Ολοταχώς για το Εθνικό Απολυτήριο – Το σχέδιο για την αντικατάσταση των Πανελλαδικών

Το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας για το τέλος των Πανελλαδικών και τη δημιουργία ενός συστήματος το οποίο θα βασίζεται στις επιδόσεις των μαθητών και στις τρεις τάξεις του Λυκείου.

«Τα επιτυχημένα εξεταστικά συστήματα είναι εκείνα που δοκιμάζονται στην πορεία του χρόνου και εκείνα που κινούνται στη βάση μιας εθνικής στρατηγικής» λέει ο πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων του υπουργείου Παιδείας κ. Γεώργιος Δάσιος μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής». «Χρειαζόμαστε ένα σύστημα αξιοκρατικό και αδιάβλητο, το οποίο να αποφορτίσει τις ελληνικές οικογένειες από την πίεση μιας συγκεκριμένης εξεταστικής διαδικασίας εθνικού τύπου. Ταυτόχρονα όμως να δίνει τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια να παίρνουν επιλεκτικά τους καλύτερους και στα παιδιά διεξόδους επαγγελματικές αλλά και τη δυνατότητα να σπουδάσουν εκείνο που πραγματικά θέλουν. Πώς θα γίνει αυτό;» αναρωτιέται. «Πολύ δύσκολα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσπαθήσουμε κιόλας».

Ο στόχος και οι αλλαγές

Η συζήτηση λοιπόν για μία ακόμα φορά αρχίζει. Είναι δίκαιο ένα εξεταστικό σύστημα που οδηγεί εκατοντάδες παιδιά με πολύ χαμηλές βαθμολογίες σε σπουδές τις οποίες πιθανώς δεν θα μπορέσουν ποτέ να ολοκληρώσουν; Μήπως έτσι φτιάχνεις απογοητευμένους πολίτες που έχασαν την ευκαιρία να ακολουθήσουν διαφορετικές επαγγελματικές πορείες; «Στην Ελλάδα, εάν έχεις πτυχίο πανεπιστημίου και είσαι άνεργος θεωρείσαι επιτυχημένος, ενώ εάν έχεις επιχείρηση με νταλίκες που βγάζει χιλιάδες ευρώ τον μήνα οι περισσότεροι θα σε θεωρούν αμόρφωτο και αποτυχημένο» έλεγε χαριτολογώντας στο «Βήμα» τις προηγούμενες ημέρες πολιτικός και πρώην υπουργός Παιδείας.

Νομοθετικές παρεμβάσεις

Έτσι, τα εφετινά αποτελέσματα των Πανελλαδικών τοποθετούνται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που απαιτεί την κατοχή πανεπιστημιακών πτυχίων, αλλά διαθέτει ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο με δυσκολία μπορεί να τροφοδοτήσει τους νέους σήμερα με τα εφόδια που χρειάζονται. Για να γυρίσουμε κατ’ επέκταση τη συζήτηση λίγο… πίσω, φαίνεται ότι οι άμεσες νομοθετικές παρεμβάσεις χρειάζονται σήμερα όχι στον χώρο των πανεπιστημίων, αλλά στον χώρο των σχολείων. Σε αυτήν την κατεύθυνση η κυβέρνηση μελετά ένα νέο σύστημα το οποίο θα βασίζεται στην ιδέα του ισχυρού Εθνικού Απολυτηρίου, σε μια νέα εκδοχή ενός θεσμού τον οποίο πολλοί προσπάθησαν να υλοποιήσουν αλλά κανείς δεν τα κατάφερε.

Ένα Εθνικό Απολυτήριο το οποίο θα βασίζεται στις επιδόσεις των μαθητών και στις 3 τάξεις του Λυκείου αποτελεί τη βάση του σχεδιασμού που συζητείται αυτές τις ημέρες στο κτίριο του Αμαρουσίου. Για το Απολυτήριο αυτό θα συνυπολογίζονται οι βαθμοί και των 3 τάξεων του Λυκείου με ειδικό συντελεστή ανά τάξη. Πρόκειται για ένα σύστημα εθνικού τύπου γραπτών προαγωγικών εξετάσεων σε περισσότερα από 4 μαθήματα από τάξη σε τάξη για όλο το Λύκειο και η επιλογή των θεμάτων τους θα γίνεται μέσα από την Τράπεζα Θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας.

Στα παραπάνω θα ενταχθεί σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και επιμόρφωσής τους, ενώ θα ενισχυθεί ο ρόλος του ΑΔΕΠ (αρχή για την αξιολόγηση των ΑΕΙ) αλλά και της αντίστοιχης ανεξάρτητης αρχής που ελέγχει την αξιολόγηση των σχολείων.

Στα πανεπιστήμια έχει γίνει σαφές, και αναμένεται να το δούμε σύντομα με τη μορφή νόμου, ότι η χρηματοδότησή τους θα συνδεθεί με την αξιολόγηση και την ερευνητική παρουσία τους και φυσικά με τους αριθμούς των φοιτητών και μελών τους.

Στον απόηχο των αποτελεσμάτων ενός εξεταστικού συστήματος που πνέει τα λοίσθια, λοιπόν, το ερώτημα σήμερα είναι ποια θέλουμε να είναι η επόμενη μέρα στον χώρο της Παιδείας. Οι πανελλαδικές εξετάσεις στη σημερινή μορφή τους αποτελούν απλά ένα τρίωρο διαγώνισμα εκτός σχολείου, στο οποίο ο υποψήφιος που θα αποτύχει θα πρέπει να περιμένει έναν ολόκληρο χρόνο πριν του δοθεί η δυνατότητα να προσπαθήσει ξανά. Με την ολοκλήρωσή τους δε, οι 8 στους 10 υποψηφίους δεν είναι καν ικανοποιημένοι με τη σχολή στην οποία εισήχθησαν.

Τα νέα τμήματα

Πάντως σκοτεινό μοιάζει το μέλλον των νέων τμημάτων που δημιουργήθηκαν στα πανεπιστήμια της χώρας από τη συγχώνευσή τους με ΤΕΙ, ειδικά δε εκείνων των περιφερειακών τμημάτων που ανέβασαν λίγο τη μετοχή τους στο εκπαιδευτικό «χρηματιστήριο» της χώρας επειδή έγιναν πανεπιστημιακά, αλλά και πάλι δεν μπόρεσαν να τραβήξουν το ενδιαφέρον των υποψήφιων φοιτητών.

Πληροφορίες δε από το υπουργείο Παιδείας αναφέρουν ότι είναι πιθανότατο να μην ανοίξουν αρκετά από τα 37 νέα τμήματα που είχαν προγραμματιστεί για να λειτουργήσουν την επόμενη χρονιά 2020-2021. Και αυτό γιατί θα υπάρχει πλέον αρκετός χρόνος για να αξιολογηθούν η βιωσιμότητα και η σκοπιμότητά τους έτσι ώστε να κριθεί εάν μπορούν τελικά να λειτουργήσουν.

Κατά τα άλλα, οι αντιδράσεις ξεκίνησαν στην ανώτατη εκπαίδευση της χώρας με πρώτο το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η συνέλευση του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ εξέφρασε ήδη την έντονη αντίθεσή της για την πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Παιδείας που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καθορίζει τις αντιστοιχίες των τμημάτων των ΑΕΙ για τις μετεγγραφές του ακαδημαϊκού έτους 2019-2020. Μέσα στην απόφαση αυτή το Τμήμα Γεωπονίας του Ιδρύματος αντιστοιχίζεται με εννέα νέα τμήματα στο ίδιο επιστημονικό αντικείμενο που προέκυψαν από τη διαδικασία συγχώνευσης πανεπιστημίων – ΤΕΙ. Αυτό σημαίνει φυσικά ότι από αυτά τα τμήματα θα μπορέσει να δεχτεί μετεγγραφές πρωτοετών φοιτητών με πολύ χαμηλότερες βαθμολογίες από εκείνες με τις οποίες δέχτηκε τους αρχικούς φοιτητές του και βεβαίως με διαφορετικό πρόγραμμα σπουδών.

Το ίδιο πρόβλημα αναμένεται να προκύψει με πολλά πολυτεχνικά νέα τμήματα αλλά και με νέα τμήματα καθηγητικών σχολών που δημιουργήθηκαν στη χώρα. «Η αθρόα μετεγγραφή φοιτητών από τα νέα αυτά τμήματα είναι βέβαιο ότι θα υποβαθμίσει την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης αλλά και την ερευνητική δραστηριότητα του τμήματος, αφού οι υφιστάμενες υλικοτεχνικές υποδομές (αμφιθέατρα, αίθουσες διδασκαλίας, αίθουσες εργαστηριακών ασκήσεων) παρέχουν τη δυνατότητα εκπαίδευσης 120 μόνο φοιτητών (γεγονός που έχει γνωστοποιηθεί στο υπουργείο μέσω της Συγκλήτου του πανεπιστημίου μας), ενώ το υπάρχον εκπαιδευτικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό μειώθηκε σημαντικά εξαιτίας της αφυπηρέτησης πολλών μελών ΔΕΠ (πάνω από 60) και λοιπού προσωπικού» αναφέρεται στην ανακοίνωση του τμήματος του ΑΠΘ. «Το πλέον ανησυχητικό γεγονός για την εκπαιδευτική δραστηριότητα του τμήματός μας είναι ότι ο μεγάλος αριθμός φοιτητών (2.313 άτομα), οι οποίοι έχουν εισαχθεί στα νέα αυτά τμήματα, έχουν πολύ χαμηλότερη βαθμολογία (έως και 7.663 μόρια) σε σύγκριση με τους φοιτητές που εισάγονται στο Τμήμα Γεωπονίας του ΑΠΘ (με βάση εισαγωγής 14.644 μόρια). Ως επακόλουθο, η μετεγγραφή τους στο Τμήμα Γεωπονίας θα οδηγήσει σε μια άδικη υποβάθμιση του ακαδημαϊκού επιπέδου του και στην απαξίωση της προσπάθειας που κατέβαλαν εκατοντάδες μαθητές να εισαχθούν στο Τμήμα Γεωπονίας του ΑΠΘ, πετυχαίνοντας υψηλή βαθμολογία στις πανελλαδικές εξετάσεις» η ανακοίνωση.

Πάντως, εντυπωσιακή εξέλιξη των προηγούμενων ημερών ήταν ότι τελικά οι υποψήφιοι γύρισαν την πλάτη τους στα νέα τμήματα που ιδρύθηκαν στα ανώτατα ιδρύματα της χώρας από την «πανεπιστημιοποίηση» των ΤΕΙ. Σε αυτά εισήχθησαν τελικά υποψήφιοι με πολύ χαμηλές βαθμολογίες, ενώ δεν αποτέλεσαν τις πρώτες επιλογές των νέων.

Πηγή: newpost.gr

Σχετικά Νέα