Η Τουρκία θέλει να νομιμοποιήσει τις διεκδικήσεις της – Η στάση της Αθήνας

Το ερώτημα που εγείρεται και βρίσκεται στα χείλη όλων όσοι παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τα ελληνοτουρκικά, είναι αν οι διερευνητικές επαφές με την Τουρκία, που θα αρχίσουν στις 25 Ιανουαρίου, αποτελούν ευκαιρία για εξομάλυνση των σχέσεων με την γείτονα χώρα ή παγίδα για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και όχι μόνο.

Γράφει ο Νώντας Βλάχος

Αυτό που πρέπει να αποτυπωθεί αρχικώς, πριν εντρυφήσει κανείς στο ίδιο το περιεχόμενο των συνομιλιών-που ούτως ή άλλως τη δεδομένη στιγμή είναι «αδιευκρίνιστο», είναι η εμμονή που επέδειξε η Τουρκία, για τη διεξαγωγή των συνομιλιών. Η Άγκυρα, ενόσω παραβίαζε συστηματικά κάθε έννοια του διεθνούς δικαίου και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αδιαφορώντας, μάλιστα, πλήρως για τις προειδοποιήσεις των Ευρωπαίων, επιχειρούσε να εμφανιστεί ως υπέρμαχη του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Ισχυρές πιέσεις από Γερμανία και Ε.Ε.

Υπήρξε, λοιπόν, μια ξεκάθαρη διπλωματική επιλογή εκ μέρους της Άγκυρας, να επιμείνει σφόδρα στην τέλεση των διερευνητικών επαφών, θέτοντας αυτές ως τρόπον τινά προαπαιτούμενο για τον κατευνασμό της έντασης στην περιοχή του Αιγαίου. Επίσης, και αυτό έχει την εξέχουσα σημασία του, ο διεθνής παράγοντας, που εν προκειμένω «συνίσταται» κυρίως στη Γερμανία αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (κορυφαίοι αξιωματούχοι όπως ο Ζοζέπ Μπορέλ), άσκησε πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, να συναινέσει στον διάλογο. Η Αθήνα και δη το ΥΠΕΞ, δεν έκρυψαν ποτέ το γεγονός ότι Βερολίνο και κορυφαίοι παράγοντες των Βρυξελλών, πίεζαν προς την κατεύθυνση της διεξαγωγής των διερευνητικών επαφών, αγνοώντας συστηματικά τις παρανομίες και την παραβατική συμπεριφορά που επεδείκνυε η Άγκυρα.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε το εξής άκρως ουσιώδες, ότι κυρίως η Γερμανία αλλά και ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ, απέκρουαν κάθε πρόταση για επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία, προτάσσοντας ως επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα διατάρασσε πλήρως τις προσπάθειες για έναρξη του διαλόγου. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, που έμοιαζε πιο πολύ με θέατρο του παραλόγου, καθόσον η Τουρκία υπέπιπτε καθημερινώς σε παρατυπίες και προκλήσεις και την ίδια στιγμή «προάσπιζε» τον ειρηνικό διάλογο, οδηγούμαστε στην επανέναρξη των διερευνητικών επαφών ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα.

Η Άγκυρα τα θέλει όλα…

Ας μην κρυβόμαστε, ο στόχος της Τουρκίας ενόψει των συνομιλιών είναι να ορίσει πλήρως την ατζέντα και το περιεχόμενό τους. Επιδιώκει να μετατρέψει τις επεκτατικές διεκδικήσεις της, οι οποίες έχουν αμιγώς μονομερή χαρακτήρα και ουδεμία νομιμοποίηση, σε διμερείς διαφορές. Θέλει να δημιουργήσει διπλωματικά και γεωπολιτικά τετελεσμένα, υποχρεώνοντας την Αθήνα να συνομιλήσει και επί της ουσίας να «νομιμοποιήσει» τις τουρκικές επιδιώξεις. Και αυτό δεν μπορεί παρά να συνιστά μέγιστη «παγίδα» για την ελληνική διπλωματία, η οποία βεβαίως γνωρίζει καλά τι έχει να αντιμετωπίσει.

Οι Τούρκοι, άλλωστε, δεν πηγαίνουν με κλειστά χαρτιά στις διερευνητικές επαφές. Η λίστα των ζητημάτων που εντάσσουν στις επερχόμενες συνομιλίες, περιλαμβάνει εκτός από την υφαλοκρηπίδα και τη διευθέτηση των θαλασσίων ζωνών, την αποστρατικοποίηση των νησιών, το καθεστώς νησίδων και βραχονησίδων, καθώς επίσης τα κέντρα εναέριας κυκλοφορίας (FIR και) τη δικαιοδοσία επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης στο Αιγαίου. Ενδεχομένως, στην ατζέντα της τουρκικής διπλωματίας να βρίσκεται και το χαρτί της Δυτικής Θράκης και της «τουρκικής μειονότητας», όπως την κατονομάζει η Άγκυρα.

Επ’ αυτής της ατζέντας η Αθήνα έχει δηλώσει πολλάκις ότι αρνείται να κάνει διάλογο. Θα ήταν, άλλωστε, αυτοκτονικό εκ μέρους του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών να συναινέσει στην παραπάνω ατζέντα, κατά παραγγελία της Τουρκίας.  Ουδείς μπορεί να απαγορεύσει, βεβαίως, στους Τούρκους διπλωμάτες να δηλώσουν ό,τι θέλουν, ωστόσο, η πάγια θέση της ελληνικής πλευράς είναι αταλάντευτη.

Ποια είναι αυτή; Ότι το αντικείμενο των διερευνητικών επαφών θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και των θαλάσσιων ζωνών. Βεβαίως, όπως έχει αποδειχθεί περίτρανα στο παρελθόν, που αποτελεί διπλωματικό «πλοηγό» για το παρόν και το μέλλον, Αθήνα και Άγκυρα δεν κατάφεραν, παρά τις πλείστες προσπάθειες, να γεφυρώσουν το μεγάλο χάσμα που της χωρίζει, αναφορικά με την υφαλοκρηπίδα. Οπότε και σ’ αυτή την περίπτωση, αν υποθετικά οι διερευνητικές επαφές επικεντρωθούν στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των θαλασσίων ζωνών, οι πιθανότητες για εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, είναι αισθητά περιορισμένες.

Σχετικά Νέα