Οι τοξικές «πληροφορίες» για τον κορωνοϊό και η «μάχη» των ειδικών στα social media

Εκτός από το πεδίο των ερευνών και των μελετών, εκτός από τα νοσοκομεία και τα εργαστήρια, πολλοί «ειδικοί» δίνουν παράλληλα κι άλλη μία μάχη, αυτή τη φορά στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιχειρώντας να «απαντήσουν» στις θεωρίες συνωμοσίας και να διαχωρίσουν τις πληροφορίες από τις τοξικές «πληροφορίες».

Εδώ και μερικές εβδομάδες, πλήθος γιατρών, πανεπιστημιακών και θεσμών έχουν διευρύνει και προσαρμόσει την επιστημονική ενημέρωση, ποντάροντας στην παιδαγωγική αντιμετώπιση, παρά στην αυθεντία, για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Ο ερευνητής στην Βιοχημεία Mathieu Rebeaud, χρησιμοποίησε φωτογραφίες με γάτες και την δηκτική του ειρωνεία για να πολλαπλασιάσει τους ακολούθους του στο Twitter από την αρχή της πανδημίας Covid-19. Εξηγεί, εκλαϊκεύει, ξεδιαλέγει για να απομονώσει και να αντιμετωπίσει τα σφάλματα, τις ψευδείς πληροφορίες, τις θεωρίες συνωμοσίας.

Με την πανταχού παρουσία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, πρέπει να επιταχύνουμε, να αντεπιτεθούμε και να χρησιμοποιήσουμε το Twitter, το Facebook ή το YouTube για να περάσουμε απλά μηνύματα πρόληψης, να θέσουμε τις βάσεις της Ιολογίας και της επιστημονικής διαχείρισης, δηλώνουν οι ειδικοί.

Για την πανδημία, «οι θεωρίες συνωμοσίας δίνουν πλήρεις, απλές και φαινομενικά έλλογες και στέρεες εξηγήσεις» που φαινομενικά έρχονται «σε απόλυτη αντίθεση με την διαθέσιμη επιστημονική γνώση, η οποία είναι πολύπλοκη, σποραδική , μεταβαλλόμενη και γεμάτη αντιφάσεις» συνοψίζει η ερευνήτρια του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι Kinga Polynczuk-Alenius.

«Σε αυτήν την περίοδο της αβεβαιότητας, είναι ιδιαίτερα αναγκαία η ταχεία διανομή αξιόπιστης πληροφορίας», είχε προειδοποιήσει από τον Φεβρουάριο η βρετανική ιατρική επιθεώρηση The Lancet.

Αλλά πώς να συμφιλιωθεί ο -μακρύς- χρόνος των επιστημονικών δημοσιεύσεων με την έννοια του χρόνου του ευρέος κοινού, που είναι συνηθισμένο στις αστραπιαίες ταχύτητες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και απαιτεί στέρεες και οριστικές απαντήσεις.

«Πώς να επικοινωνήσει κανείς στην συγκυρία αυτή της ακραίας αβεβαιότητας;», λέει ο Mikael Chambru, ειδικός επιστημονικής επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Grenoble-Alpes.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή

Σε κάθε περίπτωση, «δεν έχουμε επιλογή», λέει ο Jean-Gabriel Ganascia, πρόεδρος της επιτροπής ηθικής του CNRS (Centre National de la Recherche Scientifique της Γαλλίας).

«Πρέπει να εκμεταλλευθούμε τα πάντα», λέει ο Jean-Francois Chambon, γιατρός και διευθυντής επικοινωνίας του Ινστιτούτου Παστέρ, που δεν είχε άλλη επιλογή από την κατηγορηματική διάψευση τον Μάρτιο ενός τοξικού βίντεο που κατηγορούσε τον επιστημονικό θεσμό ότι «δημιούργησε» τον SARS-Cov-2.

Αν η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του Ίντερνετ από την επιστημονική κοινότητα δεν γεννήθηκε μαζί με την πανδημία, αυτή την διεύρυνε, την ενίσχυσε, την επιτάχυνε και την έκανε περισσότερο ορατή.

«Το Twitter, ήταν ήδη κάτι που χρησιμοποιούσα , αλλά είναι αλήθεια ότι ήμουν πολύ λιγότερο παρών πριν από την Covid-19 », εξηγεί ο Mathieu Rebeaud , του Πανεπιστημίου της Λοζάνης.

Για τους 14.000 followers του δεν διστάζει να αναλύει επιστημονικές μελέτες μέσω των threads που επιτρέπουν την ανάρτηση σειράς μηνυμάτων.

Πολλοί σαν αυτόν κάνουν το ίδιο. Μεταξύ των γιατρών ή ερευνητών που εξηγούν, εκλαϊκεύουν ή συζητούν για θέματα της Covid-19, οι Γάλλοι «Apothicaire amoureux» και Jeremy Descoux ή η Ολλανδή μικροβιολόγος Elisabeth Bik.

Στις 22 Μαΐου, λίγες ώρες μετά την δημοσίευση της μεγάλης έρευνας για τα αποτελέσματα της χλωροκίνης και της υδροξυχλωροκίνης, η ολλανδή μικροβιολόγος έσπευσε να τουιτάρει την περίληψη συνοψίζοντας σε μία φράση: «λιγότερη επιβίωση και περισσότερες κοιλιακές αρρυθμίες».

Οι περισσότερες ιστοσελίδες κυβερνήσεων ή υγειονομικών υπηρεσιών αφιερώνουν πολλές σελίδες στην εκστρατεία κατά των ψευδών και τοξικών «πληροφοριών, που επίσης εξαφανίζονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Για την κρίση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έκανε συμφωνία με την Facebook για την δημοσίευση απευθείας μηνυμάτων μέσω των εφαρμογών WhatsApp και Messenger. Στον Τύπο, επιστήμονες και γιατροί απαντούν καθημερινά σε ερωτήσεις για να διαψεύσουν ψευδή και τοξική «πληροφόρηση» σχετικά με τον ιό.

Σχετικά με την παραπληροφόρηση, «δεν είχαμε ειδικό μηχανισμό, αλλά στήσαμε μία ειδική σελίδα πολύ γρήγορα…καταλάβαμε ότι υπήρχε πληθώρα «fake news» για το θέμα», εξηγεί ο Jean-Francois Chambon, γιατρός και διευθυντής επικοινωνίας του Ινστιτούτου Παστέρ. Η σελίδα έχει πλέον 16.000 συνδρομητές, έναντι των συνήθων 4.000.

Διαπαιδαγώγηση

Όμως, η μεταβολή δεν είναι ποσοτική, εξηγεί ο Mikael Chambru.

Επισημαίνει ότι οι επιστήμονες που συμμετέχουν στον διάλογο «επιδιώκουν να μοιραστούν τις επιστημονικές γνώσεις με στόχο την ενίσχυση της επιστημονικής κουλτούρας του κοινού και προσφέροντας τα κλειδιά της ανάγνωσης , στην θέση της κατάχρησης της αυθεντίας».

Εξ ου και οι επαναλαμβανόμενες προσπάθειες πολλών να υπενθυμίζουν με σειρά tweet τους κανόνες που καθιστούν μία μελέτη περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστη ανάλογα με το αν σέβεται λίγο, πολύ ή καθόλου τις αρχές της επιστημοσύνης.

Όμως, η μάχη μοιάζει συχνά άνιση. «Η αποδόμηση μιας “μαλ@@ίας” χρειάζεται 10 φορές περισσότερη ενέργεια από την ανάρτησή της», συνοψίζει ο Mathieu Rebeaud επαναλαμβάνοντας το συμπέρασμα μίας μελέτης της επιθεώρησης Science, που τόνιζε το 2018 ότι «τα ψέματα διασπείρονται ταχύτερα από την αλήθεια».

Εξ ου και οι εκκλήσεις για πρόληψη.

Μία εκλαϊκευμένη επιστημονική ανακοίνωση δεν πρέπει να είναι το μοναδικό αντίδοτο για την αντιμετώπιση των fake news, λέει η ιταλίδα ερευνήτρια Mafalda Sandrini, ζητώντας την επανεξέταση της διδασκαλίας των επιστημών, ώστε το κοινό να είναι λιγότερο ευάλωτο στις τοξικές «πληροφορίες».

Σχετικά Νέα