ΣτΕ: Πράσινο φως σε ΕΦΚΑ, κόκκινη κάρτα σε εισφορές

Κατά πλειοψηφία συνταγµατική έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας τη διάταξη του νόµου Κατρούγκαλου που προβλέπει την υπαγωγή όλων των εργαζοµένων στον ΕΦΚΑ, κρίνοντας ότι και οι δηµόσιοι υπάλληλοι πρέπει να ενταχθούν στον ενιαίο φορέα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στηριζόμενο στο άρθρο 22 του Συντάγµατος έκρινε ότι «ο θεσµός της κοινωνικής ασφάλισης δεν περιορίζεται στην ασφαλιστική κάλυψη µόνο των παρεχόντων εξαρτηµένη εργασία δυνάµει σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, αλλά και κάθε επαγγελµατική κατηγορία του ιδιωτικού τοµέα (όπως µισθωτοί, αυτοαπασχολούµενοι, ελεύθεροι επαγγελµατίες και αγρότες) που αντιµετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο απώλειας του εισοδήµατος από την εργασία ή το επάγγελµα λόγω γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου».

Όσον αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους, οι ανώτατοι δικαστές είπαν ότι «ναι µεν η ερµηνεία της διατάξεως αυτής δεν δύναται να διασταλεί σε βαθµό που να περιλαµβάνει στο πεδίο εφαρµογής της και τους δηµοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς λόγω της δηµοσίου δικαίου σχέσεως, υπό την οποία αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ωστόσο η αρχή του κοινωνικού κράτους δεν ανέχεται τη µη υπαγωγή των δηµοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως µε σκοπό την προστασία από τους κινδύνους γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας και θανάτου, όταν ο κοινός νοµοθέτης δεν τους παρέχει την προστασία αυτή µε άλλο τρόπο».

Μάλιστα, σύμφωνα µε την πλειοψηφία των δικαστών της Ολοµέλειας, επιβάλλεται από το Σύνταγμα η προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από από τους κινδύνους αυτούς µετά το πέρας της σχέσεως δηµοσίου δικαίου που τους συνδέει µε το ∆ηµόσιο, όπως επιβάλλει την προστασία των εργαζοµένων στον ιδιωτικό τοµέα από τους ίδιους κινδύνους, αφήνει δε ελεύθερο τον κοινό νοµοθέτη να επιλέξει τον τρόπο της προστασίας.

Εξετάζοντας το θέµα της υπαγωγής των µισθωτών, των αυτοαπασχολούµενων και των ελεύθερων επαγγελµατιών σε έναν φορέα κοινωνικής ασφάλισης, το ΣτΕ έκρινε ότι ο κοινός νοµοθέτης είναι ελεύθερος να επιλέγει το κατάλληλο, κατά την κρίση του, σύστηµα χρηµατοδοτήσεως των ασφαλιστικών παροχών (καθορισµένες εισφορές, καθορισµένες παροχές) και να παρέχει την κοινωνική ασφάλιση µε ιδιαίτερους κανόνες ανά κατηγορία απασχολήσεως (µισθωτοί, αυτοαπασχολούµενοι, ελεύθεροι επαγγελµατίες, αγρότες) από έναν ή περισσότερους ασφαλιστικούς φορείς ή από έναν ασφαλιστικό φορέα, «αδιαφόρως της φύσεως της απασχολήσεως των ασφαλισµένων και, δη, υπό ενιαίους κανόνες, εφόσον επιτυγχάνει τούτο µε όρους ισότητας, σύµφωνα µε τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγµατος».

Μάλιστα, σηµειώνει ότι ο έλεγχος της τήρησης της ισότητας από τον κοινωνικοασφαλιστικό νοµοθέτη «απαιτεί µεγαλύτερη ένταση στην περίπτωση ενιαίων κανόνων εισφορών και παροχών για µη οµοειδείς κατηγορίες ασφαλισµένων εντός του αυτού ασφαλιστικού φορέα, σε συνάρτηση και µε το σύστηµα χρηµατοδοτήσεως των ασφαλιστικών παροχών που επιλέχθηκε».

Ακόµη, οι ανώτατοι δικαστές σηµειώνουν ότι ο νοµοθέτης είναι ελεύθερος, επικαλούµενος την ανάγκη αναδιάρθρωσης του ασφαλιστικού συστήµατος, να συγχωνεύει ή να εντάσσει πλείονες ασφαλιστικούς φορείς µε διαφορετικό επίπεδο οικονοµικής ευρωστίας και βιωσιµότητας σε έναν υφιστάµενο ή σε έναν νέο ασφαλιστικό φορέα, «χωρίς τούτο να αντίκειται σε υπερνοµοθετικής ισχύος διατάξεις που προστατεύουν την περιουσία, καθ’ όσον η περιουσία οργανισµού κοινωνικής ασφαλίσεως, που αποτελεί νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου, δεν έχει αναγνωρισθεί σ’ αυτόν µε την έννοια της ατοµικής ιδιοκτησίας αλλά προς εξυπηρέτηση του δηµόσιου σκοπού για τον οποίο έχει συσταθεί ο οργανισµός, υπό την προϋπόθεση ότι από σχετικές επιστηµονικές µελέτες προκύπτει τόσο η βιωσιµότητα του συγχωνεύοντος ή του νέου φορέα όσο και η επάρκεια των παροχών του».

Το δικαστήριο σηµειώνει ωστόσο στο µακροσκελές σκεπτικό του για τις εισφορές ότι ο νοµοθέτης είναι µεν ελεύθερος να τις υπολογίζει µε βάση την εισφοροδοτική ικανότητα των εργαζοµένων -δηλαδή το εισόδηµά τους- και να τις καθορίζει σε επίπεδο που να διασφαλίζονται οι παροχές, «χωρίς όµως να πλήττει το κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου παραγόµενο εισόδηµα υπερµέτρως σε σχέση προς τον σκοπό της διασφαλίσεως εισοδήµατος µετά το πέρας του εργασιακού βίου».

Σύµφωνα µε τους ανώτατους δικαστές, το νέο σύστηµα ασφάλισης προβλέπει ότι ασφαλισµένοι οιασδήποτε κατηγορίας από τις υπαγόµενες στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα µε τις ίδιες συντάξιµες αποδοχές (για τις οποίες κατέβαλαν εισφορές) και τον ίδιο χρόνο ασφαλίσεως αποκτούν την ίδια ασφαλιστική παροχή (κύρια σύνταξη). Σε αυτήν τη χρηµατοδότηση οι µισθωτοί συµβάλλουν µε εισφορά 20% επί του εισοδήµατος που παράγουν. Οι µη µισθωτοί όµως την καταβάλλουν οι ίδιοι στο σύνολό της, ενώ οι µισθωτοί ασφαλισµένοι αποκτούν την ίδια παροχή έχοντας καταβάλει εισφορά 6,67% επί των αποδοχών τους από την εργασία τους, ενώ το υπόλοιπο (13,33%) βαρύνει τους εργοδότες τους. Συνεπώς, για το δικαστήριο όσοι δεν έχουν εργοδότη καταβάλλουν τριπλάσιο µέρος του εισοδήµατός τους ως αντιπαροχή για να έχουν πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση και την απόληψη της ίδιας παροχής σε σχέση µε τους µισθωτούς, γεγονός που κρίθηκε αντισυνταγµατικό.

Σχετικά Νέα