Γ. Κατρούγκαλος: Μοναδική λύση είναι ο διάλογος, η άλλη είναι ο πόλεμος

Συνέντευξη με τον τομεάρχη Εξωτερικών της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργο Κατρούγκαλο: Για την αποκλιμάκωση πρέπει οι ελληνικές κόκκινες γραμμές να καταστούν ευρωτουρκικές, ώστε να εξουδετερωθούν οι εκβιασμοί και η προβολή ισχύος.

Η ελληνοτουρκική διένεξη συνεχίζεται. Εν τούτοις, έχει ανακοινωθεί –από όλες τις πλευρές- η πρόθεση αποκλιμάκωσης. Πώς πιστεύετε ότι προχωρά;

Δεν μπορώ να προβλέψω αυτή την στιγμή την τελική έκβαση της κρίσης. Η Τουρκία εντείνει την εμπρηστική ρητορική και ανανεώνει τις NAVTEX, αλλά παράλληλα τονίζει ότι είναι ανοιχτή σε διάλογο, αν και γνωρίζει ότι αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό καθεστώς απειλής. Η κυβέρνηση ορθώς υπογραμμίζει ότι είναι ανοιχτή στην επανεκκίνηση διερευνητικών, αλλά δεν έχει καμιά στρατηγική με αρχή, μέση και τέλος, για το πώς θα φτάσουμε ως εκεί. Δεν βοηθάει στην αδυναμία να προβλέψει κανείς τις εξελίξεις το γεγονός ότι δεν λέει όλη την αλήθεια στον ελληνικό λαό για τις ενέργειες της, δεν προβαίνει σε συνεννόηση με την αντιπολίτευση και χαρακτηρίζεται από εσωτερικές αντιφάσεις και παλινωδίες. Μάθαμε από το πρόσφατο άρθρο του πρωθυπουργού σε ξένες εφημερίδες ότι είχε υπάρξει «έγγραφη συμφωνία» στην πρώτη προσπάθεια που είχαν αναλάβει οι Γερμανοί να φέρουν κοντά τις δύο πλευρές, μολονότι αρχικά η κυβέρνηση δήλωνε ότι ήταν «μια απλή συνάντηση υπηρεσιακών παραγόντων». Ίδιες αντιφατικές πληροφορίες υπήρξαν και σε σχέση με τις συνομιλίες «που δεν είναι συνομιλίες» στο ΝΑΤΟ και τις έρευνες του Όρουτς Ρέις που αποτρέπονταν από «θορύβους πλοίων».
Εμείς θεωρούμε, βέβαια, ότι μοναδική λύση για την αποκλιμάκωση είναι οι ελληνικές κόκκινες γραμμές να καταστούν ευρωτουρκικές, ώστε να εξουδετερωθούν οι εκβιασμοί και η προβολή ισχύος. Είχαμε εδώ και ένα χρόνο προτείνει γι’ αυτό μία συνεκτική πολιτική «μαστίγιου και καρότου» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή ισχυρές κυρώσεις σε συνδυασμό με θετικά μέτρα, που θα μπορούσαν να ωφελήσουν την Τουρκία αν πειθόταν να έρθει στο τραπέζι του διαλόγου. Δυστυχώς, η κυβέρνηση άργησε 8 μήνες να θέσει θέμα κυρώσεων και είναι απούσα από τον ευρωτουρκικό διάλογο που άρχισε τον Μάρτιο.

Ποιο θεωρείτε ότι είναι το περιεχόμενο της τουρκικής επιθετικότητας; Στις 12 Σεπτεμβρίου λήγει η NAVTEX, η ανανέωσή της ή όχι τι μηνύματα στέλνει;
Παρατηρούμε ένα συνδυασμό της παραδοσιακής, αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας με τις νέες φιλοδοξίες του προέδρου Ερντογάν να καταστήσει την Τουρκία ναυτική, περιφερειακή δύναμη στη Μεσόγειο και να γίνει ο ίδιος αρχηγός ενός παγκόσμιου ισλαμιστικού κινήματος. Γι’ αυτό και βλέπουμε να παίρνει μέτρα που δεν σχετίζονται με την περιοχή μας, όπως η απόφασή του να «χτίσει» αεροπλανοφόρο. Αυτό δείχνει τις νέες –πολύ πιο μεγαλεπήβολες- φιλοδοξίες της Τουρκίας. Όσον αφορά τα διμερή, η Τουρκία προφανώς ασκεί πίεση για να μας εξαναγκάσει σε υποχωρήσεις, εκτός διεθνούς δικαίου. Ένα παρόμοιο μέσο άσκησης πίεσης και δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων αποτελεί η παρουσία του Ορούτς Ρέιτς για πάνω από ένα μήνα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, με την πραγματοποίηση ερευνών που παραβιάζουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ακριβώς για αυτό το λόγο, θα έπρεπε η δική μας απάντηση να είναι σαφής και σε διπλωματικό επίπεδο και σε επίπεδο αποτροπής, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είμαστε δεκτικοί αυτής της πίεσης.

Όταν λέμε «κυριαρχικά δικαιώματα», αυτά δεν πρέπει να είναι συμφωνημένα με τους γείτονες και να συντάσσονται με το διεθνές δίκαιο; Μέχρι στιγμής, δεν έχει υπάρξει συμφωνία.

Είναι σαφές ότι οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν υπάρχει. Αλλά, όπως γνωρίζετε, τα κυριαρχικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα υπάρχουν εξαρχής και αυτοδίκαια (ab initio και ipso facto). Από τη στιγμή που η Τουρκία, με την παρουσία και πολεμικών πλοίων, πραγματοποιεί έρευνες εντός υφαλοκρηπίδας, που ναι μεν δεν έχει οριοθετηθεί αμφιμερώς, αλλά που σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο έχει ανακηρυχθεί ως προς τα απώτατα όρια της, παραβιάζει κυριαρχικά μας δικαιώματα και την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 74 παρ. 3 της Διεθνούς Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας για αποφυγή δημιουργίας εντάσεων, μέχρι την ύπαρξη τελικής συμφωνίας. Θυμίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καταψηφίσει τον Νόμο Μανιάτη που υιοθετήθηκε με τυμπανοκρουσίες από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ το 2011. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μέχρι να υπάρξει τελική συμφωνία οριοθέτησης είναι απαράδεκτο να δεχτούμε τη δημιουργία τετελεσμένων.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, προτείνει τη διεξαγωγή πολυμερούς διάσκεψης για να εκτονωθούν οι εντάσεις. Με την πρόταση συντάσσεται και η Μέρκελ. Πώς θα κρίνατε μια τέτοια εξέλιξη;
Είναι και αρχική πρόταση της Τουρκίας κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχάς κανείς δεν μπορεί να είναι αντίθετος, εκ των προτέρων, σε μια πολυμερή διάσκεψη. Ειδικά δε αν οι συνομιλίες ΕΕ-Τουρκίας οδηγήσουν σε τερματισμό της τουρκικής επιθετικότητας και άνοιγμα ενός παράθυρου διαλόγου και έναρξη διερευνητικών. Ωστόσο, πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι οι τελευταίες δεν θα καταστούν όμηρος μιας ευρύτερης συνεννόησης. Δεν πρέπει να εγκλωβίσουμε το διάλογο για την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ στο Αιγάιο και την Ανατολική Μεσόγειο, που έχει ωριμάσει και μπορεί να αρχίσει άμεσα, σε έναν υπερφιλόδοξο διάλογο για οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας-Αιγύπτου-Ισραήλ-Παλαιστίνης, που προφανώς θα είναι δύσκολος και χρονοβόρος. Πέραν τούτου, μια πολυμερής διάσκεψη, αν δεν έχει επαρκώς προετοιμαστεί το έδαφος προηγουμένως με διμερείς συνομιλίες, έχει εκθετική δυσκολία, σε σχέση με διαπραγματεύσεις που γίνονται σε διμερές επίπεδο. Άρα, εξακολουθούμε να θεωρούμε το προσφορότερο βήμα για την επίλυση της διαφοράς μας με την Τουρκία –δηλαδή της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ- την έναρξη των διερευνητικών επαφών και, σε περίπτωση αποτυχίας τους, την παραπομπή στη Χάγη.

Η Μέρκελ, λόγω και της γερμανικής προεδρίας, φαίνεται ότι προσπαθεί να προετοιμάσει με διμερείς επαφές το έδαφος για μια πολυμερή. Δεν αρκεί; Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος της Γερμανίας σε αυτή την εύθραυστη συγκυρία;
Πρώτος ο Αλέξης Τσίπρας με συνεντεύξεις του στην Ελλάδα και την Γερμανία τόνισε ότι η γερμανική προεδρία μπορούσε να αποτελέσει παράθυρο ευκαιρίας για να επιστρέψει η Τουρκία στο τραπέζι του διαλόγου, λόγω των στενών και πολυεπίπεδων σχέσεων που έχει με αυτή. Αυτό, όμως, με την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε μια συνεπής στρατηγική εκ μέρους της δικής μας πλευράς, που θα είχε τα χαρακτηριστικά που ανάφερα. Δεν πρόκειται η Τουρκία να αποφύγει στο μέλλον την κλιμάκωση της επιθετικότητάς της, αν δεν ξέρει ότι έχει κόστος. Αυτό δεν το έχουμε δει ακόμα να γίνεται. Δεν έχουμε δει να πιέζει η Ελλάδα την Γερμανία να ξοδέψει αντίστοιχο πολιτικό κεφάλαιο για να φέρει την Τουρκία στο τραπέζι σήμερα, όπως το 2015-2016 με το προσφυγικό, ή το Ταμείο Ανάκαμψης. Χρειαζόμαστε ισχυρά κίνητρα και ισχυρά αντικίνητρα στο τραπέζι. Παράλληλα, βλέπουμε την Γερμανία, αλλά και χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία να παίρνουν μια πιο ουδέτερη στάση μετά την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, εξέλιξη που έπρεπε και πρέπει να αποτραπεί πάση θυσία. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορώ να πω ότι είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για την έκβαση της γερμανικής προσπάθειας.

Ως προς τη στρατηγική της Ευρώπης, μιας και το ζήτημα έχει πάψει να έχει διμερή χαρακτήρα και αποκτά ευρωπαϊκές διαστάσεις, φαίνεται ότι υπάρχουν διαφορετικές στρατηγικές μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Γιατί υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα. Η Γαλλία ως μεσογειακή, ναυτική δύναμη αισθάνεται ότι απειλείται από τις αντίστοιχες φιλοδοξίες της Τουρκίας, και όχι μόνον στη Λιβύη. Δικές τους στρατηγικές στην Μεσόγειο έχουν και η Ιταλία και η Ισπανία, που είδαμε να μην υποστηρίζουν το αίτημα των κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εδώ, βέβαια, και πάλι υπάρχουν σοβαρές ευθύνες της κυβέρνησης, που δεν είχε ενεργοποιήσει έγκαιρα την Διάσκεψη των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου (Med7), που είναι από τα βασικά εργαλεία πολυμερούς διπλωματίας που διαμόρφωσε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η σύγκλησή της αυτή την εβδομάδα έγινε πολύ καθυστερημένα, και στην πραγματικότητα με πρωτοβουλία της Γαλλίας. Αν είχε προηγηθεί συζήτηση και ζύμωση αυτών των θεμάτων στο εσωτερικό των μελών της Med7, ενδεχομένως θα είχαμε εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη υποστήριξη.

Η Γαλλία κάνει ακραίες δηλώσεις, χρησιμοποιώντας τη διπλωματία των όπλων και χαρακτηρίζοντας τη Μεσόγειο “mare nostrum”. Ταυτόχρονα, επιδιώκεται μια αμυντική συμφωνία, με την αγορά εξοπλιστικών συστημάτων από την Γαλλία. Πώς βοηθά αυτή η στρατηγική στην αποκλιμάκωση; Μήπως καταφέρνει το ακριβώς αντίθετο;
Ανέφερα προηγουμένως ότι η Γαλλία έχει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα στη Μεσόγειο. Ορισμένα από τα συμφέροντα αυτά ευθυγραμμίζονται με τα δικά μας εθνικά συμφέροντα. Και δεν αναφέρομαι εδώ μόνον στις σχέσεις με την Τουρκία και την κατηγορηματική απόρριψη της παραβατικής της συμπεριφοράς. Οι απόψεις που υποστηρίζει η Γαλλία στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα, για την ευρωπαϊκή κυριαρχία, δηλαδή για την εγγύηση των εθνικών συνόρων σαν να είναι ευρωπαϊκά, ανταποκρίνονται και στα δικά μας συμφέροντα, αλλά και στο πώς θα θέλαμε την Ευρώπη. Προφανώς δεν εννοώ ότι θέλουμε τη στρατιωτικοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θέλουμε, όμως, μια Ευρώπη που να έχει ενιαία φωνή όταν μιλά για θέματα εξωτερικής πολιτικής και μια αυτόνομη άμυνα από το ΝΑΤΟ. Εξίσου προφανώς δεν πρέπει να αναζητήσουμε ένα νέο προστάτη ή νέο σωτήρα στην Γαλλία. «Η σωτηρία είναι επικερδής επιχείρηση μόνο για τον σωτήρα», έγραφε ο Ασημάκης Πανσέληνος. Απλώς αναγνωρίζοντας πού υπάρχει ευθυγράμμιση συμφερόντων, μπορούμε να χτίσουμε μια εταιρική σχέση, στο πλαίσιο όμως πάντα μιας πολυδιάστατης πολιτικής, όπως αυτή που ακολουθούσαμε τα χρόνια της διακυβέρνησης μας. Ασφαλώς δε με τη σαφή θέση ότι η Ελλάδα είναι ευρωπαικός πυλώνας σταθερότητας και ειρήνης στην περιοχή και όχι δυτικό προκεχωρημένο φυλάκιο έναντι τρίτων.

Η αποστροφή του Μακρόν πως η Μεσόγειος ανήκει μονάχα στην Ευρώπη, λες και δεν έχουν συμφέροντα άλλες χώρες, είναι αντίθετη με το μήνυμα που αναφέρατε της μη στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης. Στέλνεται ένα μήνυμα αποικιοκρατίας και πολεμικής διάθεσης.
Δεν έχω υπόψη μου τέτοια δήλωση. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν είναι αυτή η δική μας λογική, ούτε μπορεί να θεωρήσει κανείς τη Μεσόγειο ευρωπαϊκή λίμνη. Αν κοιτάξει κανείς το χάρτη εύκολα θα διαπιστώσει ότι οι αραβικές χώρες του Μαγκρέμπ και του Μασρέμπ, αλλά και το Ισραήλ, καλύπτουν το νότιο και το ανατολικό άκρο της Μεσογείου. Όλα τα κράτη, τα οποία έχουν ακτές στη Μεσόγειο, έχουν σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας δικαιώματα. Σε αυτό το πλαίσιο ο ΣΥΡΙΖΑ προώθησε συστηματικά σειρά διμερών και πολυμερών πρωτοβουλιών σε όλη την περιοχή.

Επομένως, αν προκύψει μια αμυντική συμφωνία, δεν θεωρείτε ότι αυτή προκαλεί την Τουρκία και πως στρέφεται ενάντια στην προσπάθεια διαλόγου, ιδίως αυτή την περίοδο όπως το προσπαθεί η Γερμανία εκ μέρους της Ε.Ε.; Και ύστερα, οι πραγματικές συμμαχίες γίνονται στη βάση συγκλινόντων στρατηγικών συμφερόντων και όχι αγοραπωλησιών, το κόστος των οποίων θα πληρώσουν οι ασθενέστεροι.
Να δούμε το περιεχόμενο της αμυντικής συμφωνίας, αν υπάρξει, για να μπορέσουμε να το κρίνουμε. Και για το θέμα των εξοπλισμών, που είναι ούτως ή άλλως μείζον ζήτημα και δεν σχετίζεται μόνο με την τυχόν συμφωνία που θα έχουμε με την Γαλλία, πρέπει να δούμε αφενός τις οικονομικές της παραμέτρους, και αφετέρου το πώς εντάσσεται σε ένα ευρύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα που καλύπτει τις αμυντικές ανάγκες της χώρας. Υφίσταται ένα θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει ότι οποιαδήποτε αγορά πρέπει να εντάσσεται σε έναν πολυετή προγραμματισμό, που ξεκινά από τις προτάσεις των Επιτελείων, συγκεκριμενοποιείται στο ΚΥΣΕΑ και εγκρίνεται από τη Βουλή. Μολονότι είμαστε υπέρ της διατήρησης και ενίσχυσης του αξιόμαχου των ενόπλων δυνάμεων –ήμασταν η μόνη κυβέρνηση των τεευταίων χρόνων που προχώρησε σε παρόμοια προσπάθεια, με την αναβάθμιση των F16 και Mirage- δεν θα επιτρέψουμε να γίνει αυτό σε βάρος των οικονομικών προοπτικών ανάκαμψης της χώρας και σε καμία περίπτωση σε βάρος των ασθενέστερων. Επομένως, για να τοποθετηθούμε επί των προτάσεων για τα εξοπλιστικά προγράμματα, θα πρέπει πρώτα να τις δούμε. Και σε κάθε περίπτωση, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα με εξαγγελίες όπως αυτές που διαδίδεται ότι θα ανακοινώσει ο κ. Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να έχει προηγηθεί η νόμιμη, θεσμική διαδικασία.

Είναι εφικτό να υπάρξει μια λύση win win στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο;
Η εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας και μια συμφωνία, μέσω διαπραγματεύσεων είτε μια δικαστική απόφαση σε περίπτωση αποτυχίας, είναι αυτή που θα δώσει τη δυνατότητα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να εξασφαλίσουν την αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων της περιοχής. Έτσι όπως είναι η κατάσταση τώρα, δεν μπορεί να γίνει αντικειμενικά οποιαδήποτε εμπορική εκμετάλλευση. Πέραν τούτου, το βασικότερο κέρδος δεν θα είναι το οικονομικό, αλλά ότι θα λείψει ως πηγή έντασης αυτή η διαρκής αμφισβήτηση εκ μέρους της Τουρκίας που δηλητηριάζει το κλίμα μεταξύ των δύο κρατών και των δύο λαών.

Η επιλογή του διαλόγου και της ενδεχόμενης προσφυγής στη Χάγη, όπως υπονοήσατε και εσείς, νομίζω ότι συμφωνούμε πως μοιάζει να είναι η επωφελέστερη εθνική στρατηγική. Φαίνεται, όμως, ότι η κυβέρνηση δεν βαδίζει προς αυτή την κατεύθυνση, αντίθετα βαδίζει προς τον παραδοσιακό εθνικισμό και στην ανόρθωση του πατριωτισμού, μια παγίδα που αρκετές φορές πέφτει και η Αριστερά.
Όπως είπε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερά πατριωτική και αντιεθνικιστική δύναμη και αυτός είναι ο διπλός άξονας της εξωτερικής μας πολιτικής. Στόχος είναι τόσο η προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας – είτε σε εδαφικό είτε σε οικονομικό επίπεδο- όσο και η ενεργητική προσπάθεια για επίλυση των διαφορών μας με τους γείτονές μας μέσω του διαλόγου- όπως αποδείξαμε με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είναι πάγια ελληνική θέση ο διάλογος για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και η προσφυγή στη Χάγη. Και στην πραγματικότητα, η μοναδική λύση. Η άλλη λύση είναι ο πόλεμος, που κανείς δεν τον υποστηρίζει ανοιχτά, διότι γνωρίζει ότι και η κοινή γνώμη είναι αντίθετη και δεν είναι προς το συμφέρον της χώρας. Από εκεί και πέρα, η κυβέρνηση κινείται αντιφατικά, χωρίς στρατηγική και χωρίς πυξίδα απέναντι στην κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα. Ορισμένες φορές φαίνεται να θέλει να απευθυνθεί στην εθνικιστική μερίδα, που είναι ιδιαίτερα δυνατή στο εσωτερικό της – και γιαυτό οδηγείται σε αντιφάσεις, λεκτικές ακροβασίες και ορισμένες φορές καθαρά ψεύδη. Από την άλλη μεριά, ενώ πλειοδοτούσε για «εθνική μειοδοσία» επί Πρεσπών, είναι η μόνη κυβέρνηση που έχει αφήσει ένα τουρκικό πλοίο να αλωνίζει νότια του Καστελορίζου παραβιάζοντας τα κυριαρχικά μας δικαιώματα για παραπάνω από ένα μήνα.

Η ελληνική πλευρά μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι υπέρ της έναρξης του διαλόγου, αλλά δεν φαίνεται να προτίθεται να υποχωρήσει σε κανένα σημείο. Μάλιστα, στη συνάντηση Βορειοατλαντικού Συμβουλίου του ΝΑΤΟ την Τετάρτη, οι όροι της ελληνικής πλευράς ήταν η πλήρης αποχώρηση της Τουρκίας από την περιοχή και μετά να ξεκινήσει ο διάλογος.
Η αποχώρηση των πλοίων –η παρουσία των οποίων και αμφισβητεί κυριαρχικά μας δικαιώματα και χρησιμοποιείται εκβιαστικά, ως απειλή βίας, από την Τουρκία- είναι λογικός και αναγκαίος όρος για την έναρξη ενός τίμιου διαλόγου. Δεν τον θεωρώ παράγοντα αδιαλλαξίας, κάθε άλλο. Αυτό που θεωρώ εξαιρετικά κακή ιδέα είναι η επιλογή της κυβέρνησης να αναγορεύσει το ΝΑΤΟ σε μεσολαβητή -όπως παραδέχτηκε ο υπουργός Άμυνας- μολονότι έχει δείξει επανειλημμένα ότι υποστηρίζει, τουλάχιστον έμμεσα, τις τουρκικές θέσεις.

Στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου συνεδριάζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Πώς θεωρείτε ότι θα εξελιχθεί αυτή η συνάντηση;
Εάν η Τουρκία συνεχίσει την προκλητική της συμπεριφορά, κάποιες κυρώσεις θα επιβληθούν. Το θέμα δεν είναι αυτό, αλλά οι κυρώσεις να έχουν εκείνη τη βαρύτητα, ώστε να ασκήσουν πίεση στην Τουρκία να αναθεωρήσει την προκλητική της συμπεριφορά. Πάντως, η κυβέρνηση δεν έχει προετοιμάσει το έδαφος για παρόμοιες κυρώσεις. Ουσιαστικά, ο κ. Μητσοτάκης μόνο από τον Ιούλιο άρχισε να συζητά για αυτές στην Ευρώπη.

Πώς θα αντιδράσει ο Ερντογάν στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων;
Η άποψή μου είναι ότι μόνο αν αντιληφθεί ότι θα έχει σημαντικό κόστος για την Τουρκία η συνέχιση της επιθετικής της τακτικής, θα την αναθεωρήσει. Διαφορετικά διαρκώς θα την κλιμακώνει.

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να βαδίζουμε στο δρόμο της ειρήνης και όχι της όξυνσης;
Να συνεχίσουμε να προβάλουμε τη στρατηγική που εφαρμόζαμε και ως κυβέρνηση: την παράλληλη προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με την επιδίωξη της ειρηνικής επίλυσης της διαφοράς μέσω διαλόγου, βασισμένου στο διεθνές δίκαιο, αναγνωρίζοντας πάντοτε τη σημασία που έχει η αλληλεγγύη μεταξύ των λαών μας.

Η συμφωνία των Πρεσπών επετεύχθη επειδή η ελληνική πλευρά έκανε, με τη σειρά της, συμβιβασμούς. Στην περίπτωση της ελληνοτουρκικής διένεξης δεν θα πρέπει να συμβεί το ίδιο;
Προφανώς σε κάθε διεθνή συμφωνία μεταξύ δύο κρατών γίνονται συμβιβασμοί. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για συβιβασμούς στο πλαίσιο μιας έντιμης συμφωνίας. Το βασικό όμως ζήτημα για την έναρξη των διαπραγματεύσεων και των διερευνητικών επαφών είναι να δεχτεί η Τουρκία να συζητήσει στη βάση του διεθνούς δικαίου και όχι στη βάση της προβολής ισχύος.

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να γίνουν με ορίζοντα την επόμενη μέρα; Να συμπεριλάβουν τις προτάσεις για συμβιβασμούς, αμοιβαιότητα, συνεκμετάλλευση; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ακόμα διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη πρόταση, που να λέει για παράδειγμα «όχι εξορύξεις στο Αιγαίο»;
Οποιαδήποτε συζήτηση για εμπορική εκμετάλλευση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προϋποθέτει την οριοθέτηση των οικονομικών θαλάσσιων ζωνών. Πολύ περισσότερο όταν από την άλλη πλευρά τίθενται και ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία στον σκληρό της πυρήνα, όχι μόνο σε οικονομικά δικαιώματα.

Ωστόσο, ένα κόμμα οφείλει να μην έχει απαντήσεις μόνο για τα τρέχοντα ζητήματα αλλά και να παρουσιάζει το όραμά του. Επομένως, δεν είναι έλλειμμα το ότι παραμένει στο επίπεδο της διένεξης;
Ακριβώς για αυτό το λόγο θέτουμε ως αναγκαία βάση της συζήτησης το διεθνές δίκαιο, αλλά επιπλέον προσθέτουμε τους ποιοτικούς και αξιακούς όρους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε την προσέγγιση με την άλλη χώρα. Δεν βλέπουμε σαν εχθρό τον τουρκικό λαό, αλλά ως φίλο. Και έχουμε πολλές φορές αναπτύξει ανάλογες πρωτοβουλίες, όχι μόνο στο επίπεδο της κρατικής διπλωματίας, αλλά και της διπλωματίας των λαών, των δήμων και των πολιτών. Ρωτήστε το σύντροφο Τριγάζη σχετικά! Άρα υπάρχει μια σαφής διαφορά στίγματος ανάμεσα στη δική μας πολιτική και την πολιτική που ακολουθεί η ΝΔ. Για την αριστερά διεθνισμός και πατριωτισμός πάνε μαζί. Εμείς είμαστε πατριωτική και αντιεθνικιστική δύναμη.

Σχετικά Νέα