PwC: Η ασιατική οικονομία επωφελείται από την εμπορική ένταση ΗΠΑ – Κίνας

Η επιβολή δασμών από την Αμερικανική κυβέρνηση στην Κίνα έχει δημιουργήσει ήδη το αποτύπωμα της στο παγκόσμιο εμπόριο. Οι εισαγωγές από την Κίνα στις ΗΠΑυποχώρησαν κατά 15% το πρώτο τρίμηνο του 2019, σύμφωνα με τη μελέτη Global Economy Watch της PwC. Η πτώση αυτή δημιουργεί ευκαιρίες για άλλους εμπορικούς εταίρους της περιοχής, καθώς  οι εισαγωγές στις ΗΠΑ από μια ομάδα οκτώ ασιατικών οικονομιών – Μπαγκλαντές, Ινδία, Ινδονησία, Μαλαισία, Νότια Κορέα, Ταιβάν και Βιετνάμ – καταγράφουν άνοδο άνω του 16%.

«Η διένεξη των ΗΠΑ με την Κίνα έχει ευνοήσει άλλες οικονομίες της περιοχής. Η διατήρηση των συγκεκριμένων συνθηκών, θα συμβάλει στην ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη κυρίως του Βιετνάμ, της Νότιας Κορέας και της Ταιβάν. Ωστόσο, εάν ο στόχος είναι η εξάλειψη των εμπορικών ανισορροπιών, οι διμερείς δασμοί δεν αποτελούν το κατάλληλο εργαλείο. Η υποκατάσταση των εισαγωγών ενδέχεται να δημιουργήσει αντίστοιχο πρόβλημα σε κάποια άλλη περιοχή. Καθώς το Βιετνάμ ενισχύει την ανταγωνιστικότητά του έναντι της Κίνας, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με το Βιετνάμ διαμορφώνεται στα 13,5 δισ. δολ. το α΄ τρίμηνο, από  9,3 δισ. δολ. έναν χρόνο νωρίτερα», επισημαίνει ο Μάικ Τζέικμαν, επικεφαλής οικονομολόγος της PwC στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην έκδοση Ιουλίου της μελέτης Global Economy Watch αξιολογούνται, επίσης, οι κίνδυνοι μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης, καθώς οι εμπορικές εντάσεις υπονομεύουν το εμπορικό κλίμα και τη ζήτηση για εξαγωγές.

«Ασφαλώς, οι προοπτικές των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου δεν είναι το ίδιο αισιόδοξες σε σύγκριση με 18 μήνες νωρίτερα. Στις αρχές του 2018, βιώσαμε την ταχύτερη και πιο συγχρονισμένη ανάπτυξη από την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης. Έκτοτε, η κλιμάκωση της εμπορικής διαμάχης μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, μια σειρά από εμπόδια στην Ευρώπη και νέες αντιξοότητες στις αναδυόμενες αγορές που αναπτύσσονται βραδέως, έχουν μεταβάλει το κλίμα μεταξύ των επιχειρήσεων και των αρμόδιων αρχών.

Ως εκ τούτου, αναμένεται επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2019 σε όλες τις σημαντικές αγορές όπως είναι οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρωζώνη. Οι ΗΠΑ έχουν ωφεληθεί από την εφάπαξ μείωση της φορολογίας το 2018. Η κινεζική κυβέρνηση εξακολουθεί να επιβραδύνει την οικονομίας της σταδιακά, ενώ η Ευρωζώνη επανέρχεται σε κανονικά επίπεδα μετά από μια διετία (2016-2017) υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Το γεγονός ότι οι τρεις αυτές οικονομίες επιβράδυναν ταυτόχρονα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, ωστόσο, οι βάσεις παραμένουν ισχυρές», σημείωνει ο Τζέικμαν.

Η αυξανόμενη ενεργειακή απόδοση δημιουργεί ευκαιρίες στο μέλλον

Σε συνέχεια μελέτης του παγκόσμιου κλάδου ενέργειας, η PwC διαπιστώνει ότι η παγκόσμια οικονομία πλέον χρησιμοποιεί την ενέργεια πολύ πιο αποδοτικά προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης. Το 1980, χρειάζονταν περίπου 181 κιλά ισοδύναμο πετρελαίου για να παραχθούν 1.000 δολάρια παγκόσμιου ΑΕΠ σε όρους PPP. Το 2015, χρειάζονταν 123 κιλά, γεγονός που σηματοδοτεί βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά τουλάχιστον 1/3. Θεωρούμε ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί με αποτέλεσμα έως το 2040 να αρκούν 78 κιλά ισοδύναμο πετρελαίου για την παραγωγή 1.000 δολαρίων ΑΕΠ. Η ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης είναι ζωτικής σημασίας για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται ότι η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και η ευημερία του παγκόσμιου πληθυσμού θα βελτιώνεται.

Κινητήριες δυνάμεις της τάσης αυτής είναι, σύμφωνα με τη μελέτη, η διαρθρωτική οικονομική αλλαγή και η τεχνολογική πρόοδος. Εξετάζονται οι επιπτώσεις και των δύο αυτών παραγόντων στα 20 κράτη με τη μεγαλύτερη βελτίωση στο ποσοστό εξάρτησης από την ενέργεια τα έτη μετά το 1990.

«Από την ανάλυσή μας προκύπτει ότι έχουμε καταγράψει σημαντική πρόοδο στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης τα τελευταία 30 έτη και η εκτίμησή μας για τα επόμενα 20 έτη είναι ότι υπάρχει περιθώριο σημαντικής βελτίωσης. Αυτή είναι μια θετική εξέλιξη για την παγκόσμια οικονομία, καθώς δίνει τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις να επιλέξουν πολιτικές κλιματικής αλλαγής οι οποίες περιορίζουν την κατανάλωση ενέργειας χωρίς να υπονομεύουν την οικονομική ανάπτυξη», σχολιάζει ο Τζέικμαν.

Σχετικά Νέα