίου και του Κοινωνικού Κράτους, όπως στην Υγεία με την συστηματική απαξίωση του ΕΣΥ, στην Παιδεία με την εξίσωση των πτυχίων Πανεπιστημίων και Κολεγίων, στην Κοινωνική Ασφάλιση με την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης.

Συνεπώς, η χώρα έχει ανάγκη από ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο και μία κυβέρνηση που θα θέλει και θα μπορεί να το υπηρετήσει. Μια προοδευτική κυβέρνηση, η οποία θα προτάξει ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα τους χωράει όλους, χωρίς να απειλεί κοινωνικά δικαιώματα και κατακτήσεις.

Όσο γρηγορότερα συμβεί τόσο μεγαλύτερο θα είναι το όφελος για τον λαό μας».

Ύστερα, η Τ. Καραγιάννη κλήθηκε να σχολιάσει «τη μεγάλη δημοσκοπική διαφορά που φαίνεται να έχει η ΝΔ στην πρόθεση ψήφου», σχολιάζοντας:

«Η καλύτερη και η πιο γνήσια δημοσκόπηση είναι η έκφραση του λαού στην κάλπη. Εκεί η Συμπολίτευση θα κριθεί και θα λογοδοτήσει για τα λάθη, τις παραλείψεις και την αποτυχία των πολιτικών της επιλογών, καθώς ο ελληνικός λαός θα κληθεί να επιλέξει ανάμεσα στα αδιέξοδα και την κοινωνική παρακμή που έχουν επιβάλλει οι νεοφιλελεύθερες επιλογές της Κυβέρνησης Μητσοτάκη και στην εναλλακτική πολιτική πρόταση προοδευτικής διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία, που είναι προϊόν κοινωνικού διαλόγου».

Τέλος, τοποθετήθηκε στο ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας και στο πώς θα συμβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ στην ενίσχυση της εθνικής θέσης, τονίζοντας:

«Ξέρετε κε Κυμπιζή, η ενίσχυση της εθνικής θέσης από οποιονδήποτε πολιτικό φορέα προϋποθέτει κατ’ αρχάς τον σεβασμό της εθνικής θέσης. Δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία που απέκλινε οποτεδήποτε από την εθνική θέση. Αυτό το έπραξε επανειλημμένως ο σημερινός Πρωθυπουργός αναφερόμενος σε «θαλάσσιες ζώνες» γενικά, ορισμός που περιλαμβάνει όχι μόνον ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα αλλά και τα χωρικά ύδατα, την αιγιαλίτιδα ζώνη. Και βέβαια αντιλαμβάνεστε ότι τέτοιου είδους λεκτικές ακροβασίες ειδικά εν όψει διερευνητικών επαφών έχουν τη δική τους σημασία.

Πάντως να είστε βέβαιος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία θα συνεχίσει να κρατά υπεύθυνη στάση στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Κι αυτό σημαίνει ότι κριτική που ασκούμε στην Κυβέρνηση έχει ως μοναδικό γνώμονα το τι είναι εθνικά ωφέλιμο και όχι τι είναι κομματικά ωφέλιμο, όπως έκανε η ΝΔ στο πρόσφατο παρελθόν. Όλοι θυμόμαστε τις αντιδράσεις των στελεχών της ΝΔ όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ως Κυβέρνηση πέτυχε την συμφωνία των Πρεσπών, όταν προανήγγειλε νομοσχέδιο για την επέκταση χωρικών υδάτων στο Ιόνιο ή πολύ πρόσφατα όταν μίλησε για την ανάγκη επέκτασης των χωρικών υδάτων νοτίως και ανατολικά της Κρήτης στα 12 ν.μ. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις η ΝΔ αναγκάστηκε τελικά να αναδιπλωθεί ή ακόμα και να προσχωρήσει -ολικώς ή μερικώς- στις στρατηγικές αυτές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία, επιβεβαιώνοντας στην ουσία την ορθότητά τους.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τόνισε ο Αλέξης Τσίπρας στη σχετική συζήτηση στη Βουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία στηρίζει την επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, με την προοπτική να επιτευχθεί έντιμη συμφωνία στη βάση του διεθνούς δικαίου είτε διμερώς είτε με προσφυγή στη Χάγη. Η Ελλάδα, όμως, πρέπει να είναι κάθετη απέναντι σε οποιαδήποτε συζήτηση για δήθεν γκρίζες ζώνες ή για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας, όπως επίσης και απέναντι σε πιέσεις τρίτων για ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Πεποίθησή μας είναι ότι η λύση περνάει μέσα από τον διάλογο, αρκεί να διασφαλίζεται ότι αυτός δεν γίνεται σε κενό στρατηγικής, ότι δεν γίνεται στο σκοτάδι ή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλιστεί ότι η άλλη πλευρά δεν θα μπορεί να επιστρέψει ανά πάσα στιγμή στην πρακτική των απειλών και των εκβιασμών».

Σχετικά Νέα