Πάνος Λάμπρου: Aν μπορούσαμε να γκρεμίζαμε μεμιάς όλες τις φυλακές…

Μια επίκαιρη συζήτηση με μια μορφή του δικαιωματικού χώρου και μέλους της ΠΓ του Σύριζα για φυλακές, κρατούμενους, δικαιώματα, ελευθερίες, καταστολή, αλληλεγγύη, οράματα που έστω εν μέρει επαληθεύτηκαν κι άλλα που διαψεύστηκαν με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Στη Χώρα των Κλουβιών» (εκδόσεις Εύμαρος).

Tο διάβασα απνευστί και με άγγιξε όσο λίγα βιβλία τα τελευταία χρόνια. Η «Χώρα των Κλουβιών» δεν είναι το πρώτο βιβλίο με θέμα τις φυλακές (ούτε καν το πρώτο του συγγραφέα, προηγήθηκε ένα υπό έκδοση μυθιστόρημα), είναι όμως από τα συγκλονιστικότερα που έχω διαβάσει για ένα θέμα σοβαρό εφόσον συνδέεται με σωφρονιστικές πολιτικές, δικαιοσύνη, δικαιώματα και ανθρώπινες ζωές καταρχήν, πλην όμως ελάχιστα δημοφιλές όταν δεν αφορά σκάνδαλα ή θεαματικές αποδράσεις – κοντολογίς, ένα θέμα από εκείνα που η κοινωνία προτιμά να σωρώνει στην πίσω αυλή της κι ας έχει η Ελλάδα «συλλογή» καταδικών από το ΕΔΔΑ (4η στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία) για απάνθρωπη κι εξευτελιστική μεταχείριση κρατουμένων.

Βιωματικό – κι ας μην έκανε ποτέ στη «στενή» ο ίδιος, εξόν ένα δεκαήμερο κρατητήριο για «χουλιγκανισμό» -, εύστοχο, βαθιά ειλικρινές στις προθέσεις του και με αξιοσημείωτες λογοτεχνικές αρετές, ξεχωρίζει όχι μόνο για τον πλούτο των προσωπικών ιστοριών κρατουμένων κάθε λογής αλλά και των πληροφοριών που παρέχει σε πρακτικό, δικαιωματικό, ιστορικό και νομικό πεδίο. Οι συνθήκες κράτησης αλλά και ο τρόπος που δικαιοσύνη, σωφρονιστικό σύστημα και Πολιτεία αντιμετωπίζουν τους κάπου δέκα χιλιάδες έγκλειστους για μεγαλύτερα ή μικρότερα αδικήματα στην Ελλάδα – φαντάσου μια κωμόπολη σαν το Πόρτο Ράφτη – αλλά και παγκόσμια σε πείθουν ότι αν ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, αυτός θα ξεκινήσει από τη ριζική αναδιαμόρφωση των σωφρονιστικών πολιτικών με τελικό στόχο το «γκρέμισμα» όλων των φυλακών, καθώς συμφωνεί ο συνομιλητής μου (χθες μόλις η νέα κυβέρνηση προανήγγειλε την κατεδάφιση των φυλακών Κορυδαλλού, πλην όμως με τελείως διαφορετική φιλοσοφία!). Στόχος που βέβαια προϋποθέτει μια κοινωνία που πορεύεται με διαφορετικές αξίες, δομές, οράματα και προτεραιότητες.

Aν μπορούσαμε να γκρεμίζαμε μεμιάς όλες τις φυλακές, θα έπρεπε να το κάναμε! Τα λεγόμενα σωφρονιστικά καταστήματα είναι απαράδεκτα ακόμα και από αρχιτεκτονικής πλευράς. Κατασκευάστηκαν έτσι ώστε να εξοντώνουν ψυχολογικά τους εγκλείστους.

Ο Πάνος Λάμπρου είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές στον δικαιωματικό χώρο. Μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του Σύριζα με ευθύνη του Τομέα Δικαιωμάτων, μέλος της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας Εποχή, υπήρξε ακτιβιστής από τα μαθητικά του ακόμα χρόνια (Ρήγας, ΚΚΕ εσ., ΑΚΟΑ). Από τους ιδρυτές της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων (2006), έχει επίσης στηρίξει με ζέση τα δικαιώματα των Ρομά καθώς επίσης της λοατκι+ κοινότητας (είχε κιόλας παραστεί ως μάρτυρας στους «γάμους της Τήλου»). Έχει ζήσει στο πετσί του την αστυνομική βία, έχει επίσης δεχθεί σωρεία επιθέσεων είτε ως «συμπαθών» οργανώσεων όπως η 17Ν και οι Πυρήνες της Φωτιάς – κατέθεσε ως μάρτυρας σε δίκες στελεχών τους -, είτε ως σχετιζόμενος με το οργανωμένο έγκλημα και τα κυκλώματα των φυλακών αφενός, των διακινητών προσφύγων και μεταναστών αφετέρου. Στο τελευταίο μάλιστα κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Γράμμα στον Ανακριτή» απολογείται συνολικά για την ως τώρα στάση ζωής του, επιβεβαιώνοντας την αδιαμφισβήτητη ενοχή του σε όσα του καταμαρτυρούν!

Ο πολυσυζητημένος (και υπό κατάργηση, όπως έχει εξαγγελθεί) νόμος Παρασκευόπουλου, ο συχνά ταξικός κι επίσης ιδεοληπτικός, ανάλγητος χαρακτήρας της δικαιοσύνης, οι εποικοδομητικές προσπάθειες που έχουν γίνει για το ζήτημα των φυλακών και των δίκαιων των κρατουμένων «κόντρα σε θεούς και δαίμονες», τα ενθαρρυντικά «αντιπαραδείγματα», τα κριτήρια και τα όρια της δικαιωματικής αλληλεγγύης, η σεξουαλικότητα στις φυλακές, η κοινωνική τους διαστρωμάτωση, ο χειρισμός των ανηλίκων παραβατών είναι ανάμεσα στα θέματα που πιάσαμε. «Αυτό που περισσότερο ενοχλεί τους επικριτές ανθρώπων σαν εμένα είναι η αλληλεγγύη, το νοιάξιμο. Δεν κατανοούν καν αυτές τις έννοιες, δεν έχουν θέση στο δικό τους σύστημα αξιών όπου το ενδιαφέρον για τον μη προνομιούχο διπλανό σου λογίζεται ως προϊόν συμφέροντος ή συναλλαγής», λέει εμφατικά.

— Θα σε πάω κατευθείαν στα βαθιά: Περνώντας νωρίτερα από τη λαϊκή της γειτονιάς άκουσα να συζητούν αφενός για την αποφυλάκιση Φλώρου, αφετέρου για τις άδειες στον Κουφοντίνα. «Θα βγούνε έξω όλοι με αυτό τον νόμο Παρασκευόπουλου!», λέγανε.

Ας αναρωτηθούμε αν η εφαρμογή του όποιου νόμου, της όποιας ευνοϊκής ρύθμισης οφείλει να γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά ή άλλου τύπου δηλαδή δύναμης, εξουσίας, χρήματος κ.λπ. Οι νόμοι ερμηνεύονται από δικαστές κι έχουμε δει πολλές φορές μεροληψία υπέρ των ισχυρών. Οι φτωχοί, οι ανήμποροι, οι άνθρωποι που ανήκουν στα «κάτω ράφια» δεν έχουν τέτοια δικαιώματα ή τα χάνουν μέσα από δικαστικές αποφάσεις ακόμα κι όταν ο νόμος είναι σαφής. Στη δική μου αντίληψη, που δεν διαχωρίζει τους ανθρώπους σε «δικούς μας» και «άλλους», βεβαίως και πρέπει να ισχύουν καθολικά και ανεξαιρέτως.

— Ήταν άραγε μια ελληνική «πατέντα» αυτός ο νόμος που ψηφίστηκε ενδεχομένως σκόπιμα, όπως καταγγέλλουν οι πολιτικοί σας αντίπαλοι, ή μια ρεαλιστική προσπάθεια συμπόρευσης με τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις, όπως έχετε υποστηρίξει;

Ασφαλώς το δεύτερο κι εδώ είναι το παράδοξο. Πολλοί από όσους εμφανίζονται ως δήθεν ένθερμοι ευρωπαϊστές είναι σε αυτό και μια σειρά άλλα δικαιωματικά ζητήματα, το ακριβώς αντίθετο! Θέλουν να είμαστε μεν στην Ευρώπη αλλά δίχως τα όποια θετικά υπάρχουν. Μην ξεχνάμε ότι ο Ποινικός Κώδικας που αλλάξαμε είχε ηλικία δεκαετιών. Φανταστείτε ότι περιλάμβανε ακόμα το περιβόητο άρθρο 90 που προέβλεπε αόριστη ποινή ακόμα και για ήσσονος σημασίας αδικήματα. Αυτό σήμαινε ότι ένας μικροπαραβάτης που δεν είχε τα «μέσα» μπορεί να έμπαινε φυλακή για πολλά χρόνια – η υπόθεσή του επανεξεταζόταν μετά το πέρας της πρώτης εκείνης ποινής. Ένα εντελώς απαρχαιωμένο άρθρο που ουσιαστικά δεν εφαρμοζόταν αλλά που όφειλε να αλλάξει, όπως κι έγινε. Στο θέμα έπειτα των αδειών νομίζω ότι συμφωνεί ακόμα και ο συντηρητικός χώρος. Στην Ελλάδα όλοι οι ισοβίτες αποφυλακίζονται κάποια στιγμή, άρα η επανένταξή τους θα πρέπει να γίνει ομαλά και σταδιακά. Ένας φυλακισμένος έχει ήδη καταδικαστεί, η δικαιοσύνη δηλαδή -καλώς ή κακώς- έχει ήδη αποφανθεί για το μέγεθος του αδικήματος και την ποινή του. Κανείς δεν μπορεί να τον ξαναδικάσει παρεκτός ένα άλλο δικαστήριο. Δεν γίνεται οπότε το συμβούλιο της φυλακής να κρίνει μια αίτηση άδειας με βάση το αδίκημα του αιτούντος, την ιδεολογία ή τις πιθανολογούμενες προθέσεις του. Τα περί μεθοδεύσεων είναι γελοιότητες που κρύβουν ιδεοληψίες και πολιτικές σκοπιμότητες. Σαφώς και ο νόμος δεν «φτιάχτηκε» για τον Κουφοντίνα, τον Τσοχατζόπουλο ή όποιον άλλον. Ακούμε όμως μόνο γι΄αυτούς και όχι τους δεκάδες, εκατοντάδες ίσως ακόμα ανώνυμους έγκλειστους που ωφελούνται από το μέτρο. Όσο αφορά συγκεκριμένα τους καταδικασμένους ως μέλη της 17Ν, έχουν ήδη συμπληρώσει 17 χρόνια εγκλεισμού, διάστημα ικανό ώστε να τους παραχωρείται η προβλεπόμενη άδεια.

— Μια άλλη μεγάλη κουβέντα είναι αν θα πρέπει να υπάρχουν εξαιρέσεις στο καθεστώς των αδειών για ιδιαίτερα επικίνδυνα άτομα, ειδεχθείς δολοφόνους, σίριαλ κίλερς κ.λπ.

Οι εξαιρέσεις αυτές εντάσσονται στη λογική των φυλακών υψίστης ασφαλείας τύπου «Γ» που ως κυβέρνηση είχαμε καταργήσει και που η ΝΔ επιθυμεί διακαώς να επαναφέρει. Οι κρατούμενοι σε αυτές δεν θα απολαμβάνουν άδειες κ.λπ ευεργετήματα του νόμου. Το πρόβλημα όμως με τις εξαιρέσεις είναι πως αν τις αρχίσεις δε σταματάς, τις διευρύνεις συνεχώς, φτιάχνεις στην ουσία νέο κανόνα εφόσον καθένας μπορεί να έχει ενστάσεις για τον οποιοδήποτε.

— Αλλά αλήθεια, εσύ πώς άνοιξες παρτίδες με τη «Χώρα των Κλουβιών»;

Αφενός διότι πάντα πίστευα ότι τον δείκτη πολιτισμού μιας χώρας θα τον δεις σε γωνίες και χώρους που δεν φτάνει ανθρώπου μάτι, στα λεγόμενα άβατα όπως είναι οι φυλακές. Αφετέρου διότι ενώ είχαμε ομάδες, κινήσεις και συλλογικότητες που ασχολούνται με όλο το δικαιωματικό φάσμα, εδώ δεν υπήρχαν παρά λίγες και αποσπασματικές προσπάθειες. Ένα τρίτο καθοριστικό κίνητρο ήταν ο τραγικός θάνατος τεσσάρων εγκλείστων στον Κορυδαλλό που κάηκαν αβοήθητοι μέσα στο κελί τους τον Μάρτιο του 2006…

— Θυμάμαι τους αγώνες της δικηγόρου Κατερίνας Ιατροπούλου και το περιοδικό «Της Φυλακής» αρχές της δεκαετίας του ’80.

Ναι, υπήρξε πρωτοπόρος η Κατερίνα, άνοιξε δρόμους. Υπήρξαν κι άλλες αντίστοιχες πρωτοβουλίες, όμως ασχολούνταν κυρίως με συγκεκριμένα πρόσωπα που διώκονταν για τις ιδέες και τη δράση τους, με πολιτικούς κρατούμενους δηλαδή. Η δική μας αντίληψη πάλι ήταν πιο ολιστική, μας ενδιέφεραν συνολικά οι κρατούμενοι. Είναι ξέρεις εύκολο να πεις «δεν μου αρέσει ο θεσμός της φυλακής», πολύ πιο δύσκολο όμως και εντούτοις αναγκαίο να μιλήσεις για τη ζωή των εγκλείστων και να προσπαθήσεις να αλλάξεις αυτή την πραγματικότητα, αδιάφορο για τι αδίκημα βρίσκεται καθένας εκεί.

— Ακόμα κι αν πρόκειται για κάποιον ειδεχθή εγκληματία;

Ναι, ακόμα και τότε. Δεν νοούνται ανθρώπινα δικαιώματα δίχως καθολική ισχύ. Θα συμφωνήσω ότι δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα να νιώσεις αλληλέγγυος με κάποιον που διέπραξε ένα άγριο έγκλημα εντελώς έξω και πέρα από το δικό σου ηθικό και αξιακό πλαίσιο. Χρειάζεσαι πολλή ψυχική δύναμη για κάτι τέτοιο. Αν όμως αυτός κακοποιείται μέσα στη φυλακή οφείλεις να τον υπερασπιστείς. Είμαστε δικαιωματικοί ακτιβιστές και όχι κάποιο «επαναστατικό» ή άλλης μορφής δικαστήριο που απονέμει με τη σειρά του δικαιοσύνη κατά το δοκούν.

— Είναι πάντως κοινή αίσθηση ότι η δικαιοσύνη κάνει διακρίσεις, ότι είναι «φίδι που δαγκώνει τους ξυπόλητους» κατά το λαϊκό γνωμικό.

Είναι πράγματι μια δικαιοσύνη σε μεγάλο βαθμό ταξική και ιδιαιτέρως συντηρητική. Συνηθίζει να «εκδικείται» αντί να σωφρονίζει, οι αποφάσεις της επηρεάζονται από τα ιδεολογήματά της καταρχήν και όχι από τα αντικειμενικά στοιχεία που ορίζει σαφώς ο Ποινικός Κώδικας.

— Ο μέσος πολίτης δύσκολα νομίζω κατανοεί πόσο ακραίες συνθήκες υποχρεώνεται να βιώσει ένας κρατούμενος, παρά τις όποιες προόδους.

Κοίτα, αν μπορούσαμε να γκρεμίζαμε μεμιάς όλες τις φυλακές, θα έπρεπε να το κάναμε! Τα λεγόμενα σωφρονιστικά καταστήματα είναι απαράδεκτα ακόμα και από αρχιτεκτονικής πλευράς. Κατασκευάστηκαν έτσι ώστε να εξοντώνουν ψυχολογικά τους εγκλείστους. Βλέπεις το συγκρότημα των φυλακών Κορυδαλλού κι αμέσως αντιλαμβάνεσαι το «άβατο», τις απάνθρωπες συνθήκες, τον εκδικητικό, κατασταλτικό του χαρακτήρα. Υπόψη κιόλας ότι η αρχική πρόβλεψη ήταν ένα κελί ανά κρατούμενο ενώ σήμερα συνωστίζονται τρεις, έξι, μπορεί και περισσότεροι. Οι δε τουαλέτες χωρίς πόρτες, σε κοινή θέα. Βλέπεις τις φυλακές της Κέρκυρας κι απορείς πώς γίνεται να λειτουργούν ακόμα – θα έπρεπε να ήταν μουσείο, όπως το Αλκατράζ!

Κανένα εναλλακτικό σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά σε τέτοιους χώρους. Στις διάφορες ταινίες και ντοκιμαντέρ που ασχολούνται με τις φυλακές, οι χώροι παρουσιάζονται συνήθως ωραιοποιημένοι, όμως η πραγματικότητα είναι συχνά αθλιότερη κι από τη φαντασία μας. Ένα καλό «αντιπαράδειγμα» είναι οι γυναικείες φυλακές της Θήβας, ακριβώς διότι δεν χτίστηκαν εξαρχής ως τέτοιες. Δημιουργείται έτσι εκεί ένα πιο ανθρώπινο πλαίσιο που επιτρέπει την εφαρμογή διαφορετικών πολιτικών.

— Έχοντας όλες αυτές τις εμπειρίες, πόσο ικανοποιημένος είσαι από το έργο που επιτέλεσε ο Σύριζα στις φυλακές;

Δρομολογήθηκαν πράγματι σημαντικές αλλαγές όσο αφορά τον εξανθρωπισμό των φυλακών και τη βελτίωση της καθημερινότητας των κρατουμένων. Άλλαξαν κάπως και οι νοοτροπίες, ακόμα και των σωφρονιστικών υπαλλήλων. Ενισχύθηκαν επίσης σημαντικά οι σχολικές μονάδες, κάτι θεμελιώδες γιατί δίχως εκπαίδευση στους χώρους εγκλεισμού καμία πρόοδος δεν συντελείται. Λειτούργησαν κάποιοι χώροι εγκλεισμού περισσότερο αξιοπρεπείς, δόθηκε μεγαλύτερο βάρος στην επανένταξη. Έγινε επιπλέον η Ελλάδα, χάρη στον «επάρατο» νόμο Παρασκευόπουλου, μια από τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο όπου δεν επιτρέπεται η φυλάκιση για νέους κάτω των 18 ετών, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Τα περί μεθοδεύσεων είναι γελοιότητες που κρύβουν ιδεοληψίες και πολιτικές σκοπιμότητες. Σαφώς και ο νόμος Παρασκευόπουλου δεν «φτιάχτηκε» για τον Κουφοντίνα, τον Τσοχατζόπουλο ή όποιον άλλον. Ακούμε όμως μόνο γι΄αυτούς και όχι τους δεκάδες, εκατοντάδες ίσως ακόμα ανώνυμους έγκλειστους που ωφελούνται από το μέτρο.

Η κατάσταση παραμένει εντούτοις δραματική, δεν αλλάζει με απλές διορθωτικές κινήσεις, όσο σημαντικές. Είναι θέματα που κοινωνία και Πολιτεία πρέπει να ξαναδούν εξαρχής. Να ξαναδούμε τι σημαίνει ποινή και τι εγκλεισμός, τι εναλλακτικές υπάρχουν, πώς θα κατοχυρώνονται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και θα εξασφαλίζεται περισσότερος ζωτικός χώρος, πώς θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε έναν σταθερό, σταδιακά μειούμενο αριθμό κρατουμένων. Εκείνο που χρειαζόμαστε δεν είναι περισσότεροι σωφρονιστικοί υπάλληλοι αλλά καλύτερα εκπαιδευμένοι και σίγουρα πιο πολλούς δάσκαλους και κοινωνικούς λειτουργούς. Οι ελληνικές φυλακές έχουν σήμερα πληθυσμό πάνω από 10.000 άτομα ενώ δεν θα έπρεπε να ξεπερνούν τις 6.000.

— Πόσο καλύτερη είναι η κατάσταση σε άλλες χώρες της ΕΕ;

Οι περισσότερες φυλακές στην Ευρώπη όπως και παντού έχουν δυστυχώς όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά ενός χώρου κράτησης. Υπάρχουν μάλιστα φυλακές σκληρότερες από τις ελληνικές ακόμα και σε προηγμένες χώρες. Θα εντοπίσεις όμως και περιπτώσεις που ξεχωρίζουν και μπορούν να αποτελέσουν βάση για μια δημόσια συζήτηση, κυρίως στη Σκανδιναβία. Ο τρόπος π.χ. που διατηρούν σταθερό έναν συγκεκριμένο αριθμό κρατουμένων. Κάνεις ένα αδίκημα, τρως πέντε χρόνια και σου λένε «λυπούμαστε, δεν μπορούμε να σας δεχτούμε στο κατάστημά μας γιατί είμαστε υπερπλήρεις, θα είστε σε αναμονή». Αν το αδίκημα είναι σοβαρό, θα πάρεις «προτεραιότητα» αλλά ταυτόχρονα θα απελευθερωθεί εκείνος ο κρατούμενος που είναι πλησιέστερα στην αποφυλάκιση ώστε να μη διαταραχτεί η αριθμητική ισορροπία και η εύρυθμη λειτουργία που προκύπτει από αυτή.

— Έχεις δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ζήτημα των ανηλίκων κρατουμένων.

Ναι γιατί πιστεύω πως είναι το πλέον κρίσιμο. Οφείλουμε να δούμε πιο προσεκτικά τι σημαίνει εφηβική και νεανική παραβατικότητα, ποιες είναι οι αιτίες της, πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν. Η απάντηση σε όλα αυτά σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο εγκλεισμός αλλά μια σειρά μέτρα που θα κρατήσουν τον νέο εκτός φυλακής καθώς όλοι ξέρουμε την εξέλιξη αν μπει σε αυτόν τον κύκλο – δεν είναι τυχαίο ότι δύο στους τρεις νέους που αποφυλακίζονται, γρήγορα «υποτροπιάζουν» καθώς ελλείψει άλλων διεξόδων η παραβατικότητα γίνεται τρόπος ζωής.

— Αληθεύει πάντως πως όπως η συντριπτική πλειοψηφία των ενήλικων κρατουμένων, έτσι και τα νέα αυτά παιδιά προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα.

Έτσι ακριβώς. Μια απλή επίσκεψη στις φυλακές Αυλώνα φτάνει να πείσει και τον πλέον δύσπιστο. Πρόκειται για την παραβατικότητα της απόλυτης φτώχειας, της απόλυτης εγκατάλειψης και αμορφωσιάς. Όσα παιδιά κι αν ρωτήσεις εκεί «πού έμενες πριν», όλα τους θα αναφέρουν συγκεκριμένες περιοχές-«γκέτο», περιοχές ένδειας και κοινωνικού αποκλεισμού, μεγάλωσαν δηλαδή σε συνθήκες ικανές να τους οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια, σχεδόν, στην παρανομία.

— Και έχεις από την άλλη εισαγγελείς που εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε τέτοιες περιπτώσεις…

Δυστυχώς. Για παράδειγμα, στο Ίδρυμα Αγωγής Βόλου (που παλιότερα λεγόταν Αναμορφωτήριο) βάζανε μέσα με εισαγγελική εντολή ακόμα και 11χρονα που κατηγορούνταν για μικροκλοπές και που είχαν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί από τις οικογένειές τους. Κάτι που βέβαια αποτελούσε εχέγγυο ότι θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές…

— Η βία, οι θάνατοι, οι αυτοκτονίες κρατουμένων αλλά και οι απόπειρες αποδράσεων δεν έχουν εντούτοις σταματήσει.

Αν πάμε σε μια αγροτική φυλακή και ρωτήσουμε όχι τους κρατούμενους αλλά τους καθ’ ύλην αρμόδιους για τη φύλαξή τους αν έχουν συμβεί επεισόδια, αν έχουν υπάρξει αποδράσεις ή περιπτώσεις μη επιστροφής από τις άδειες, η απάντηση θα είναι σχεδόν απόλυτα αρνητική. Το συμπέρασμα είναι ότι όσο πιο σκληρή κι απάνθρωπη είναι μια φυλακή, τόσα περισσότερα προβλήματα έχει ενώ και η κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων καθίσταται πολύ δυσκολότερη. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο να αποφυλακιστεί κάποιος αλλά και να μην επιστρέψει, να μην «ξανακυλήσει» στη σοβαρή τουλάχιστον παραβατικότητα. Να μπορέσει να βρει μια απασχόληση, να ζήσει πιο δημιουργικά, να οικοδομήσει νέες σχέσεις, να αντιληφθεί ότι η ζωή μπορεί να είναι κι αλλιώς. Αυτό όμως για να επιτευχθεί προϋποθέτει μια άλλη φιλοσοφία, παιδεία, δικαιώματα και ανθρωπιά. Θα έλεγα ότι η μόνη συνταγή ασφάλειας για όλους μας είναι τα δικαιώματα.

— Στο βιβλίο σου δίνεις επίσης έμφαση σε ένα άλλο θέμα-ταμπού, αυτό του έρωτα και της σεξουαλικότητας πίσω από τα κάγκελα.

Αυτό είναι πράγματι ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο με πολλές διαφορετικές πτυχές. Κανονικά έπρεπε να υπάρχουν σε κάθε φυλακή ειδικοί χώροι συνεύρεσης όπως αυτός στα Γρεβενά που σημαίνει ότι ένας/μία κρατούμενος-η θα μπορέσει να διατηρήσει μια σχέση που είχε με πρόσωπο εκτός φυλακής. Πρόβλεψη βέβαια πρέπει να υπάρχει και για φυλακισμένους που δεν διατηρούν μια τέτοια σχέση. Οι εικονικοί γάμοι μεταξύ κρατούμενων που δεν έχουν συναντηθεί ποτέ αλλά παρά ταύτα ζουν σαν ζευγάρι, ο ομοερωτισμός – πιο ανοικτός στις γυναίκες, πιο καταπιεσμένος στους άνδρες -, οι «απαγορευμένες» σχέσεις που μπορεί να προκύψουν ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικούς κόσμους (δεσμοφύλακας/κρατούμενη, δικηγόρος/έγκλειστη πελάτισσα κ.λπ.) και το πώς αντιμετωπίζονται από τον περίγυρο… Η κυρίαρχη ανάγκη δεν είναι, ξέρεις, το σεξ καθαυτό αλλά η επιθυμία για σύναψη μιας ζεστής ανθρώπινης σχέσης. Να μπορείς να ακουμπάς σε κάποιον-α, να έρχεσαι σε επι-κοινωνία μαζί του/της. Η επιθυμία για έρωτα, για συναίσθημα και ζεστασιά ξεπερνά τα σύνορα της φυλακής, κάνει απόδραση και οδηγεί συχνά τον έγκλειστο σε καταστάσεις φαντασιακές που όμως βιώνονται σαν απολύτως πραγματικές.

— Για όλη σου αυτή τη δικαιωματική δραστηριότητα έχεις βέβαια ακούσει τα σχωριανά σου. Και τι δεν σου έχουν προσάψει, σχέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις, με το οργανωμένο έγκλημα, ακόμα και με τη «μαφία» των φυλακών.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυταρχικό συντηρητικό ιδεολόγημα που σχετίζεται με την υπεράσπιση του «άβατου» των φυλακών. Τα στεγανά που εμείς επιχειρούμε να σπάσουμε εκείνοι πασχίζουν να τα ενισχύσουν, γι΄αυτό και «ενοχλούμε» όσοι ασχολούμαστε με τα δικαιώματα. Έχω συνομιλήσει με χιλιάδες ανθρώπους πίσω από τα κάγκελα κι αυτό δεν αρέσει. Επανειλημμένα αποπειράθηκαν να με συνδέσουν είτε με το οργανωμένο έγκλημα είτε με το πολιτικό, χωρίς κανένα απολύτως στοιχείο φυσικά. Όσο όμως κι αν προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν, εμείς θα επιμένουμε δίχως να λυγίζουμε από κατηγορίες δυνάμει επικίνδυνες ακόμα και για τη σωματική μας ασφάλεια.

— Να σου θυμίσω ότι έχεις επίσης κατηγορηθεί για «ύποπτες σχέσεις» με ΜΚΟ που ασχολούνται με το μεταναστευτικό, με διακινητές προσφύγων κ.λπ.

Έχουν πει τα πάντα. Και πες-πες, όλο και κάτι μένει. Κοίτα, αυτό που τους ενοχλεί κατά βάση είναι η αλληλεγγύη, το νοιάξιμο. Δεν έχει θέση στο δικό τους σύστημα αξιών. Αν στηρίζεις τους φυλακισμένους δεν μπορεί παρά να σχετίζεσαι με παράνομα κυκλώματα, αν στηρίζεις τους μετανάστες, τους πρόσφυγες ή τους Ρομά (οι παραπάνω αποτελούν κιόλας τον μισό περίπου πληθυσμό των φυλακών) έχεις συμφέροντα, αν στηρίζεις τις λοατκι+ διεκδικήσεις είσαι και εσύ γκέι ή προσδοκάς πολιτικό όφελος, αν υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα των κρατουμένων μελών της 17Ν ή των Πυρήνων ασπάζεσαι ασφαλώς και τις ιδέες τους. Επομένως ναι, είμαι όλα αυτά που λένε στο βαθμό που θα υπερασπίζομαι πάντοτε τα δικαιώματα όλων όσοι κάποιοι θέλουν να θέσουν εκτός κοινωνίας.

— Πόσο ικανοποιημένος είσαι εντέλει από όσα έπραξε για τις φυλακές η απελθούσα κυβέρνηση; Τι άλλο θα έπρεπε να είχε γίνει;

Ο νόμος Παρασκευόπουλου, για τον οποίο επαναλαμβάνω ότι είμαι περήφανος, είχε πολύ σημαντικές πτυχές που είτε αποσιωπήθηκαν, είτε διαστρεβλώθηκαν είτε δεν επικοινωνήθηκαν σωστά, όλα αυτά μάλιστα σε μια χώρα ουσιαστικά πτωχευμένη. Η κατάργηση των φυλακών ανηλίκων, η ενίσχυση των εκπαιδευτικών δομών, η αντιμετώπιση των ασθενών κρατουμένων, η δυνατότητα απεξάρτησης για χρήστες ουσιών εντός αλλά κι εκτός φυλακής – γιατί ουσιαστικά μόνο εκτός μπορεί να επιτευχθεί -, η δρομολόγηση της ένταξης του νοσοκομείου και του ψυχιατρείου των φυλακών Κορυδαλλού στο ΕΣΥ και άλλα πολλά που αν τα συνέδεες με τα αποσυμφορητικά μέτρα, θα έχτιζες μια πολύ διαφορετική φιλοσοφία. Υπόψη ότι αυτά τα μέτρα ελήφθησαν κόντρα σε ένα κατεστημένο που δεν επιθυμούσε καμία απολύτως αλλαγή ή έκπτωση των προνομίων, των εξουσιών και των αντιλήψεών του. Δεν εννοώ μόνο σωφρονιστικούς υπάλληλους – όχι όλους, βεβαίως – αλλά το σύστημα κάτω του 3ου ορόφου του υπουργείου Δικαιοσύνης που στη μεγάλη του πλειοψηφία μάλλον παρεμπόδιζε παρά βοηθούσε αυτό το έργο.

Κάτι που βέβαια έχει συμβεί και σε ανάλογες φιλότιμες προσπάθειες στο παρελθόν, επί υπουργίας Γιώργου Κουβελάκη π.χ. (1993-95) ο οποίος, παρότι εμβληματική προσωπικότητα, δεν μπόρεσε τελικά να ολοκληρώσει το έργο του όπως και ο Παρασκευόπουλος διότι οι αντιστάσεις του λεγόμενου βαθέος κράτους αποδεικνύονται διαχρονικά ανθεκτικές. Σε όσα δυστυχώς δεν έγιναν περιλαμβάνεται μια πρόταση-πιλότος που είχα καταθέσει για τη δημιουργία ενός μοντέλου κοντύτερα στις ιδέες της Αριστεράς. Αυτή προέβλεπε τη μετατροπή των φυλακών νέων σε Αυλώνα και Βόλο σε ολοήμερο μορφωτικό κέντρο, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό σου και την κοινωνία τα 300 αυτά παιδιά 18-23 ετών να αποφυλακιστούν με όσα περισσότερα εφόδια γίνεται, δίχως ποτέ να ξαναγυρίσουν.

Δυστυχώς οι πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης με την υπαγωγή των φυλακών, των κοινωνικών επιμελητών, των ιατροδικαστών, του νοσοκομείου και του ψυχιατρείου των φυλακών ακόμα, στο υπουργείο ΠροΠο, δηλαδή στην αστυνομία προαναγγέλλει πολλά πισωγυρίσματα ακόμα και σε αυτές τις μικρές κατακτήσεις. Το ίδιο και οι προγραμματιζόμενες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, μια ακόμα εμβληματική κίνηση επί υπουργίας Καλογήρου, που έχουν «άρωμα» αυταρχισμού και καταστολής, όπως και η επαναλειτουργία των φυλακών τύπου Γ.

— Όντας επίσης υπεύθυνος του Τμήματος Προσφυγικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής του Σύριζα, αναρωτιέμαι αν είσαι εξίσου ικανοποιημένος με τα πεπραγμένα του στο πεδίο αυτό. Αναφέρομαι στις διαδικασίες χορήγησης ασύλου, τη Μόρια, τις επαναπροωθήσεις στον Έβρο, τις καταγγελίες για διασπάθιση κονδυλίων…

Όχι, δεν είμαι. Έπρεπε και μπορούσαμε να είχαμε κάνει περισσότερα και καλύτερα. Αν όμως συνυπολογίσουμε τους συσχετισμούς δύναμης στην ΕΕ, την απόφαση των χωρών του Βίζεγκραντ να κλείσουν τα σύνορα σε πρόσφυγες και μετανάστες, τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας η οποία δημιούργησε περισσότερα προβλήματα παρά λύσεις – ο Τομέας Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ είχε μιλήσει εξαρχής για αυτή την κοινή δήλωση και τις συνέπειες της-, γίνανε νομίζω σημαντικές προσπάθειες εξανθρωπισμού των χώρων υποδοχής και περιφρούρησης των δικαιωμάτων αυτών των ανθρώπων. Επαναπροωθήσεις στην Τουρκία έγιναν ελάχιστες, προκρίθηκε η μεταφορά από τα νησιά στην ενδοχώρα. Προσέξαμε τις ευάλωτες ομάδες, τα ασυνόδευτα παιδιά κ.λπ. Προέκυψαν βέβαια και κάποια σοβαρά θέματα όπως αυτό στον Έβρο που όμως, πιστέψτε με, ήταν εντελώς έξω από τις εντολές της κυβέρνησης… Ισχύει πάντως κι εδώ ό,τι και για το κεφάλαιο φυλακές, ότι δηλαδή η καλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια είναι τα δικαιώματα.

— Επιστρέφοντας στο κύριο αντικείμενό μας εδώ, κάποια εμπειρία που σε σημάδεψε περισσότερο από τη «θητεία» σου με τις φυλακές;

Δύσκολο να ξεχωρίσω, θα παραθέσω όμως δύο περιστατικά που με άγγιξαν βαθιά. Το πρώτο ήταν σε μια επίσκεψη στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. Ακούσαμε τότε κάποιους ανθρώπους πίσω από μια πόρτα – ήταν του Πειθαρχείου – να κάνουν φασαρία. Η πόρτα άνοιξε και είδα δύο νέους να μας παρακαλούν –αγνοώντας ποιοι είμαστε – να τους βγάλουν από κει. Ήταν τιμωρία επειδή κατείχαν κινητά τηλέφωνα… Σαν πιάσαμε κουβέντα, ο ένας πίστεψε ότι έχω τη δύναμη να τον αποφυλακίσω. «Όχι, όχι, δεν θέλω να βγω έξω, δεν μπορώ…», μου είπε. Απόρησα και τότε μου εξήγησε ότι είναι μέσα από τα 11 για μικροκλοπές, είχε φτάσει 27 και η μόνη ζωή που ήξερε ήταν αυτή, δεν διανοούνταν καν κάτι άλλο… Συγκλονίστηκα, κατάλαβα με τι πραγματικά έχω να κάνω – ήταν, επιπλέον, η απόδειξη για το αδιέξοδο της κτηνώδους πολιτικής του εγκλεισμού νέων ανθρώπων ειδικά.

Το δεύτερο περιστατικό συνέβη αρκετά χρόνια πριν. Ήμασταν στον Κορυδαλλό πάλι και για πρώτη φορά μπήκαμε σε πτέρυγα. Είχε προηγηθεί μια τηλεοπτική μου εμφάνιση όπου υπερασπιζόμουν ακριβώς τα δίκια των κρατουμένων. Ο κόσμος της φυλακής το είχε πληροφορηθεί αυτό και με το που με είδαν άρχισε ένα κανονικό πανηγύρι – ήταν εκείνη η φορά που με ξέχασαν και με κλείδωσαν για λίγο μαζί με τους κρατούμενους, με εμένα να δηλώνω ότι αρνούμαι να βγω και να αναζητώ κελί. Είχε και τις αστείες στιγμές αυτή η πορεία!

— Ήταν άραγε εύκολο είναι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση τέτοιων ανθρώπων χωρίς να ανήκεις στον κόσμο τους;

Δεν ήταν. Στη μεγάλη απεργία πείνας των κρατουμένων το ’08 μου τηλεφώνησαν από τις γυναικείες φυλακές ρωτώντας τι είμαστε εμείς στην Πρωτοβουλία που υπερασπιζόμαστε δημόσια φυλακισμένους. «Καλά ρε φίλε εσύ δεν έχεις κάνει μέσα ούτε έχεις κάποιον δικό σου άνθρωπο εδώ, γιατί ενδιαφέρεσαι;», απορούσαν. Λογικό, αυτός ο κόσμος έχει μάθει ότι τα πάντα είναι θέμα συναλλαγής. Δυσκολεύτηκαν να αντιληφθούν ότι για μας είναι ζήτημα αξιακό.

Θυμάμαι επίσης έναν 25άρη Ελληνοαμερικάνο από φτωχή όμως οικογένεια που είχε φάει πολύ ξύλο όταν τον έπιασαν να διαβάζει το «Κελί», ένα εφημεριδάκι που κυκλοφορούσαμε τότε. Μας έστειλε λοιπόν ένα συγκινητικό γράμμα όπου έγραφε «με δείρανε οι δεσμοφύλακες επειδή εσείς, μου λέγανε, είστε κομμουνιστές… εγώ ιδέα δεν έχω τι είναι αυτό αλλά αν είστε τόσο καλοί άνθρωποι, τότε είμαι κι εγώ κομμουνιστής!».

Κάτι αντίστοιχο συνέβη με την Κατερίνα Γκουλιώνη, έναν φτωχοδιάβολο που μέσα σε έναν κύκλο εξάρτησης αναζητούσε μια διέξοδο και το έκανε επικοινωνώντας μαζί μας. Ήταν κι εκείνη δύσπιστη αρχικά, όταν όμως κατάλαβε τη φιλοσοφία μας άρχισε να διεκδικεί μαζί μας τόσο τα δικά της δικαιώματα όσο και τα συλλογικά μέχρι τον άδικο χαμό της που πολλοί τότε θεωρήσαμε δολοφονία… Η εμπιστοσύνη και η συνείδηση καλλιεργούνται στην πορεία, εξαρτώνται δε από το πόσο εννοείς αυτά που λες και αν πράγματι τα εννοείς για όλους.

Πηγή: LIFO

Σχετικά Νέα