ΙΕΛΚΑ: Πάνω από 1,5 δισ. ευρώ οι επενδύσεις από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ την τελευταία πενταετία

Ξεπέρασαν τα 1,5 δισ. ευρώ οι επενδύσεις από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ την τελευταία πενταετία ενώ για τα επόμενα χρόνια αναμένονται επιπλέον επενδύσεις που θα ξεπερνούν τα 250 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ.

Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από μελέτη του ΙΕΛΚΑ που επεξεργάστηκε στοιχεία ισολογισμών των αλυσίδων σουπερμάρκετ και τις εκτιμήσεις ειδικών για τις εταιρείες.

Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΕΛΚΑ οι επενδύσεις των αλυσίδων σούπερ μάρκετ κατευθύνθηκαν κυρίως στους παρακάτω τομείς:

– Ανάπτυξη δικτύου με καταστήματα νέας γενιάς

– Εκσυγχρονισμός αποθηκών, δικτύου διανομών, στόλου οχημάτων και λοιπών υποδομών

– Ψηφιακές τεχνολογίες και ψηφιακά κανάλια επικοινωνίας/πωλήσεων

– Υλοποίηση υποδομών βιώσιμης ανάπτυξης

– Εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων καταστημάτων για αναβάθμιση της εμπειρίας των καταναλωτών

– Ανάπτυξη και εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού.

Το πάγιο ενεργητικό των αλυσίδων σουπερμάρκετ στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία και παρά τις όποιες αλλαγές έχουν πραγματοποιηθεί αυξήθηκε κατά περίπου 18%, κάτι που μεταφράζεται σε ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περί το 3%. Το 2017 τα πάγια των αλυσίδων σουπερμάρκετ που δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις ανέρχονται σε 3,8 δισ. ευρώ έναντι 3,3 δισ. ευρώ το 2012. Η εξέλιξη αυτή είναι αξιοσημείωτη για την ελληνική οικονομία η οποία την τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται από αποεπένδυση.

Τα στοιχεία των παγίων των εταιρειών παρουσιάζουν μεγάλες αυξήσεις κάθε χρόνο, οι οποίες ειδικά τα έτη 2016 και 2017 ήταν ιδιαίτερα μεγάλες λόγων των μεταφορών παγίων από τις εξαγορασθείσες εταιρείες στους νέους ομίλους και εταιρείες.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ειδικά μετά το 2013, η αύξηση των παγίων ξεπερνά τα 100 εκατ. ευρώ ανά έτος, ενώ και οι αποσβέσεις των παγίων ανά έτος παραμένουν σταθερές περί τα 120 εκατ. ευρώ.

 

Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ όλοι οι νέοι όμιλοι και εταιρείες κατά κανόνα δεν έκλεισαν παρά ελάχιστα καταστήματα, επενδύοντας σημαντικά ποσά στη διαμόρφωση ενός ομοιογενούς και αποδοτικού δικτύου, κάτι που αφορά εκτός από τα ίδια τα καταστήματα και τις λοιπές αναγκαίες υποστηρικτικές υποδομές (π.χ. αποθήκες, μεταφορές, τεχνικός εξοπλισμός, υποδομές και συστήματα κ.λπ.).

Το ερώτημα της αποδοτικότητας των επενδύσεων αυτών μπορεί να απαντηθεί σε βάθος χρόνου. Μάλιστα η άμεση επίδραση αυτών των κινήσεων σε συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς δείκτες ενδεχομένως να είναι ακόμα και αρνητική.

Αρκετές από τις μεγαλύτερες αλυσίδες του κλάδου παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια χαμηλή κυκλοφοριακή ταχύτητα παγίων εξαιτίας των σημαντικών επενδύσεων τους σε ενσώματες ακινητοποιήσεις (νέα καταστήματα, κέντρα διανομών) και ιδίως μετά το 2014 σε συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις (εξαγορές μικρότερων αλυσίδων ή μεμονωμένων καταστημάτων άλλων αλυσίδων), οι οποίες αυξάνουν τα πάγια τους κρατώντας χαμηλά την τιμή του δείκτη. Ο λόγος είναι ότι οι επενδύσεις αυτές είναι λογικό μέσα στο επιχειρηματικό περιβάλλον της Ελλάδας να μην προλαβαίνουν να κεφαλαιοποιηθούν άμεσα σε αύξηση των πωλήσεων, ενώ επιπροσθέτως προκύπτουν σταθερά νέες εξελίξεις που καθυστερούν περεταίρω την κεφαλαιοποίηση σε αντίστοιχη αύξηση πωλήσεων. Πρακτικά δηλαδή αυτό που παρατηρείται είναι ότι με τα αρκετά περισσότερα πάγια, οι επιχειρήσεις κερδίζουν λίγο περισσότερες πωλήσεις άμεσα και αναμένουν να αυξήσουν αυτές τις πωλήσεις τα επόμενα έτη. Αθροιστικά αυτές οι δύο τάσεις προκαλούν αυτό το αποτέλεσμα στον συγκεκριμένο δείκτη.

Η παρούσα κατάσταση στην ελληνική αγορά, με τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της ζήτησης (και κατά συνέπεια των πωλήσεων) αναμένεται να συνεχίσει το συγκεκριμένο φαινόμενο. Κατά συνέπεια η απάντηση στο ερώτημα της αποδοτικότητας των επενδύσεων θα πρέπει να δοθεί σε βάθος χρόνου.

Παρόλα αυτά οι συγκεκριμένες επενδύσεις θέτουν τις βάσεις για αύξηση της παραγωγικότητας, είσοδο σε νέες αγορές όπως το food-to-go, ανταπόκριση στις αναδυόμενες απαιτήσεις/τάσεις των καταναλωτών και λειτουργία στο αναδυόμενο ψηφιακό περιβάλλον. Για τους παραπάνω λόγους οι επενδύσεις τα επόμενα χρόνια αναμένεται να κινηθούν σε υψηλά επίπεδα και να ξεπερνούν ετησίως τα 250 εκατ. ευρώ.

Σχετικά Νέα