Συγκρατημένη αισιοδοξία για την ελληνική οικονομία από την HSBC

«Μισογεμάτο» βλέπει το ποτήρι για την Ελλάδα η HSBC, μετά το ταξίδι της αντιπροσωπείας της στη χώρα μας, όπου συναντήθηκε με την κυβέρνηση, την αξιωματική αντιπολίτευση, τους τραπεζίτες, εκπροσώπους των θεσμών και αξιωματούχους από τον ΟΔΔΗΧ, το ΤΧΣ και το ΤΑΙΠΕΔ. Οπως επισημαίνει, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν βασική πηγή ανησυχίας, ενώ, παρά την ανάκαμψη της οικονομίας, η απουσία επενδύσεων αποτελεί μεγάλο βαρίδι στην ανάπτυξη.

Η Ελλάδα μέχρι στιγμής δεν έχει επηρεαστεί από την επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης, ενώ η μεταμνημονιακή εποπτεία έχει κινηθεί ομαλά και, παρότι το Eurogroup δεν έδωσε το πράσινο φως για την εκταμίευση του 1 δισ. ευρώ λόγω της διαφωνίας για τον νέο νόμο Κατσέλη, και οι δύο πλευρές είναι θετικές για επίτευξη συμφωνίας έως το Eurogroup της 5ης Απριλίου. Οπως προειδοποιεί, το στοιχείο που λείπει από την ανάκαμψη μέχρι στιγμής είναι οι επενδύσεις, οι οποίες είναι κατά δύο τρίτα χαμηλότερα από τα προ της κρίσης επίπεδα. Η έλλειψη επενδύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει βαρίδι στην αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας, υπογραμμίζει.

Στους μεγαλύτερους κινδύνους για τη χώρα η HSBC τοποθετεί τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό λόγω των εκκρεμών δικαστικών αποφάσεων, τις επιπτώσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού, τις εξωτερικές ανισορροπίες καθώς και τις επικείμενες εκλογές, λόγω των προεκλογικών παροχών, που μπορεί να έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις.

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η Ελλάδα διαθέτει ένα «μαξιλάρι» ρευστότητας άνω των 40 δισ. ευρώ και, παρότι δεν υπάρχει σαφής στρατηγική για το τι θα γίνει με τμήμα αυτού του ποσού, ωστόσο θα μπορούσε να διατεθεί για την αποπληρωμή μέρους των δανείων του ΔΝΤ, τη μείωση των εκδόσεων εντόκων γραμματίων, την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών ή για τη δημιουργία «κακής τράπεζας» για να διευκολυνθεί η μείωση των NPLs. Η Ελλάδα, πάντως, θα μπορούσε να προχωρήσει σε νέα έξοδο στις αγορές, ώστε να πετύχει τον ετήσιο στόχο του ΟΔΔΗΧ.

Ενα θέμα το οποίο συζητήθηκε εκτενώς κατά τις συναντήσεις ήταν το όριο που έχει επιβάλλει η ΕΚΤ στις θέσεις που μπορούν να έχουν οι ελληνικές τράπεζες στα ελληνικά ομόλογα. Αυτό αποτελεί μεγάλη ανησυχία για τους επενδυτές, περιορίζοντας την ικανότητα των τραπεζών να ενεργούν στη δευτερογενή αγορά, μειώνοντας έτσι τη ρευστότητα. Πάντως, όπως τονίζεται, το ζήτημα αυτό είναι απίθανο να προχωρήσει άμεσα.

Οσον αφορά τις τράπεζες, συνεχίζουν να βελτιώνουν την ποιότητα του ενεργητικού τους, ενώ εμφανίζονται βέβαιες ότι μπορούν να επιτύχουν την εξυγίανση των ισολογισμών τους.

Τα μηνύματα όμως σχετικά με την ομαλοποίηση της εικόνας του κλάδου είναι μεικτά, με τους μετόχους να έχουν αποκλίνουσες απόψεις για την πιθανότητα, τη χρησιμότητα και τη χρονική στιγμή πιθανών λύσεων για όλο τον κλάδο, καθώς και για τη δομή και την αποτελεσματικότητα του συνολικού πλαισίου για την αντιμετώπιση των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.

Σχετικά Νέα