ΗΠΑ: H κυβέρνηση Τραμπ δεν θα προχωρήσει σε ανακατανομή κονδυλίων

Ο υπηρεσιακός Προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Μικ Μαλβέινι δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν προγραμματίζει να πάρει χρήματα από προγράμματα που χρηματοδοτούνται μέσω του παρόντος οικονομικού έτους, ώστε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, μεταδίδει το CNN.

Παράλληλα, ο ίδιος αξιωματούχος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κάποια λίστα προγραμμάτων “τα οποία θα στερηθούν την χρηματοδότησή τους για την κατασκευή του τείχους.”

“Αυτό που συμβαίνει, κι έχουμε ενημερώσει σχετικά το Κογκρέσο, είναι ότι κανένα από τα προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί να ξεκινήσουν ή είναι υποχρεωτικό να αρχίσουν μέσα στο 2019, από σήμερα και μέχρι τον Σεπτέμβριο, δεν θα επηρεαστούν,” δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μαλβέινι στην εκπομπή “Face the Nation” του CBS και στην Μάργκαρετ Μπρέναν.

Τον προηγούμενο μήνα, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε κηρύξει μια εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην συνοριακή γραμμή των ΗΠΑ με το Μεξικό, προκειμένου να προχωρήσει στην ανακατανομή κονδυλίων άνω των 5,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή του τείχους, από δαπάνες του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού που έχουν εγκριθεί για άλλους σκοπούς από το Κογκρέσο.

Ο Μαλβέινι δήλωσε ότι “θα χρειαστεί λίγος χρόνος,” μέχρι την αποστολή στο Κογκρέσο της λίστας των προγραμμάτων από τα οποία η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να πάρει χρήματα για την κατασκευή του τείχους.

Ο ίδιος δήλωσε στην Μπρέναν ότι δεν έχει λάβει γνώση για την προετοιμασία κάποιας λίστας την περίοδο αυτή, σχετικά με τα προγράμματα που θα επηρεαστούν οικονομικά από την κατασκευή του τείχους που προωθεί ο πρόεδρος Τραμπ. Η ανακατανομή αυτή των δαπανών, είναι ένα από τα κύρια σημεία αντίδρασης των επικριτών της κήρυξης της κατάστασης ανάγκης. “Δεν υπάρχει κάποια λίστα προγραμμάτων που θα χάσουν ολικά την χρηματοδότησή τους, ώστε να κατασκευαστεί το τείχος. Αυτό που θα υπάρξει θα είναι μία λίστα προγραμμάτων τα οποία θα ικανοποιούν τα κριτήρια που σας ανέφερα. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούν να χρηματοδοτούνται πέραν του τέλους του παρόντος οικονομικού έτους,” είπε ο ίδιος.

“Γιατί είναι σημαντικό αυτό; Γιατί αν ένα πρόγραμμα μπορεί να χρηματοδοτηθεί ας πούμε το 2021, μας δίνει π.χ. μία διετία για να το υποστηρίξουμε. Το Κογκρέσο θα περάσει ένα προϋπολογισμό δαπανών αυτόν τον χρόνο, τον επόμενο, έτσι κανένα [από τα ισχύοντα] προγράμματα δεν θα επηρεαστεί,” ξεκαθάρισε ο Μαλβέινι.

Το βράδυ της προηγούμενης Τετάρτης, οι οι Ρεπουμπλικάνοι Γερουσιαστές Τεντ Κρουζ (Τέξας) Λίντσεϊ Γκράχαμ (Νότια Καρολίνα) και Μπεν Σέις (Νεμπράσκα) έφτασαν στον Λευκό Οίκο χωρίς να έχει αναγγελθεί η επίσκεψή τους, αλλά με πραγματική διάθεση να συζητήσουν την (επικείμενη για την Πέμπτη) κρίσιμη ψηφοφορία στην Γερουσία και να βρουν έναν τρόπο, ο οποίος θα τους επέτρεπε να ψηφίσουν κατά της απόφασης, για την ακύρωση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η οποία είχε προηγούμενα ψηφιστεί από την Βουλή των Αντιπροσώπων.

Ο αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος του Λευκού Οίκου Πατ Φιλμπίν, αλλά και η υπεύθυνη νομοθετικών υποθέσεων Σαχίρα Νάιτ ειδοποιήθηκαν προκειμένου να λάβουν μέρος στην συνάντηση των τριών γερουσιαστών και του προέδρου Τραμπ. Ωστόσο, η συζήτηση που έγινε δεν παρήγαγε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, ώστε να ξεπεραστεί η διάσταση απόψεων μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και των γερουσιαστών.

Από την άλλη μεριά, η Νάιτ είχε δηλώσει στους συναδέλφους της, ότι η απροδόκητη συνάντηση μεταξύ των γερουσιαστών και του προέδρου “επιδείνωσε περισσότερο την κατάσταση, παρά την βελτίωσε,” καθώς οι τρεις γερουσιαστές ενόχλησαν τον πρόεδρο, διακόπτοντας το δείπνο του, ενώ δεν είχαν σχηματίσει μια ενοποιημένη άποψη για τα όσα υποστήριζαν.

Από την πλευρά τους, οι τρεις γερουσιαστές είπαν αργότερα σε συναδέλφους τους, ότι ο πρόεδρος Τραμπ ήταν ακόμη περισσότερο θυμωμένος για την επικείμενη ψηφοφορία, σε σύγκριση με την χαλαρή διάθεση που είχε στην συνάντηση με τους γερουσιαστές που είχε προηγηθεί, το απόγευμα της ίδιας ημέρας και είχε ως βασικό θέμα, το εμπόριο.

Η χαλαρή διάθεση του Τραμπ είχε προκαλέσει έκπληξη στους γερουσιαστές που είχαν λάβει μέρος στην πρώτη συνάντηση.

Τελικά, οι τρεις γερουσιαστές συντάχθηκαν με τον πρόεδρο Τραμπ στην ψηφοφορία, παρά το γεγονός ότι 12 Ρεπουμπλικάνοι συνάδελφοί τους διαφώνησαν μαζί τους και ψήφισαν μαζί με τους Δημοκρατικούς, υπέρ της απόφασης ακύρωσης της κήρυξης μιας εθνικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης στην συνοριακή γραμμή με το Μεξικό.

Στην συνέχεια, ο πρόεδρος Τραμπ άσκησε το πρώτο βέτο της προεδρικής του θητείας, μπλοκάροντας την απόφαση ακύρωσης της κήρυξης κατάστασης ανάγκης στη νότια συνοριακή γραμμή, ενώ υποστήριξε ότι η απόφαση για την ακύρωση “θέτει σε κίνδυνο μεγάλο αριθμό Αμερικανών πολιτών.”

Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο της αποστολής μιας εθελοντικής δύναμης άμεσης αντίδρασης, με αποστολή η ομάδα αυτή, να βοηθήσει στην διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης ασφάλειας στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, σύμφωνα με τέσσερις πρώην κι εν ενεργεία αξιωματούχους, οι οποίοι έχουν ενημερωθεί για τις σχετικές συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Καθώς οι συλλήψεις στην συνοριακή γραμμή αυξάνονται, η κυβέρνηση Τραμπ “εξετάζει τις επιλογές της” για την εξεύρεση πιθανών τρόπων διάθεσης επιπρόσθετου αριθμού στελεχών συνοριακής ασφάλειας και συναφούς προσωπικού, ώστε να ελεγχθεί αποτελεσματικά η ροή των μεταναστών, σύμφωνα με την άποψη ενός πρώην αξιωματούχου του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ.

“Η ερώτησή μου είναι αν πραγματικά χρειάζονται περισσότερους ανθρώπους στα σύνορα ή αν προσπαθούν να κάνουν μία δήλωση εδώ;” αναρωτήθηκε ο Γκρέικ Φουγκέιτ, διευθυντικό στέλεχος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Έκτακτων Καταστάσεων (FEMA) την περίοδο της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα.

Ένας δεύτερος αξιωματούχος του ίδιου υπουργείου αναρωτήθηκε για τα πραγματικά κίνητρα της κυβέρνησης Τραμπ, σχετικά με την αποστολή της εθελοντικής δύναμης. Αυτό “έχει ιδιαίτερο νόημα για έναν τυφώνα,” όχι για τα σύνορα. “Όλο αυτό γίνεται για να ενισχυθεί ο κυβερνητικός ισχυρισμός ότι υπάρχει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης,” πρόσθεσε ο ίδιος αξιωματούχος.

Μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει αναπτύξει στη νότια συνοριακή γραμμή εκατοντάδες συνοριακούς πράκτορες, από το σύνολο των 19.443 στελεχών συνοριακής ασφάλειας που διαθέτει στην ειδική υπηρεσία (Border Patrol). Παράλληλα, έχει αποστείλει 6.000 στρατιώτες, αλλά και μέλη της Εθνοφρουράς των ΗΠΑ.

AΠΕ-ΜΠΕ

Σχετικά Νέα