H Deutsche Bank αφήνει πίσω το αμαρτωλό παρελθόν της

Για δεκαετίες, η Deutsche Bank είχε μια βασική φιλοδοξία: να ανταγωνιστεί τη Wall Street. Με την εγκατάλειψη του trading παγκόσμιων μετοχών, η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας παραιτείται από αυτήν τη φιλοδοξία. Κανένας χρηματοπιστωτικός οργανισμός δεν έχει αποσυρθεί ποτέ πριν από επιχείρηση τέτοιας κλίμακας. Όπως ανέφερε ο CEO Christian Sewing, στο πλαίσιο της παρουσίασης του σχεδίου αναδιοργάνωσης της τράπεζας στις 7 Ιουλίου, ο «Πολικός Αστέρας» της Deutsche Bank θα βρίσκεται πλέον πιο κοντά στην έδρα της, στη Φρανκφούρτη.

Η τράπεζα επιχειρεί να επιστρέψει στις προ 150 ετών corporate και trade finance ρίζες της. Η σαρωτική περικοπή δαπανών και η επίπονη αναδιοργάνωση δεν ήρθαν όσο σύντομα έπρεπε. Τα πολλά έτη κακοδιαχείρισης, τα πρόστιμα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων και η συρρίκνωση των εσόδων έχουν διαβρώσει την κερδοφορία της τράπεζας. Η πάλαι ποτέ υπερδύναμη της παγκόσμιας οικονομίας έχει απομείνει με ένα αβέβαιο μέλλον. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο ορατή η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα της Deutsche Bank να επιβιώσει –πόσω μάλλον να ευδοκιμήσει– από ό, τι στην τιμή της μετοχής της. Έχοντας χάσει πάνω από 90% της αξίας της από το υψηλό που κατέγραψε στις 11 Μαΐου 2007 για να φτάσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα φέτος, η χρηματιστηριακή αγορά αποτιμά την τράπεζα στο περίπου ένα τέταρτο των περιουσιακών της στοιχείων. Συγκριτικά, η ανταγωνίστρια JPMorgan Chase & Co. είναι οκτώ φορές πιο ακριβή.

Υπό τον Sewing, ο οποίος αναρριχήθηκε από τη θέση του εκπαιδευόμενου μέσα στην τράπεζα, η Deutsche Bank ξεφορτώνεται αυτό στο οποίο δεν ήταν ποτέ πολύ καλή. Η επιχείρηση των μετοχών είναι εδώ και χρόνια ζημιογόνος. Θέλοντας να περικόψει δαπάνες, η τράπεζα θα συρρικνώσει τις δραστηριότητες trading κατά 40% καταργώντας περίπου 18.000 θέσεις εργασίας – σχεδόν το 20% του εργατικού δυναμικού.

Υπάρχει χρόνος;

Ενώ η απώλεια θέσεων εργασίας θα είναι οδυνηρή, η εξάλειψη μιας επιχείρησης που επιβαρύνει την εταιρεία είναι κάτι που η Deutsche Bank έπρεπε να είχε κάνει νωρίτερα. Μόλις ολοκληρωθεί, η Deutsche Bank θα επικεντρωθεί περισσότερο στους εταιρικούς πελάτες της –τις μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις– σε βάρος των hedge funds και άλλων πελατών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Η ελπίδα είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου, τα κέρδη θα είναι πιο προβλέψιμα και θα κατανέμονται ομοιόμορφα ανάμεσα στον δανεισμό, το trading, τη διαχείριση παγίων και την ιδιωτική τραπεζική. Η τράπεζα θα πάρει μια μορφή που θα μοιάζει με αυτή που είχε όταν ιδρύθηκε το 1870 για να συμβάλλει στη χρηματοδότηση της γερμανικής βιομηχανίας, αλλά με σημαντική παρουσία του σταθερού εισοδήματος. Παράλληλα, θα συνεχίσει να αγωνίζεται για ένα κυρίαρχο κομμάτι της παγκόσμιας αγοράς χρηματοδότησης χρέους. Αν όλα πάνε καλά, αναμένεται να επιστρέψει σε ήπια κερδοφορία, και από το 2022 να μπορέσει ακόμη και να επαναγοράσει μετοχές και να καταβάλλει μερίσματα.

Εξασφάλισε, όμως, ο Sewing, ο οποίος κρατά τα ηνία από τον Απρίλιο του 2018, αρκετό χρόνο για να επαναφέρει την τράπεζα στην παλιά κανονικότητα; Δυστυχώς, η νέα στρατηγική άργησε τόσο πολύ να έρθει που οι επενδυτές παραμένουν δύσπιστοι. Παρά την αρχική ανοδική αντίδραση, οι μετοχές μειώθηκαν 5,4% την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης μετά την ανακοίνωση του σχεδίου. Οι μέτοχοι πιθανότατα θέλουν να δουν τον 49χρονο Sewing να εκπληρώνει τις υποσχέσεις του προτού πιστέψουν σε αυτές. Θα αναγκαστεί, άραγε, κάποια στιγμή να ζητήσει τη βοήθειά τους για τη χρηματοδότηση της αναδιοργάνωσης ύψους 7,4 δισ. ευρώ; Έχουν ήδη χάσει μερίσματα για το τρέχον έτος και το επόμενο.

Ρήξη με το παρελθόν

Το σχέδιο του Sewing θα σηματοδοτήσει μια ιστορική στροφή στη νοοτροπία της τράπεζας. Το αδίστακτο κυνήγι για έσοδα, ένα χαρακτηριστικό που όριζε το DNA της εδώ και δεκαετίες, οδήγησε σε κακής ποιότητας κερδοφορία και σε συσσώρευση κινδύνου που έβλαψε την αξιοπιστία της τράπεζας. Ο Sewing θέλησε να τονίσει αυτήν τη ρήξη με το παρελθόν, όταν παρουσίασε αυτό που χαρακτήρισε ως «επανεφεύρεση» της Deutsche Bank: Η πειθαρχία θα είναι το κλειδί για να ξεπεραστεί μια «κακή κουλτούρα κατανομής κεφαλαίων», είπε.

Παρακολουθώντας την άνοδο των ανταγωνιστών της στο Ην. Βασίλειο και τις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’80 και του ’90, η Deutsche Bank ανέβηκε με τη σειρά της στο τρένο του trading χρεογράφων και μέσω εξαγορών έγινε το 1999 η μεγαλύτερη εταιρεία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών παγκοσμίως.

Μεταξύ των βασικών ενορχηστρωτών του οράματος της Deutsche Bank ήταν ο Ελβετός τραπεζίτης Josef Ackermann, που εντάχθηκε στο δυναμικό το 1996 για την οικοδόμηση μιας παγκόσμιας επενδυτικής τράπεζας. Έως το 2000, η μονάδα χρεογράφων ήταν η πιο κερδοφόρος, φέρνοντας τον Ackermann στο τιμόνι της τράπεζας το 2002. Υπό τον Ackermann, η Deutsche Bank έγινε λάτρης του ρίσκου και των περίπλοκων συναλλαγών. Στο peak της, το 2007, είχε assets αξίας 2,2 τρισ. δολ. (το ύψος τους ήταν περίπου 1,3 τρισ. δολ. πριν από την τελευταία αναδιοργάνωση).

Αν και κατάφερε να αποφύγει ένα κρατικό πακέτο διάσωσης στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Deutsche Bank δεν κατάφερε ποτέ να ανακάμψει πλήρως. Λαβώθηκε από τα υψηλά ρυθμιστικά κόστη, τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια αλλά και τα πρόστιμα άνω των 18 δισ. δολ. που χρεώθηκε για ποικίλους λόγους, από ξέπλυμα χρήματος και χειραγώγηση επιτοκίων έως εξαπάτηση επενδυτών.

Στη σύντομη θητεία του, ο Sewing πέτυχε τους στόχους για την εξοικονόμηση δαπανών, ενώ το πλάνο αναδιοργάνωσης προβλέπει επιπλέον περικοπή 25% του κόστους. Η τράπεζα θα καταβάλλει λιγότερα σε αποζημιώσεις, ενώ θα μειώσει επίσης τις δαπάνες για το ΙΤ και τους συμβούλους.

Με το κεφάλαιο και τα έσοδα να αναμένεται να επιδεινωθούν προτού βελτιωθούν, o Sewing δεν έχει μεγάλο περιθώριο ελιγμών. Τι θα συμβεί εάν οι συνθήκες της αγοράς επιδεινωθούν; Η ΕΚΤ αναμένεται να μειώσει τα επιτόκια, ενώ δεν αποκλείεται να έρθει περισσότερη ποσοτική χαλάρωση. Το «restart» του Sewing είναι αυτό που η τράπεζα χρειάζεται απεγνωσμένα. Αλλά ο χρόνος δεν είναι στο πλευρό του.

Σχετικά Νέα