Γερμανία και Γαλλία δρομολογούν πρόσθετα μέτρα

Συναγερμός έχει σημάνει στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης που βλέπουν με δέος το δεύτερο κύμα της πανδημίας να τις απειλεί. Στη Γερμανία τα κορυφαία οικονομικά ινστιτούτα προβλέπουν πως οι επιπτώσεις της πανδημίας στη γερμανική οικονομία θα είναι πιο δραματικές από τις αρχικά αναμενόμενες, οι συνέπειες μακροπρόθεσμες και η ανάκαμψη θα αργήσει.

Για την τρέχουσα χρονιά υπολογίζουν μείωση των ρυθμών ανάπτυξης κατά 5,4% (από 4,2%). Σημειωτέον ότι στην κρίση του 2009 η γερμανική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 5,9%. Για την ερχόμενη χρονιά οι ειδικοί αναμένουν ανάπτυξη 4,7% από 5,8% που προέβλεπαν πριν από μερικούς μήνες, ενώ το 2022 οι οικονομικές επιδόσεις της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρωζώνης αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,7%.

Εκτιμήσεις

Πρόκειται για προβλέψεις που συντάχθηκαν τις περασμένες εβδομάδες και οι οποίες δεν έλαβαν υπόψη τη νυν έξαρση των νέων κρουσμάτων. «Οι προγνώσεις μας βασίζονται όμως στην εκτίμηση ότι οι επιβαλλόμενοι από τον κορωνοϊό περιορισμοί θα παραμείνουν σε γενικές γραμμές για τουλάχιστον μισό ακόμη χρόνο», εξήγησε ο Στέφαν Κόοτς, από το Ινστιτούτο της Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου.

Τι θα γίνει όμως στην περίπτωση που κλείσουν ξανά καταστήματα και εστιατόρια και σταματήσει η παραγωγή στα εργοστάσια και στις επιχειρήσεις; Οι οικονομολόγοι δεν θεωρούν πιθανό αυτό το σενάριο. «Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα υπάρξει δεύτερο lockdown», εκτίμησε ο Κόοτς. Ακόμη και χωρίς περαιτέρω περιορισμούς όμως, η ανάκαμψη της οικονομίας θα αργήσει. Οι οικονομικές επιδόσεις θα επανέλθουν στα επίπεδα προ κρίσης μάλλον περί τα τέλη του 2021. Σημειωτέον ότι ακόμη και τότε θα βρίσκονται 2,5 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τα επίπεδα που θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί εάν δεν είχε ξεσπάσει πανδημία. Με απλά λόγια: η οικονομία πάει χρόνια πίσω.

Τροχοπέδη για την ανάκαμψη είναι το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις έχουν μικρότερη ρευστότητα και κατά συνέπεια επενδύουν και λιγότερα. Ιδιαιτέρως βαρύ είναι το πλήγμα για τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές επαφές, όπως η εστίαση και ο τουρισμός, ο κλάδος των εκδηλώσεων ή οι εναέριες συγκοινωνίες. «Το τμήμα αυτό της γερμανικής οικονομίας θα υποφέρει ακόμη για μεγάλο διάστημα από την πανδημία και θα αρχίσει να συνέρχεται μόνο όταν θα αρχίσουν να αίρονται τα μέτρα προστασίας, κάτι που δεν θα πρέπει να αναμένεται πριν από τα μέσα της επόμενης χρονιάς».

Προκειμένου να συνδράμει ακριβώς αυτές τις επιχειρήσεις, ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ σχεδιάζει την αναπροσαρμογή των πακέτων παροχής προσωρινής βοήθειας που αξιοποιήθηκαν ελάχιστα τους τελευταίους μήνες. Μεταξύ άλλων, τα κονδύλια αυτά αναμένεται να διοχετευθούν τώρα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις προκειμένου να καλύψουν μέχρι τα τέλη του έτους μεγάλο μέρος των πάγιων εξόδων τους.

Ανούσια

Εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος πάντως, οι οικονομολόγοι των κορυφαίων ινστιτούτων θεωρούν λανθασμένα και ανούσια ορισμένα από τα μέτρα που αποφάσισε και υλοποίησε η γερμανική κυβέρνηση κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας.

«Η μείωση του ΦΠΑ δεν χρειαζόταν», συμπεραίνει σήμερα ο Κόοτς. Η μείωση του συντελεστή από το 19% στο 16% μέχρι τα τέλη του έτους κοστίζει περί τα 18 δισ. ευρώ. Εντούτοις το μέτρο ωφέλησε και πολλούς που δεν το είχαν καν ανάγκη, υποστηρίζουν οι ειδικοί. Ειδικά στα νοικοκυριά υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ εκείνων που τελούν σε καθεστώς επιδοτούμενης μερικής εργασίας ή έχουν χάσει τη δουλειά τους και εκείνων που δεν ξέρουν καν πώς να ξοδέψουν τα χρήματά τους στην παρούσα φάση. «Η τάση αποταμίευσης ενισχύθηκε σημαντικά», λένε οι ειδικοί.

Οι ίδιοι θεωρούν μείζονος σημασίας για την οικονομία την απρόσκοπτη λειτουργία των σχολείων. Ενδεχόμενη εκ νέου διακοπή των μαθημάτων θα είχε μακροπρόθεσμα τεράστιες οικονομικές συνέπειες, εκτιμούν οι οικονομολόγοι. Σημαντική θεωρούν επίσης τη στήριξη νέων επιχειρήσεων διότι «πρόκειται για επιχειρήσεις που θα μας λείπουν αύριο», όπως επισήμανε ο Κλάους Μίχελσεν από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Βερολίνου DIW.

Την ίδια στιγμή, η Γαλλία σχεδιάζει να εγγυηθεί άμεσα δάνεια συνολικού ύψους 20 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση μικρών επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από την πανδημία. Η κυβέρνηση Μακρόν ανησυχεί ιδιαιτέρως για τις επιχειρήσεις που ήσαν ήδη υπερχρεωμένες πριν από την πανδημία. Σχεδιάζει, έτσι, να θέσει το σχετικό πρόγραμμα σε εφαρμογή από τις αρχές του επόμενου έτους.

Το σχετικό σχέδιο θα παρουσιαστεί λεπτομερώς τη Δευτέρα, αλλά πηγές προσκείμενες στη γαλλική κυβέρνηση, που μίλησαν στο Reuters, σημειώνουν πως οι τράπεζες θα χορηγήσουν αρχικά πιστώσεις σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στη συνέχεια θα πουλήσουν το 90% των δανείων σε θεσμικούς επενδυτές. Θα περιορίσουν, έτσι, την έκθεσή τους στα δάνεια σε ένα ποσοστό 10%, ενώ παράλληλα θα χορηγούν δάνεια σε βιώσιμες επιχειρήσεις.

Εφόσον το πρόγραμμα προβλέπει εγγυήσεις του κράτους, εμπίπτει στην κατηγορία των κρατικών ενισχύσεων και επομένως οφείλει να πάρει το πράσινο φως από την Κομισιόν, που πρέπει, άλλωστε, να εγκρίνει και το ύψος των επιτοκίων.

Σχετικά Νέα