Π. Σκουρλέτης: Ανάγκη η αμφίπλευρη διεύρυνση

«Το κλειδί για μια νέα νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο η εκλογική του διεύρυνση προς τον κεντροαριστερό χώρο, όσο κυρίως η επανασυσπείρωση των δυνάμεων που του έδωσαν τις δύο νίκες το 2015»: την επισήμανση αυτή κάνει, μέσω της εφημερίδας «Η Εποχή», ο Πάνος Σκουρλέτης. Και εξηγεί συμπληρωματικά, «πρόκειται για ένα κομμάτι ψηφοφόρων, που σήμερα έχουν στην πλειοψηφία τους αποστασιοποιηθεί, έχοντας μια αριστερή κριτική ματιά απέναντί του. Με αυτήν την έννοια, προσεγγίζουμε την ανάγκη της αμφίπλευρης διεύρυνσης».

Στην ίδια συνέντευξη ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ λέει για την ΝΔ ότι έχει προτάσεις ταξικού και ακραία νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, κατηγορεί δε, την αξιωματική αντιπολίτευση ότι «ονομάζει «επιδοματική πολιτική» αυτό που για πρώτη φορά, έστω και σε συνθήκες βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης, επιχειρήθηκε στην Ελλάδα να φτιαχτεί: ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος είτε με την πρόσβαση στα νοσοκομεία, είτε με την επιδότηση ενοικίου, είτε με την παροχή επιδόματος αλληλεγγύης».

Παραλλήλως κατηγορεί τη σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ ότι «με ένα λυσσαλέο τρόπο αντιπολιτεύεται τον ΣΥΡΙΖΑ, θέτοντας ως προτεραιότητα τη στρατηγική του ήττα», κάτι που, σύμφωνα με τον Π. Σκουρλέτη, «δείχνει ότι υπάρχει πλέον μια εμπεδωμένη πολτική συνεννόηση με τη Νέα Δημοκρατία». Τέλος, μέμφεται το ΚΚΕ ότι «έχει βολευτεί σε μια στάση στείρας καταγγελίας».

Αναλυτικά η συνέντευξη του Π. Σκουρλέτη στη δημοσιογράφο Ιωάννα Δρόσου:

Η ρύθμιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας χαρακτηρίστηκε από τον Γ. Δραγασάκη ως αποτέλεσμα συμβιβασμού με τους θεσμούς. Η αντιπαράθεση αυτή ξυπνά μνήμες διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών, όταν η χώρα ήταν στη μέγγενη μνημονιακών προγραμμάτων…

Το γεγονός ότι ολοκληρώθηκε η μνημονιακή επιτήρηση, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλου είδους διαδικασίες ελέγχου της ελληνικής κυβέρνησης, όπως συμβαίνει σε μια σειρά από άλλες χώρες. Ιδιαίτερα για εμάς που βγήκαμε πολύ πρόσφατα από το πρόγραμμα, αυτό είναι πιο έντονο. Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, ούτε όμως να τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα παραμένουν όπως ήταν πριν τον Αύγουστο του 2018. Η συζήτηση γύρω από το θέμα της πρώτης κατοικίας, για άλλη μια φορά, επιβεβαιώνει ότι η διαπραγμάτευση, ή και σύγκρουση πολλές φορές, ήταν διαρκής. Το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ακόμα πεδίο αντιπαράθεσης: Το δίλημμα που έχουμε μπροστά μας είναι πιο σύνθετο από το δίπολο προστασία των συμφερόντων των τραπεζών ή προστασία ενός πολίτη, που έχει υποστεί τις επιπτώσεις μιας ακραίας μνημονιακής πολιτικής.

Τελικά υπέρ ποιων έγειρε αυτή η ρύθμιση, αφού λέγεται πως προστατεύονται πολλοί λιγότεροι από ότι με τον περιοριστικό νόμο Κατσέλη;

Για πρώτη φορά εισάγεται η λογική της δημοσιονομικής συμβολής, στην υπέρβαση αυτού του ζητήματος. Πρόκειται για μια ρύθμιση που βοηθά και προστατεύει το 70% των δανειοληπτών, που έχουν βάλει σε υποθήκη το σπίτι τους. Ενώ υπάρχει και το νέο στοιχείο των επιχειρηματικών δανείων, με υποθήκη της πρώτης κατοικίας. Επομένως, μέσα από την επιδότηση της δόσης με κρατικά χρήματα, εισάγεται για πρώτη φορά η λογική της απομείωσης του χρέους. Αυτά είναι δύο θετικά ποιοτικά στοιχεία, από εκεί και πέρα ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία τι τελικά θα συμφωνηθεί και πολύ περισσότερο τι μηχανισμοί ελέγχου αυτής της διαδικασίας θα υπάρξουν, διότι αλίμονο αν αφεθούμε στην «καλή διάθεση» των τραπεζών να διαχειριστούν αυτή την υπόθεση.

Ανοίγονται μπροστά τρεις εκλογικές μάχες. Όσον αφορά τις ευρωεκλογές, ποιος ο στόχος του ΣΥΡΙΖΑ και ποια είναι τα επίδικα;

Πιστεύω στην ανάγκη, και με δική μας πρωτοβουλία, να δώσουμε έναν έντονο πολιτικό χαρακτήρα, σε αυτή την εκλογική μάχη. Εκ των πραγμάτων, το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης εντός της Ε.Ε. ενδιαφέρει και μοιάζει πάρα πολύ, με τα προβλήματα που μας απασχόλησαν και στο εθνικό πεδίο. Άρα έχουμε, σε μεγάλο βαθμό, μια κοινή ατζέντα. Σήμερα, με την άνοδο της ακροδεξιάς, ως αποτέλεσμα των ακραίων πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια, τίθενται με έναν πολύ άμεσο τρόπο κάποια διλήμματα. Εάν συνεχίσουμε στη λογική αυτών των πολιτικών, τότε είναι βέβαιο ότι θα έχουμε περαιτέρω ενίσχυση της ακροδεξιάς. Και εδώ κανείς πρέπει να επισημάνει το καινούριο στοιχείο, τη συνάντηση του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού με την ακροδεξιά ρητορική, τη λογική της εθνικής αναδίπλωσης και τις ρατσιστικές αναφορές. Αυτό πια εμφανίζει μια ολοένα και μεγαλύτερη παρουσία στα ευρωπαϊκά πράγματα και το πιο ανησυχητικό από όλα είναι ότι κερδίζει σε λαϊκά στρώματα. Το δίλημμα, λοιπόν, είναι αν θα δημιουργήσεις εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, ώστε να ανακόψεις αυτή τη φορά των πραγμάτων. Αλλά αυτό για να είναι πειστικό και αποτελεσματικό πρέπει να έχει έναν χαρακτήρα εναλλακτικής προσέγγισης στα ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Άρα να μιλήσεις για την ανάγκη μείωσης των ανισοτήτων, ενίσχυσης της δημοκρατίας στην Ευρώπη, ενίσχυσης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, πολιτικού ελέγχου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής. Όλα αυτά είναι μεταξύ τους αλληλένδετα και αυτή την εναλλακτική πρόταση, μπορεί να τη διαμορφώσει μόνο η ευρωπαϊκή Αριστερά, οι δυνάμεις της Οικολογίας και ένα τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας που αποδεσμεύεται από τον νεοφιλελευθερισμό.

Το μείγμα του ευρωψηφοδελτίου κινείται σε αυτή την κατεύθυνση, από τα ονόματα που έχουν ήδη ανακοινωθεί;

Το ευρωψηφοδέλτιο προσπαθεί, και σε πολύ μεγάλο βαθμό με την μέχρι τώρα σύνθεση το πετυχαίνει, να αποτυπώσει όλα αυτά τα μέτωπα, ώστε να εκφραστεί αυτός ο προβληματισμός και να υπηρετηθεί το κάλεσμα για τη δημιουργία ενός αριστερού προοδευτικού αστερισμού.

Η παραίτηση της Μυρσίνης Λοΐζου από το ευρωψηφοδέλτιο, μετά τη δημιοσιοποίηση δικαστικών εκκρεμοτήτων, δεν εκθέτει αυτή την προσπάθεια; Μήπως δείχνει μια προχειρότητα, χάριν του εντυπωσιασμού;

Οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε τη δικαστική εκκρεμότητα από τις εφημερίδες. Είναι ευθύνη και αυτού που αποφασίζει να εκτεθεί, αλλά και ως ένα βαθμό και του κόμματος να ελέγχει, στο μέτρο του δυνατού, τέτοιου είδους ζητήματα. Δεν είναι, όμως, πάντα αποτελεσματικό, διότι δεν έχουμε τέτοιους μηχανισμούς “γραφείου πληροφοριών”. Εναπόκειται τελικά σε μια ειλικρινή πολιτική συζήτηση, που πρέπει να γίνεται ανάμεσα σε αυτούς που αποφασίζουν να εκτεθούν και στο κόμμα.

Στο νέο κύμα ονομάτων που ανακοινώθηκε βρίσκεται και η υποψηφιότητα του κ. Κόκκαλη, η οποία ενόχλησε μέλη του κόμματος αλλά και προκάλεσε την αντίδραση της αντιπολίτευσης για συνδιαλλαγή με τη διαπλοκή. Τι επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτή την υποψηφιότητα; Ποιους θα προσελκύσει και μήπως υπάρχει κίνδυνος η επιλογή να χαρακτηριστεί ως μεταπολιτική;

Για να διευρύνω το περιεχόμενο της ερώτησης, θέλω να επισημάνω εάν τελικά μία τέτοιου είδους υποψηφιότητα σηματοδοτεί μια διάθεση υποστολής του μετώπου κατά της διαπλοκής. Και θέλω σε αυτό να είμαι κατηγορηματικός, σε καμιά των περιπτώσεων. Καθώς επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ σε καμιά περίπτωση δεν υιοθετεί την αδιέξοδη λογική του «πολιτικού σούπερ μάρκετ», δηλαδή βάζω λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο στο ψηφοδέλτιο. Η διαπλοκή, οι μίζες, η οικονομική και πολιτική χρεοκοπία της χώρας ήταν το αποτέλεσμα του παλαιού δικομματισμού. Εδώ έχουμε μια υποψηφιότητα που κρίνεται από τους ίδιους τους ψηφοφόρους. Δεν πρόκειται για μια μυστική συμφωνία. Και κανείς θα πρέπει να την κρίνει με βάση αυτά που λέει ο ίδιος. Διάβασα μια συνέντευξή του στο ΑΠΕ. Όσα είπε, ως προς το πολιτικό τους στίγμα, ανταποκρίνονται στο κάλεσμα που έχουμε απευθύνει για συστράτευση δυνάμεων για τη δημιουργία ενός μετώπου απέναντι στην ακροδεξιά και τη συντήρηση. Επιπροσθέτως, όσοι έχουν γνωρίσει τον Πέτρο Κόκκαλη από τη θητεία του στον δήμο Πειραιά, μιλάνε για μια εξαιρετική δουλειά που έγινε για τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος. Θεωρώ, λοιπόν, ότι με αυτή τη ματιά θα πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή την υποψηφιότητα και σε καμία περίπτωση δεν δέχομαι ότι υπάρχουν άλλου είδους υπόγειες συνεννοήσεις ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και οποιαδήποτε επιχειρηματικά συμφέροντα.

Όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός, στόχος του ΣΥΡΙΖΑ είναι να διαψεύσει τις δημοσκοπήσεις στις ευρωεκλογές. Είναι εφικτό κάτι τέτοιο, σε επίπεδο πολιτικής, αλλά και σε οργανωτικό επίπεδο;

Είναι εφικτό, πρώτα από όλα σε επίπεδο πολιτικής, καθώς στο τέλος της ημέρας των ευρωεκλογών, πολιτική θα είναι η κρίση του κόσμου. Το γεγονός ότι το πλειοψηφικό κομμάτι του κόσμου δεν εκφράζεται αυτή τη στιγμή, προφανώς δημιουργεί ερωτηματικά στο τι θα κάνει, αλλά ταυτόχρονα υποδηλώνει και τις δυνατότητες που υπάρχουν να κερδηθεί αυτός ο κόσμος στις κάλπες. Η αίσθηση που έχουμε όλοι, κομματικά και κυβερνητικά στελέχη, από την επικοινωνία μας με τον κόσμο, είναι ότι το κλίμα είναι πολύ πιο θετικό από αυτό που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις ή στα διάφορα ΜΜΕ, και επομένως ναι είναι πολύ πιθανό να διαψευστούν οι μέχρι τώρα προβλέψεις.

Ταυτόχρονα με τις ευρωεκλογές, θα γίνουν και οι αυτοδιοικητικές εκλογές. Πώς οργανώνεται ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την εκλογική μάχη;

Νομίζω ότι πρέπει και εμείς να ξεφύγουμε από τη λογική της στενής πολιτικής-κομματικής ερμηνείας και προσέγγισης του αποτελέσματος και των διεργασιών στο αυτοδιοικητικό επίπεδο. Έχει φανεί εδώ και πολύ καιρό, και θεωρώ ότι σε αυτές τις εκλογές θα επιβεβαιωθεί ακόμα περισσότερο, ότι υπάρχει μια σχετική αυτονομία και χειραφέτηση των τοπικών κοινωνιών έναντι των κεντρικών πολιτικών εξελίξεων. Μπορεί αυτό, για γνωστούς και κατανοητούς λόγους, να μην ισχύει για την περιφέρεια της Αττικής και τους μεγάλους δήμους, αλλά ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό στην υπόλοιπη χώρα. Επιχειρήσαμε να στηρίξουμε και να συμμετέχουμε σε ευρύτερα αυτοδιοικητικά σχήματα. Αυτή τη στιγμή συμμετέχουμε σε σχήματα συνεργασίας, στο 65% των δήμων της χώρας, με επικεφαλής ανθρώπους που δεν είναι κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίστοιχα, το 2014 τα μη συνεργατικά σχήματα ήταν στο 58%. Το σημαντικότερο, όμως, είναι να δούμε πως θα λειτουργήσει, για πρώτη φορά, το νέο θεσμικό πλαίσιο, η απλή αναλογική και τι διεργασίες θα τροφοδοτήσει για την επόμενη μέρα. Τότε κάθε αυτοδιοικητική πολιτική παράταξη θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον εαυτό της και τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας, χωρίς να έχει την πολυτέλεια να κρυφτεί πίσω από παραμορφωτικές καταστάσεις που επέβαλε το προηγούμενο σύστημα.

Επειδή όντως για πρώτη φορά θα εφαρμοστεί η απλή αναλογική, χωρίς να έχει διαμορφωθεί μια κουλτούρα συνεργασίας. Πώς θα αποφευχθούν τα αδιέξοδα της επόμενης μέρας;

Είναι ένας πολιτικός μονόδρομος. Για να λειτουργήσει η αυτοδιοίκηση θα πρέπει να κινηθούμε στον ασφαλή δρόμο των προγραμματικών συγκλίσεων και συνθέσεων. Και αυτό θα λειτουργήσει επ’ ωφελεία των τοπικών κοινωνιών, αλλά και του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ενδέχεται να στηθεί κάλπη και εθνικών εκλογών, πριν τον Οκτώβριο;

Είναι έξω από τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης οι πρόωρες εκλογές.

Εκλέχθηκες ομόφωνα γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να επανενεργοποιηθεί το κόμμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ πώς θα πάει στις εθνικές εκλογές; Θα προηγηθεί μια προγραμματική επεξεργασία, ώστε αυτή τη φορά να είναι αποτέλεσμα συλλογικών διεργασιών;

Τους τελευταίους μήνες έχει γίνει μια τιτάνια προσπάθεια για την οργανωτική ανασυγκρότηση του κόμματος, έτσι ώστε να επαναλειτουργήσουν οι οργανώσεις. Χωρίς να είναι ο πιο κατάλληλος χρόνος αυτή τη στιγμή, για να κάνουμε έναν απολογισμό των προηγούμενων χρόνων, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια κατάσταση χειμέριας νάρκης. Θεωρώ ότι έχουν γίνει πολλά τους τελευταίους μήνες, αλλά πολύ λιγότερα από αυτά που απαιτούνται. Όσον αφορά το πρόγραμμα, είναι προφανής η αναγκαιότητα οργάνωσης μιας τέτοιας δουλειάς το επόμενο διάστημα, όσο βέβαια μας το επιτρέπουν οι τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις και ανάγκες. Διότι, κακά τα ψέματα, η συμμετοχή της πλειοψηφίας του στελεχικού δυναμικού, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον κυβερνητικό σχεδιασμό, έχει αρνητική επίπτωση στην οργάνωση του κόμματος.

Η δημιουργία ενός προοδευτικού μετώπου έχει ανακοινωθεί ως στόχος, με τα κόμματα που κινούνται σε αυτόν το χώρο να αρνούνται τη συμμετοχή. Πώς θα συγκροτηθεί αυτό το μέτωπο, με τη συμμετοχή μόνο του ΣΥΡΙΖΑ;

Έχουν υπάρξει τέτοιες κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες το προηγούμενο διάστημα, που κανείς μπορεί να ανιχνεύσει διάσπαρτες πολιτικές κινήσεις και μορφώματα, που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια, που δείχνουν από μεριάς τους το ενδιαφέρον να συμμετάσχουν στη συγκρότηση μιας προοδευτικής συμμαχίας. Το γεγονός ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ με έναν λυσσαλέο τρόπο αντιπολιτεύεται τον ΣΥΡΙΖΑ, θέτοντας ως προτεραιότητα τη στρατηγική του ήττα, δείχνει ότι υπάρχει πλέον μια εμπεδωμένη πολιτική συνεννόηση με τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό προφανώς σημαίνει ότι για το ορατό μέλλον, με ευθύνη του ΚΙΝΑΛ, δεν υπάρχουν περιθώρια ενός διαλόγου, κάτι που μόνο τυχαίο δεν είναι. Πρόκειται για την ακραία έκφραση μιας πορείας των προηγούμενων ετών, από τα χρόνια της προγραμματικής συμπληρωματικότητας ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, από τα χρόνια της σύμπλευσης, τα χρόνια του μνημονίου και της κοινής προγραμματικής στάσης τώρα που είναι στην αντιπολίτευση. Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μια συμφωνία ανάμεσα στην κα Γεννηματά και τον κ. Μητσοτάκη.

Η επιθετική αντιπαράθεση του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΙΝΑΛ δεν θεωρείς ότι υπάρχει κίνδυνος να συσπειρώσει τη βάση του; Και ύστερα δηλώσεις του τύπου «δεν θα μπει το ΚΙΝΑΛ στη βουλή» δεν είναι μακριά από την κουλτούρα της Αριστεράς, που άλλωστε για δεκαετίες πάλευε την είσοδό της στη βουλή;

Δεν νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσδιορίζεται από τέτοιου είδους δηλώσεις. Πρόκειται για μεμονωμένες δηλώσεις, που δεν απηχούν τον τρόπο που προσεγγίζει ο ΣΥΡΙΖΑ το θέμα και την ανάγκη διαλόγου με την κεντροαριστερά. Από και πέρα, η επιθετική αντιπαράθεση προκύπτει με βάση τα όσα είπα πριν. Η εντύπωση που έχουμε είναι πως η βάση του ΚΙΝΑΛ αποσυσπειρώνεται, αφού έχουμε γίνει δέκτες προσέγγισης οργανωμένων στελεχών και δυνάμεων. Ωστόσο, η δική μας πρόθεση δεν είναι να απορροφήσουμε τον σοσιαλδημοκρατικό ή τον κεντροαριστερό χώρο. Γι’ αυτό μιλάμε για μια συμμαχία αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, για έναν αστερισμό με σεβασμό στη ιδιαιτερότητα των πολιτικών υποκείμενων. Ούτε σε καμία περίπτωση πρόθεσή μας είναι να υποκαταστήσουμε την κεντροαριστερά και να την ανασυγκροτήσουμε.

Πέρα, λοιπόν, από τις προοδευτικές δυνάμεις, το μέτωπο αυτό έχει στόχο να συσπειρώσει και τις αριστερές δυνάμεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε διάλογο με τις οργανωμένες δυνάμεις, αλλά και με τους ανένταχτους αριστερούς και αριστερές;

Ως προς τα οργανωμένα της κομμάτια όχι. Το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΛΑΕ δεν νομίζω ότι αφήνουν, άλλωστε, και πολλά περιθώρια διαλόγου. Αλλά, ως προς την ανένταχτη αριστερά προφανώς και επιδιώκουμε να συναντηθούμε, αλλά αυτό είναι πολύ δύσκολο να μορφοποιηθεί, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν συγκροτημένα πολιτικά υποκείμενα. Το κλειδί για μια νέα νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο η εκλογική του διεύρυνση προς τον κεντροαριστερό χώρο, όσο κυρίως η επανασυσπείρωση των δυνάμεων που του έδωσαν τις δύο νίκες το 2015. Πρόκειται για ένα κομμάτι ψηφοφόρων, που σήμερα έχουν στην πλειοψηφία τους αποστασιοποιηθεί, έχοντας μια αριστερή κριτική ματιά απέναντί του. Με αυτή την έννοια, προσεγγίζουμε την ανάγκη της αμφίπλευρης διεύρυνσης.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει να μην αντιπαρατεθεί με τη στάση του ΚΚΕ σε διάφορα ζητήματα;

Το ΚΚΕ έχει βολευτεί σε μια στάση στείρας καταγγελίας. Χαρακτηρίζεται από μια λογική δογματικής αναδίπλωσης, τα τελευταία χρόνια, στις αναλύσεις του και τις επεξεργασίες του, κάτι που έχει βολέψει και τις υπόλοιπες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, διότι με τη στάση του αυτή δεν ενοχλεί, αφού δεν δημιουργεί μια συνθήκη ανατροπής των πολιτικών καταστάσεων. Από εκεί και πέρα, συμφωνώ ότι πρέπει να υπάρχει αντιπαράθεση σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα. Για παράδειγμα, με αφορμή το συνέδριο της ΓΣΕΕ, αναδεικνύεται η ανάγκη να μιλήσουμε ξεκάθαρα για τις μεγάλες ευθύνες των δυνάμεων του ΚΚΕ, που για διαφορετικούς λόγους βεβαίως από τη σημερινή γραφειοκρατικοποιούμενη πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, καταδικάζουν και οι δυο τους το συνδικαλιστικό κίνημα σε ανυποληψία και σε διάλυση.

Η Νέα Δημοκρατία έχει επιλέξει να ανακοινώνει μέρη του προγράμματός της, που αναδεικνύουν την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική που σκοπεύει να ακολουθήσει σε περίπτωση που βγει στην κυβέρνηση. Κάνει λόγο για απολύσεις, για περικοπή επιδομάτων, ιδιωτικοποίηση της παιδείας κ.λπ., και προσπαθεί να εμφανίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα παροχολογίας. Πώς κρίνεις τη στρατηγική της;

Όταν η Νέα Δημοκρατία μας κατηγορεί για μια «επιδοματική πολιτική», αφού προηγουμένως φτωχοποιήσαμε τον κόσμο, σύμφωνα με τη δική της ανάλυση, μας δίνει μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποκαλύψουμε τον ταξικό και ακραία νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα των προτάσεών της. Διότι ονομάζει «επιδοματική πολιτική» αυτό που για πρώτη φορά, έστω και σε συνθήκες βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης, επιχειρήθηκε στην Ελλάδα να φτιαχτεί· ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος είτε με την πρόσβαση στα νοσοκομεία, είτε με την επιδότηση ενοικίου, είτε με την παροχή επιδόματος αλληλεγγύης. Η οικονομική πρόταση της ΝΔ είναι να έχουμε μεγάλο όγκο ανεργίας, για να οδηγηθούμε σε μικρότερους μισθούς και άρα να γινόμαστε πιο ανταγωνιστικοί. Αυτό που ονομάζουν «επιδοματική πολιτική» είναι η δική μας υποχρέωση για να περιορίσουμε τη φτώχεια και την ανέχεια, αλλά ταυτόχρονα δείχνει τη δική μας κοινωνική ευαισθησία, αφού για εμάς δεν νοείται ανάπτυξη χωρίς να έχει το στοιχείο της μείωσης της ανεργίας, της ενίσχυσης των δικαιωμάτων του κόσμου της μισθωτής εργασίας, που επλήγησαν τα χρόνια των μνημονίων.

Σχετικά Νέα