Η τουρκική ΜΙΤ υπό το βλέμμα των ΗΠΑ

Αίσθηση προκάλεσε σε όσους γνωρίζουν τα Μεσανατολικά η ανάρτηση στις 26 Ιουλίου στο twitter από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα της επικήρυξης του State Department, που δίνει αμοιβή έως και 5 εκατ. δολάρια σε εκείνους που προσφέρουν πληροφορίες για πέντε χριστιανούς ιερείς που απήχθησαν τα προηγούμενα χρόνια από τζιχαντιστές στη Συρία κι έκτοτε αγνοούνται. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών προτίθεται να πληρώσει αδρά κι εμπιστευτικά όσους έχουν στοιχεία για τον ελληνορθόδοξο ιερέα Μαχέρ Μαχφούζ και τον Αρμένιο καθολικό ιερέα Μάικλ Καγιάλ, που απήχθησαν στις 9 Φεβρουαρίου 2013 30 χλμ. έξω από το Χαλέπι, για τον Αρχιεπίσκοπο Χαλεπιού της συριακής ορθόδοξης Εκκλησίας (μονοφυσίτες), Γρηγόριο Γιοχάνα Ιμπραχίμ, και τον ελληνορθόδοξο μητροπολίτη Χαλεπιού, Παύλο Γιαζίγκι, που απήχθησαν στις 22 Απριλίου 2013, και για τον Ιταλό ιησουίτη ιερέα Πάολο νταλ Όλιο, που απήχθη στις 29 Ιουλίου 2013 στη Ράκα. Το State Departmentθεωρεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του, ότι και οι πέντε ιερείς κατέληξαν όμηροι του Ισλαμικού Κράτους.

Αναλαμβάνουν προστασία

Γιατί προκλήθηκε αίσθηση, όπως προαναφέραμε; Διότι με την επικήρυξη αυτή οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν εμμέσως πλην σαφώς την απόφασή τους να αναλάβουν προστατευτικό ρόλο στους πολυπληθείς χριστιανικούς πληθυσμούς της Συρίας και της ευρύτερης περιοχής, ρόλο που μέχρι πρότινος είχαν κυρίως η Ρωσία και λιγότερο η Γαλλία (στους ρωμαιοκαθολικούς). Παράλληλα, η σαφής αναφορά στα αγγλικά στο πρωτότυπο κείμενο της προκήρυξης σε ελληνορθόδοξους (greek orthodox)ιερείς και όχι σε ανατολικούς ορθόδοξους (eastern orthodox) έρχεται σε ευθεία ιδεολογική αντίθεση με τον αραβικό εθνικισμό, που αγωνίζεται να πείσει από το 1899 τους πιστούς του Πατριαρχείου Αντιοχείας (Ρωμιοί της Αντιόχειας), οι οποίοι σήμερα αριθμούν 1.100.000 στη Συρία και 400.000 στον Λίβανο, ότι δεν είναι απόγονοι ελληνορωμαϊκών πληθυσμών, δηλαδή ελληνικής καταγωγής αραβόφωνοι, αλλά Άραβες χριστιανοί.

Ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός των Αντιοχέων είναι εγκατεστημένος στα στρατηγικά παράλια της Συρίας, κυρίως στις επαρχίες Λαοδίκειας, Ταρτούς και βορειοδυτικά της Χομς, κι επεκτείνεται στον Λίβανο. Λίγοι, περίπου 12.000, έχουν απομείνει και στην τουρκοκρατούμενη Αντιόχεια στην επαρχία Χατάι. Στην ίδια εθνοθρησκευτική ελληνορωμαϊκή ομάδα συμπεριλαμβάνονται και οι πιστοί της μελχιτικής ελληνικής καθολικής Εκκλησίας, ουνίτες που διασπάστηκαν από το Πατριαρχείο Αντιόχειας το 1729, με 76.700 να ζουν στο Ισραήλ, πληθυσμός που αντιστοιχεί στο 60% των Ισραηλινών χριστιανών, ενώ παγκοσμίως –με τη διασπορά τους– υπολογίζονται σε περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο. Οι ελληνορθόδοξοι Αντιοχείς παγκοσμίως, επίσης με τη διασπορά τους, υπολογίζονται σε περίπου 4,7 εκατομμύρια πιστούς. Αθροίζοντας αυτούς τους ανθρώπους, που δεν αναγνωρίζονται επίσημα ως ελληνικές μειονότητες από το ελληνικό κράτος, ο ελληνισμός της Συρίας υπερβαίνει τα 6,3 εκατομμύρια σε Μέση Ανατολή και διασπορά. Μια δεύτερη Ελλάδα, δηλαδή, ένας πληθυσμός που μέχρι το 1923 αναγνωριζόταν και από τους Οθωμανούς ως ελληνικός. Το νούμερο ανεβαίνει κι άλλο, πλησιάζοντας στα 7 εκατομμύρια, αν προστεθούν στους Αντιοχείς και οι αραβόφωνοι ελληνορθόδοξοι του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων με τη διασπορά τους.

Λαμβάνοντας υπόψη το έντονο κι έκδηλο ενδιαφέρον των Αμερικανών τα τελευταία χρόνια για την ελληνορθοδοξία, όχι μόνο στο πλαίσιο της παραδοσιακής τους ευαισθησίας στα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, αλλά και ως μια γεωθρησκευτική δύναμη που εκτείνεται από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική ως πυλώνα του δυτικού πολιτισμού, διάδοχης οντότητας του ανατολικού ελληνορωμαϊκού κόσμου, υποθέτουμε ότι, εκτός από το Ισραήλ και την πρόσφατη συμμαχία με τους Κούρδους της Συρίας, το State Department επιθυμεί να διευρύνει τους φίλους του και στους γηγενείς χριστιανικούς πολιτισμούς.

Όλα δείχνουν προς την Άγκυρα

Ξεκάθαρα η επικήρυξη στοχεύει ευθέως την Τουρκία. Ως οπλαρχηγοί απαγωγείς του Αρχιεπισκόπου Γρηγορίου Γιοχάνα Ιμπραχίμ και του μητροπολίτη Παύλου Γιαζίγκι έχουν κατηγορηθεί ο Μαγομέντ Αμπντουραχμάνοφ ή, αλλιώς, Αμπού Μπανάτ, ο οποίος γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1974 στο Νταγκεστάν, και ο Αχμάντ Ραμαζάνοφ, γεννημένος στις 12 Μαρτίου 1986 στο Γκρόζνι, πρωτεύουσα της Τσετσενίας. Αυτό ισχυρίστηκε με άρθρο του στο «Stockholm Center for Freedom» στις 13 Απριλίου 2017 ο Τούρκος αυτοεξόριστος δημοσιογράφος Αμπντουλάχ Μποζκούρτ. Ο ίδιος συνέδεσε τη δράση των εν λόγω τζιχαντιστών με την τουρκική υπηρεσία πληροφοριών MIT.

Ο Αμπντουραχμάνοφ, όπως έγραψε ο Μποζκούρτ, στρατολογήθηκε από την τουρκική MIT, η οποία του παρείχε όπλα και εφόδια όταν πολεμούσε ενάντια στο καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ. Οι δύο τρομοκράτες είχαν σχέσεις με τον Τούρκο Μεβλούτ Κουσμάν, έναν εξτρεμιστή ισλαμιστή που παρακολουθούσε η τουρκική αστυνομία θεωρώντας τον ύποπτο για συμμετοχή στον πυρήνα της Αλ Κάιντα που δρούσε στην επαρχία Βαν, στην Ανατολική Τουρκία και στην Κωνσταντινούπολη υπό την ηγεσία του στελέχους της Αλ Κάιντα Ιμπραήμ Σεν. Ο Κουσμάν, γεννημένος στις 8 Νοεμβρίου 1966 στην επαρχία Βαν, κατοικούσε στη συνοικία Μπατζιλάρ της Κωνσταντινούπολης και εκτελούσε χρέη προμηθευτή και διακινητή εθελοντών για τις ένοπλες οργανώσεις της Αλ Κάιντα στη Συρία. Τηλεφωνική συνομιλία του Κουσμάν, που υπέκλεψε και κατέγραψε η τουρκική αστυνομία, αποκάλυψε ότι στις 20 Ιουνίου 2013 ο Κουσμάν παρέδωσε πολεμοφόδια, ρουχισμό και τρόφιμα σε έναν άνδρα με το όνομα Χασάν, ο οποίος χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο που ανήκε στον Σαέεντ Αμέεν Χουσεΐν αλ Τζουμπόορι.

Η παράδοση των φορτίων έγινε στο χωριό Μπασπινάρ κοντά στα σύνορα Τουρκίας – Συρίας, στην επαρχία Χατάι (Αντιόχεια). Από το ίδιο σημείο ο Κουσμάν παρέλαβε μια ομάδα από τζιχαντιστές, που εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Τουρκίας από τη Συρία, για να τους μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη. Στον δρόμο έπεσαν σε μπλόκο της τουρκικής αστυνομίας στην πόλη Τζιχάνμπεϊλιτης επαρχίας του Ικονίου. Στο αυτοκίνητο του Κουσμάν επέβαιναν ο Αμπντουραχμάνοφ, ο Ραμαζάνοφ, μια γυναίκα με το όνομα Φατίμ Μαντέν (24 ετών) και ο Τούρκος Σαΐτ Αλπ. Ο Κουσμάν και ο Αλπ ύστερα από σύντομη κράτηση αφέθηκαν ελεύθεροι, ενώ οι αλλοδαποί μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Αλλοδαπών του Ικονίου. Αν και ο Αμπντουραχμάνοφ βρισκόταν στη λίστα με τα ονόματα στα οποία απαγορευόταν η είσοδος στην Τουρκία, αυτός και οι άλλοι δύο επίσης αφέθηκαν ελεύθεροι και τους επιτράπηκε να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Μποζκούρτ τονίζει ότι αυτό το γεγονός δείχνει ότι ήταν προστατευόμενοι της τουρκικής MIT.

Αναγνώρισαν τον Μπανάτ ως εκτελεστή

Στις 28 Ιουνίου 2013 κυκλοφόρησαν στα τουρκικά ΜΜΕ βίντεο με τις εκτελέσεις του ελληνορθόδοξου μητροπολίτη Χαλεπιού Παύλου Γιαζίγκι, του Αρχιεπισκόπου Χαλεπιού της συριακής ορθόδοξης Εκκλησίας Γρηγορίου Γιοχάνα Ιμπραχίμ κι ενός ακόμα ιερέα. Ο μητροπολίτης Γιαζίγκι είχε εισέλθει στη Συρία στις 22 Απριλίου 2013 για να συναντηθεί με τον Αρχιεπίσκοπο Γιοχάνα και απήχθησαν από τους τζιχαντιστές στο χωριό Καφρ Νταέλ, δέκα χιλιόμετρα μακριά από το Χαλέπι. Οι δύο ιεράρχες κρατήθηκαν αιχμάλωτοι από την τζιχαντιστική οργάνωση Τζαΐς αλ Μουχατζιρίν βαλ Ανσάρ (Στρατός Εμιγκρέδων και Υποστηρικτών), χαρακτηρισμένη ως τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Όταν οι Τούρκοι αστυνομικοί στο Ικόνιο είδαν το βίντεο με τους αποκεφαλισμούς, αναγνώρισαν τον Αμπντουραχμάνοφ που είχαν συλλάβει μερικές μέρες νωρίτερα. Ενημέρωσαν την αστυνομία της Κωνσταντινούπολης, η οποία με τη σειρά της πραγματοποίησε επιχείρηση για τη σύλληψή τους στις 4 Ιουλίου 2013. Συνελήφθησαν ο Κουσμάν, ο Αμπντουραχμάνοφ, ο Ραμαζάνοφ και άλλοι ύποπτοι, ενώ στο σπίτι του Κουσμάν βρέθηκαν χειροβομβίδες, γεμιστήρες Καλάσνικοφ, 186 σφαίρες, ασύρματοι και βιντεοκάμερες. Μια τσάντα στο σπίτι του Κουσμάν περιείχε και τα ρούχα που φορούσε ο Μαγομέντ Αμπντουραχμάνοφ στο βίντεο με τους αποκεφαλισμούς.

Η αστυνομία βρήκε επίσης και ένα μαχαίρι που έμοιαζε με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε στον αποκεφαλισμό. Αρχικά οι συλληφθέντες κρίθηκαν προφυλακιστέοι από την τουρκική Δικαιοσύνη ως μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης και οδηγήθηκαν σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης. Ύποπτοι θεωρήθηκαν επίσης ο γιος του Κουσμάν, Αμπντουλάχ, και ο Σαΐτ Αλπ, αλλά αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι τη δίκη τους.

Το υπουργείο ζήτησε να σταματήσει η έρευνα

Ειδοποιημένη από την Ιντερπόλ, η ρωσική αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι του Αμπντουραχμάνοφστην Τσετσενία, όπου βρήκε δύο χειροβομβίδες, δύο εκρηκτικά και πενήντα σφαίρες. Στοιχεία υπήρχαν πάμπολλα για να απαγγελθούν στους συλληφθέντες κατηγορίες για τρομοκρατία και παράνομη οπλοκατοχή, αλλά για να κατηγορηθούν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δηλαδή για τους αποκεφαλισμούς των ιεραρχών που έγιναν εκτός τουρκικών συνόρων, οι εισαγγελείς χρειάζονταν άδεια από το υπουργείο Δικαιοσύνης της Τουρκίας. Το τουρκικό υπουργείο Δικαιοσύνης απέρριψε το αίτημα της Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε ανάγκη για τέτοια άδεια σε αυτή τη φάση της έρευνας, αλλά χρειαζόταν αργότερα στη φάση της δίκης. Απαντώντας σε ερώτηση που κατατέθηκε στην τουρκική Βουλή σχετικά με το θέμα, ο Τούρκος υπουργός Δικαιοσύνης, Μπεκίρ Μποζντάγ, απάντησε στις 25 Αυγούστου 2014 ότι συμβούλεψε τους εισαγγελείς να συνεχίσουν την έρευνα και να επανέλθουν για να ζητήσουν άδεια σχετική με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν εκτός τουρκικών συνόρων, όταν θα περνούσε η υπόθεση στην ακροαματική διαδικασία.

Στην πραγματικότητα όμως, γράφει ο Μποζκούρτ, ο υπουργός αποθάρρυνε τους εισαγγελείς να απαγγείλουν κατηγορίες για τους αποκεφαλισμούς των ιεραρχών.

Αποκαλύψεις και μη απαγγελία κατηγοριών

Στην κατάθεσή του στο δικαστήριο ο Μαγομέντ Αμπντουραχμάνοφ αποκάλυψε ότι συνεργαζόταν στενά με την τουρκική MIT. Κατέθεσε ότι αυτός και άλλοι τζιχαντιστές ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τη MIT.«Αφού φυλακίστηκα εδώ (σ.σ.: στην Τουρκία), έγραψα γράμματα στην υπηρεσία (σ.σ.: MIT), αλλά δεν έλαβα καμία απάντηση. Όσο βρισκόμασταν στη Συρία, μας παρεχόταν βοήθεια από την Τουρκία με τη μορφή όπλων, χρημάτων και οχημάτων. Δεν καταλαβαίνω την παρούσα δύσκολη θέση μου και γιατί τώρα κρατούμαι σε φυλακή», είπε. Αυτές οι κουβέντες φανερώνουν, γράφει ο Μποζκούρτ, ότι η MITπήρε αποστάσεις από τον Αμπντουραχμάνοφ ώστε να προστατευτεί από διεθνείς νομικές επιπλοκές. Στην κατάθεσή του ο Ραμαζάνοφ δήλωσε ότι πολεμούσε στη Συρία ως «εμίρης» της Τζαΐς αλ Μουχατζιρίν βαλ Ανσάρ, εκπαίδευε τζιχαντιστές και εκεί γνώρισε τον Αμπντουραχμάνοφ. Κατέθεσε επίσης ότι ο άνδρας στο βίντεο που αποκεφαλίζει τον έναν ιερέα είναι ο Αμπντουραχμάνοφ, ο οποίος εκτελούσε απόφαση του «δικαστηρίου» της Σαρία, και ότι συμμετείχε και σε έναν ακόμη αποκεφαλισμό ιερέα.

Οι δύο τρομοκράτες καταδικάστηκαν από την τουρκική Δικαιοσύνη σε 7,5 χρόνια κάθειρξης ο καθένας ως μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης. Δεν τους απαγγέλθηκαν ποτέ κατηγορίες για τους αποκεφαλισμούς των δύο ιεραρχών. Ο Κουσμάν καταδικάστηκε σε 7,5 χρόνια ως μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης, 4 χρόνια και 2 μήνες για κατοχή εκρηκτικών υλών και 1 χρόνο και τρεις μήνες για παράνομη οπλοκατοχή. Ο γιος του Κουσμάν και ο Αλπ απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες.

Στις 28 Οκτωβρίου 2018 ο Τούρκος βουλευτής της αντιπολίτευσης Τούμα Τζελίκ κατέθεσε ερώτηση στην τουρκική Βουλή γιατί δεν αποδόθηκαν ποτέ κατηγορίες στους δύο τζιχαντιστές για τους φόνους των ιερέων. Η τουρκική κυβέρνηση δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 408 του περιοδικού «Επίκαιρα» που κυκλοφόρησε στις 3 Αυγούστου 2019.

Σχετικά Νέα