Politico: Πώς και γιατί η Τουρκία εγκατέλειψε τη διπλωματία χάριν των πολέμων

“Τα μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες” ήταν κάποτε το δόγμα που καθοδηγούσε την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, λέει το Politico σε δημοσίευμά του, προσθέτοντας όμως ότι “λίγα έχουν απομείνει πλέον”.

Η αυξανόμενη εξάρτηση που έχει η στρατιωτική δύναμη να επιτύχει τους στόχους της έχει ωθήσει την Τουρκία σε συγκρούσεις σε όλη τη γειτονιά της, καθώς αμφισβητεί τους αντιπάλους και τους παραδοσιακούς συμμάχους, αναφέρει το Politico.

Το γεγονός ότι παρέχει όπλα και εξοπλισμό στο Αζερμπαϊτζάν, αρνούμενη ταυτόχρονα να συμμετάσχει στις εκκλήσεις για εκεχειρία δείχνει την ετοιμότητα της Άγκυρας να χρησιμοποιήσει τον στρατιωτικό μυ για να επιτύχει αυτό που δεν μπορεί μέσω του διπλωματικού.

Μέσα σε έναν μόλις χρόνο η Τουρκία έχει καταφέρει να εξοργίσει τους γείτονές της -και συχνά αψηφά Ρωσία, Ευρώπη και ΗΠΑ- για να πραγματοποιήσει δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία, να αναπτύξει ειδικές δυνάμεις στο Ιράκ, να αλλάξει την πορεία του πολέμου στη Λιβύη και να αποστείλει πολεμικά πλοία για έρευνες υδρογονανθράκων σε ύδατα που διεκδικούν η Ελλάδα και η Κύπρος.

Από τη μία, όπως αναφέρει το Politico, η Τουρκία αρνείται ότι έχει στείλει τζιχαντιστές στο πλευρό των Αζερικών δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα απέρριψε μια κλήση κατάπαυσης του πυρός από την Ομάδα Μινσκ. Αυτή η προσέγγιση δεν έχει κάνει την Τουρκία δημοφιλή, αλλά μέχρι στιγμής, δεν έχει αποτύχει.

Οι απειλές κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση για το παιχνίδι εξουσίας και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Λιβύη έχουν πέσει στο κενό. Η Άγκυρα κατάφερε επίσης να αποφύγει σε μεγάλο βαθμό τις κυρώσεις από τις ΗΠΑ για την αγορά και ενεργοποίηση των S-400.

Αυτές οι εξελίξεις ενίσχυσαν την πεποίθηση της Άγκυρας ότι η Τουρκία αποτελεί μια χώρα ζωτικής σημασίας – είτε λόγω των τουρκικών στρατιωτικών βάσεων που χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ είτε της απειλής του Ερντογάν να “ανοίξει τις πύλες” στην Ευρώπη για τα εκατομμύρια των προσφύγων που φιλοξενεί. “Η Τουρκία έχει από καιρό πει ότι είναι απαραίτητη για τη Δύση, τροφοδοτώντας ένα συγκρότημα ανωτερότητας”, δήλωσε ο Salih Bıçakcı, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Kadir Has της Κωνσταντινούπολης.

Για δεκαετίες, η προοπτική της Τουρκίας ήταν η Δύση και ακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό τη συνταγή του ιδρυτή της σύγχρονης δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ περί “ειρήνης εντός συνόρων ειρήνη στον κόσμο”. Αυτό έδειξε να συνεχίζει και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τα πρώτα 17 χρόνια της ηγεσίας του, να χτίζει εμπορικούς και διπλωματικούς δεσμούς σε ολόκληρη την περιοχή με το σύνθημα “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες”.

Ωστόσο, η αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Μέση Ανατολή και η έλλειψη ενωμένου μετώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης άνοιξαν ένα κενό στο οποίο η Τουρκία μπορεί να διεκδικήσει περισσότερα, δήλωσε ο Senem Aydin-Düzgit, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Sabanci της Κωνσταντινούπολης.

Η Τουρκία δεν είναι η μόνη χώρα που επιδιώκει να καλύψει το κενό. Αυτό προκάλεσε δυσπιστία με την Αίγυπτο και τους συμμάχους της καθώς και τη Ρωσία, που υποστηρίζει τις αντίπαλες πλευρές από την Τουρκία στη Συρία και τη Λιβύη.

Οι αντιθέσεις της Τουρκίας με την Αίγυπτο, καθώς και οι εντάσεις με την Κύπρο και το Ισραήλ, κράτησαν την Τουρκία εκτός της συμφωνίας για τον καθορισμό των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών στην περιοχή. Σε αυτήν την νέα πραγματικότητα η Τουρκία κατανοεί ότι η στρατιωτική ισχύς έχει περισσότερα αποτελέσματα. Τα προηγούμενα πολιτικά σφάλματα της Άγκυρας που άφησαν την Τουρκία χωρίς σχεδόν κανέναν σύμμαχο στην περιοχή, έχουν οδηγήσει την πολιτική ηγεσία της χώρας να μην έχει πολλές επιλογές παρά την χρήση στρατιωτικής ισχύος, δήλωσε ο Aydin-Düzgit.

Εν τω μεταξύ, οι φόβοι ότι τα κουρδικά βήματα προς την αυτονομία στη Συρία και το Ιράκ θα ενθάρρυναν τον αυτονομισμό μεταξύ τους, ο πολύ μεγαλύτερος πληθυσμός των Κούρδων ώθησε την Τουρκία σε αυτές τις χώρες. Αλλά και η ισχνή ανταπόκριση της Δύσης στο αποτυχημένο πραξικόπημα τοπυ 2016 τροφοδότησε τη δυσπιστία του Ερντογάν προς τη Δύση, δίνοντας “πάτημα” για το αφήγημα ότι η εντάσεις με επίκεντρο την Τουρκία είναι στην πραγματικότητα συνωμοσία εναντίον του έθνους του.

Μπροστά σε αυτήν την εκλαμβανόμενη ως επίθεση, η υπόσχεση του Ερντογάν να διεκδικήσει τα συμφέροντα της Τουρκίας ως μια σαφώς μουσουλμανική δύναμη χτυπά στο εθνικιστικό συναίσθημα ενός κοινού που θεωρεί συντριπτικά τον εαυτό του ως τον φυσικό ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου.

Τα τουρκικά στρατεύματα είναι τώρα παρόντα σε τουλάχιστον εννέα χώρες, από το Ιράκ έως τη Σομαλία, καθώς και διεθνώς μη αναγνωρισμένη Βόρεια Κύπρο, και λειτουργούν μια μεγάλη βάση στο Κατάρ. Η Τουρκία ελέγχει επίσης περιοχές στη βόρεια Συρία. Η στροφή προς τον στρατό, αφότου πρώτα τον εκκαθάρισε με απίστευτου μεγέθους διώξεις, αλλά και στην υπηρεσία πληροφοριών, τομέα που κάλυπτανοι διπλωμάτες συμπίπτει με την ενδυνάμωση των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας, που είναι ήδη η δεύτερη μεγαλύτερη του ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση διπλασίασε τις στρατιωτικές δαπάνες την τελευταία δεκαετία και σκοπεύει να κατασκευάσει όλα τα δικά της όπλα μέχρι το 2023.

Ο Ερντογάν έχει ρίξει το βάρος εκεί, ακόμη και κατά τη διάρκεια της τρέχουσας οικονομικής διάλυσης της χώρας, ως ανάγκη, που απαιτείται για την αποκατάσταση της υπεροχής που απολάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Μεσόγειο και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή πριν από την κατάρρευσή της μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο λαός είναι διχασμένος, καθώς πολλοί υποστηρίζουν την αποστολή στρατευμάτων όταν είναι κοντά στα σύνορα όπως η Συρία, αλλά δυσανασχετούν, όταν πρόκειται για πιο μακριά όπως η Λιβύη. Παράλληλα η οικονομική ύφεση “χτυπά” τα νούμερα του Ερντογάν, ο οποίος έχει πείσει αρκετούς ότι οι οικονομική κατάσταση είναι ένα βάρος που πρέπει να σηκώσουν οι Τούρκοι, καθώς πολεμούν μόνοι τους εναντίον όλων, λέγοντας ότι εκείνος δεν φταίει και ότι η ύφεση είναι “έξωθεν οικονομική επίθεση”. “Θεού θέλοντος θα δρέψουμε, στο εγγύς μέλλον, του καρπούς των δυσκολιών που υπομένουμε τώρα”, είπε.

Σχετικά Νέα