Γ. Δραγασάκης: Ήταν λάθος που αναθέσαμε την υλοποίηση του σχεδίου μας στον Βαρουφάκη

Στην αφετηρία της μετεξέλιξης και της διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ ο Γιάννης Δραγασάκης μιλά ανοιχτά για τις πολιτικές προκλήσεις του μέλλοντος και τα λάθη του – κυβερνητικού – παρελθόντος. Στην συνέντευξή του στο tvxs.gr λέει ότι ο σημερινός μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί «νέα φάση της ιδρυτικής του διαδικασίας», διαφωνεί με την εκλογή προέδρου από την βάση και επισημαίνει ότι ο κίνδυνος αποκοπής του κόμματος από τις κοινωνικές του αναφορές «δεν είναι μία «μόλυνση» που έρχεται μόνον από τα έξω – υπάρχει και εντός των τειχών».

Ο Γιάννης Δραγασάκης δεν συμμερίζεται την άποψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έπρεπε να επιδιώξει την διακυβέρνηση το 2015 – «η παράταση της κυβέρνησης Σαμαρά με τη δική μας ψήφο θα καθιστούσε το ΣΥΡΙΖΑ συνυπεύθυνο για ότι έμελε να συμβεί», λέει χαρακτηριστικά – , ενώ στο πεδίο της αυτοκριτικής επισημαίνει ότι «υποτιμήσαμε τις προϋποθέσεις άσκησης αριστερής πολιτικής».

Χαρακτηρίζει επίσης σημαντικό λάθος ότι ανατέθηκε η υλοποίηση του σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ στην πιο κρίσιμη φάση του στον Γιάνη Βαρουφάκη – «έναν άνθρωπο ο οποίος υποβίβαζε διαρκώς τη πολιτική σε κακοσχεδιασμένες τακτικές και αντί να χτίζει συμμαχίες και γέφυρες, άνοιγε μέτωπα» -, τονίζει πως δεν υπήρξε «ολοκληρωμένη στρατηγική συμμαχιών», και θεωρεί ότι αναλώθηκε δυσανάλογο πολιτικό κεφάλαιο στην ανάδειξη των – «πολύ σημαντικών και υπαρκτών» – σκανδάλων. «Αυτά και άλλα», σημειώνει, «συνέβαλλαν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εμείς ασχολούμαστε με το παρελθόν ή έστω με το παρόν ενώ ο κ. Μητσοτάκης μιλάει για το μέλλον».

Ολόκληρη η συνέντευξη του Γ. Δραγασάκη στο Tvxs.gr:

Μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ: Νέο κόμμα, επανίδρυση, διεύρυνση ή μετεξέλιξη; Και με ποιους όρους και σε ποια κατεύθυνση;

Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε ενιαίο κόμμα, μόλις τον Ιούλιο του 2013. Σε ενάμιση χρόνο έγινε κυβέρνηση. Δεν είχε ούτε το χρόνο ούτε τις δυνάμεις, να χτίσει όσο ισχυρούς χρειάζεται τους δεσμούς του με τη κοινωνία, να οργανώσει τη παρουσία του παντού. Και η όποια οργανωτική του ανάπτυξη ανακόπηκε λόγω των κυβερνητικών ευθυνών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λοιπόν ζωτική ανάγκη να ενισχυθεί με νέα μέλη. Ιδίως μέλη που δρουν μέσα στη κοινωνία σε φορείς και συλλογικότητες, και δίνουν καθημερινά αγώνες αξιοπρέπειας, σε χώρους εργασίας, πολιτισμού, αθλητισμού, εκπαίδευσης, ενημέρωσης, ιδεών κλπ. Και είναι ευτύχημα που μετά από μια εκλογική ήττα αναπτύσσεται μια σημαντική κινητικότητα από τα κάτω, που εκτός των άλλων εκφράζεται και με μια αυτόβουλη προσέλευση νέων και άλλων κοινωνικά δραστήριων πολιτών που θέλουν να ενταχθούν και να βοηθήσουν τον αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ, έναν αγώνα για τη κοινωνία.

Από την άλλη πλευρά όμως χρειάζεται και η ποιοτική αναβάθμιση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του ώστε η συμμετοχή να είναι δημιουργική και ο ρόλος των μελών του ουσιαστικός. Άρα αυτό που επιδιώκεται, σήμερα, συνιστά βεβαίως μια τομή, ένα μετασχηματισμό, αλλά αποτελεί και μια συνέχεια, μια νέα φάση της ιδρυτικής του διαδικασίας, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα «εξ ορισμού» κόμμα εν κινήσει, μια ναυπήγηση που γίνεται εν πλω, με βάση τις κάθε φορά ανάγκες και δυνατότητες.

Ποιο είναι το πραγματικό δίλημμα για την επόμενη μέρα στον ΣΥΡΙΖΑ; Αριστερά ή κεντροαριστερά; Άνοιγμα ή ιδεολογική καθαρότητα; Ριζοσπαστισμός ή realpolitik;

Σε ό, τι αφορά τη σχέση αριστεράς με τον κεντρώο χώρο το θέμα δεν είναι να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ένα κεντρώο ή κεντροαριστερό κόμμα. Για να ανταποκριθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στα καθήκοντα του ως ένας από τους δυο πόλους της πολιτικής μας ζωής, στις ανάγκες και στις προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων που τον ψήφισαν, πρέπει ως κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, να οικοδομεί αξιόπιστες συμμαχίες και να κάνει ότι χρειάζεται ως ο κορμός μιας ευρύτερης αριστερής προοδευτικής παράταξης. Μιας παράταξης που έλκει δυνάμεις από το κέντρο ως την κομμουνιστική παράδοση, τη σοσιαλδημοκρατία, την πολιτική οικολογία, την κινηματική αριστερά, ριζοσπαστικοποιώντας ταυτόχρονα την έννοια και το περιεχόμενο του προοδευτικού προτάγματος με βάση τις προκλήσεις της εποχής μας.

Το θέμα δεν είναι να επιλέξουμε το άνοιγμα ή την ιδεολογική καθαρότητα, ότι και αν σημαίνει αυτό σήμερα. Και τούτο γιατί πρόκειται για ένα πλαστό δίλημμα καθώς το άνοιγμα προϋποθέτει σαφή αριστερή ταυτότητα και όχι ιδεολογική πλαδαρότητα

Το θέμα δεν είναι, τέλος, να επιλέξουμε ανάμεσα στο ρεαλισμό ή τη ριζοσπαστική πολιτική αλλά να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις εκείνες που θα καθιστούν εφαρμόσιμες τις ριζοσπαστικές πολιτικές. Και η κυβερνητική εμπειρία μας έδειξε αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή αριστερή πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού ούτε η χωρίς προϋποθέσεις προσδοκία του ανέφικτου αλλά η ικανότητα να διευρύνουμε τα κάθε φορά όρια του εφικτού και να αξιοποιούμε τις δυνατότητες αποτελεσματικά υπέρ της κοινωνίας και των λαϊκών τάξεων.

O Eυκλείδης Τσακαλώτος έχει πει ότι «θα ήταν αφελής» εάν δεν φοβόταν την «μόλυνση από την πασοκοποίηση». Πόσο βάσιμος και πόσο ισχυρός είναι τελικά αυτός ο φόβος για τον ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν έχω υπόψη μου το πλήρες πλαίσιο της συζήτησης αυτής. Αν με τον όρο «πασοκοποίηση» εννοείτε το κίνδυνο αποκοπής του ΣΥΡΙΖΑ από τις κοινωνικές του αναφορές, ο κίνδυνος αυτός δεν είναι μία «μόλυνση» που έρχεται μόνον από τα έξω. Υπάρχει και εντός των τειχών, αν εφησυχάζουμε, αδρανούμε ή κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Είναι επίσης υπαρκτός βεβαίως ο κίνδυνος αυτός, αν μείνουμε μόνο σε μια ποσοτική διεύρυνση χωρίς κοινωνικούς στόχους, ιδεολογικές αναφορές και ένα πολιτικό και προγραμματικό πλαίσιο. Συνεπώς σωστά επισημαίνονται κίνδυνοι και αρνητικά ενδεχόμενα αυτά όμως μπορούμε τα αντιμετωπίσουμε «εν κινήσει» καλύπτοντας τα ιδρυτικά ελλείμματα του ΣΥΡΙΖΑ, ενισχύοντας τη δημοκρατία, τη συλλογικότητα και τη συνέπεια λόγων και έργων τόσο στην εσωκομματική λειτουργία όσο και στην προς τα έξω έκφραση του ΣΥΡΙΖΑ.

Θα βλέπατε την εκλογή προέδρου από την βάση;

Δεν βλέπω τι είδους πρόβλημα θα έλυνε κάτι τέτοιο σήμερα όταν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν αμφισβητείται από πουθενά αλλά αντίθετα έχει τη πλήρη στήριξη όλου του κόμματος. Εκτός αυτού η εν λόγω καινοτομία όπως τουλάχιστον εφαρμόστηκε ως τώρα στη χώρα μας δεν νομίζω ότι συνέβαλε στην αναβάθμιση της δημοκρατίας, της συλλογικότητας ή της ελκτικότητας των κομμάτων που την εφάρμοσαν. Από τη στιγμή άλλωστε που ίδιος ο πρόεδρος του κόμματος το έχει απορρίψει δεν έχει νόημα η ανακύκλωση του θέματος.

Υπάρχει έντονη εσωτερική συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ για το εάν πρέπει να γίνει αυτοκριτική ή όχι. Δεν εντάσσεται στο πολιτικά αυτονόητο η αυτοκριτική μετά από μια εκλογική ήττα;

Αυτοκριτική θα χρειαζόταν ακόμη και αν είχαμε νικήσει. Διότι η κριτική ανάλυση της πορείας μας, η επισήμανση λαθών ειδικότερα, και η κατανόηση των αιτιών τους, αποτελεί, ειδικά για την αριστερά, βασικό και αναντικατάστατο τρόπο μάθησης και βελτίωσης για το μέλλον.
Αλλά ο όρος αυτοκριτική δεν εκφράζει πλήρως αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε. Διότι εξίσου σημαντικό είναι να δούμε τι πετύχαμε και πως το πετύχαμε διότι ούτε αυτό είναι πάντα γνωστό ή συνειδητοποιημένο. Και βέβαια τι δεν πετύχαμε, τι δεν κάναμε ενώ θα μπορούσαμε να το είχαμε επιχειρήσει, που σκοντάψαμε, με ποια διλήμματα βρεθήκαμε αντιμέτωποι και πως τα υπερβήκαμε, ως αντιπολίτευση και ως κυβέρνηση, και βέβαια τι μαθήματα βγάζουμε και πως πρέπει να προετοιμαστούμε από εδώ και πέρα. Γ΄ αυτό προσωπικά θεωρώ αναγκαία τη μελέτη και την αξιολόγηση όλης αυτής της πυκνής όσο και κρίσιμης περιόδου 2009-2019, μακριά από εσωκομματικές ή άλλες σκοπιμότητες.

Εσείς έχετε κάνει και δημόσια αυτοκριτική, έχετε πει ότι «κερδίσαμε όταν μας υποτίμησαν, χάσαμε όταν τους υποτιμήσαμε». Τι, και γιατί, υποτιμήθηκε τελικά; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης; το «αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο»; η αλαζονεία της εξουσίας ίσως;

Η υποτίμηση ή υπερτίμηση του αντιπάλου δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Είναι από τα πιο δύσκολα θέματα και για αυτό είναι η πιο συχνή πηγή λαθών.
Στη περίπτωση μας, ίσως υποτιμήθηκαν οι ίδιες οι απαιτήσεις του εγχειρήματος μας, οι προϋποθέσεις άσκησης αριστερής πολιτικής. Και το τονίζω αυτό διότι αφορά και στο μέλλον. Στη περίπτωση μας φάνηκε πολύ καθαρά ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι φυσικά αναγκαία αλλά δεν αρκεί για να κυβερνάς και μάλιστα έχοντας απέναντι σου όλα τα κατεστημένα συμφέροντα. Κρίσιμος παράγοντας είναι οι δεσμοί με τη κοινωνία καθώς και μια διαρκής προσπάθεια οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

Αντί να αναδείξουμε το έργο μας, την αναπτυξιακή στρατηγική και τη προοπτική που θεμελίωνε η πολιτική μας δόθηκε μεγάλος πολιτικός χώρος σε πολύ σημαντικά και υπαρκτά σκάνδαλα, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τους δεσμούς με τη κοινωνία που παρέμεναν ατροφικοί αλλά και το ίδιο το έργο της κυβέρνησης που έμενε εν πολλοίς άγνωστο. Αυτά και άλλα, συνέβαλλαν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εμείς ασχολούμαστε με το παρελθόν ή έστω με το παρόν ενώ ο κ. Μητσοτάκης μιλάει για το μέλλον.

Από την άλλη πλευρά οι αντίπαλοι μας συνειδητοποίησαν ότι αυτό που άνοιξε με την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν μια παρένθεση αλλά μια νέα εποχή. Αξιοποιώντας και την απουσία μιας δικής μας ολοκληρωμένης στρατηγικής συμμαχιών δημιούργησαν ένα αντιφατικό και εύθραυστο ευρύτερο αστερισμό, ένα «αντισύριζα» μέτωπο που αν και υποκρύπτει τις αντιθέσεις του μέλλοντος, επέτρεψε στη ΝΔ να κερδίσει τις εκλογές.

Υπήρξαν μόνον αυταπάτες ή υπήρξε και λάθος διαχείριση προσδοκιών;

Το θέμα των «αυταπατών» έχει κάπως παρεξηγηθεί. Βεβαίως υπήρξαν και εκτιμήσεις που δεν επιβεβαιώθηκαν και προσδοκίες που δεν επαληθεύτηκαν. Αλλά δεν συνιστά αυταπάτη αν ένας όρος η μια προϋπόθεση του πολιτικού σου σχεδίου δεν επιτευχθεί ή δεν επιβεβαιωθεί, ή αν ηττηθείς στο πεδίο της μάχης από υπέρτερους συσχετισμούς.

Για να γίνω συγκεκριμένος, το σχέδιο μας να μπει τέλος στη λιτότητα στη χώρα μας γνωρίζαμε ότι απαιτούσε αλλαγές ή νέες ερμηνείες των κανόνων, στη κλίμακα της Ευρώπης. Δεν ήταν δυνατό να αντιστραφεί η πολιτική της λιτότητας αποκλειστικά και μόνο στην Ελλάδα. Ούτε μπορούσε να διαγραφεί μόνο το ελληνικό χρέος χωρίς να γίνει το ίδιο π. χ και με το ιταλικό. Το σχέδιο μας λοιπόν δεν ήταν μια αυταπάτη. Είχε λογική και ερείσματα. Υπήρχαν και άλλες φωνές και δυνάμεις στη Ευρώπη που υποστήριζαν την ίδια με μας γραμμή. Στηριζόταν στην όχι αυθαίρετη εκτίμηση ότι οι φωνές αυτές θα δυνάμωναν ώσπου να γίνουμε κυβέρνηση ή ότι η δίκη μας νίκη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για ευρύτερες αλλαγές.

Αυτό το σχέδιο ακριβώς πολέμησε το στρατόπεδο Σόιμπλε. Διότι είχε διαμετρικά αντίθετους στόχους. Ήθελε πάση θυσία να αποτρέψει την επέκταση του ελληνικού πειράματος στην Ισπανία και αλλού. Και το πέτυχε. Κυρίως γιατί οι άλλες φωνές δεν μπόρεσαν να συγκροτηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά και διότι κάναμε λάθη και παραλείψεις και στο στάδιο της προετοιμασίας και σε εκείνο της υλοποίησης. Ακόμη γιατί οι Σοσιαλδημοκράτες φοβήθηκαν πως μια επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα ενίσχυε τις ριζοσπαστικές τάσεις στις γραμμές τους. Αλλά τελικά πλήρωσαν και αυτοί βαρύ τίμημα με την επί της ουσίας σύμπλευση τους, πλην εξαιρέσεων, με τον Σόιμπλε.

Πράγματι, λοιπόν, υπήρξαν λάθη. Και ένα τέτοιο ήταν ότι δεν είχαν κατανοηθεί ούτε είχαν επαρκώς συζητηθεί και εξηγηθεί οι προϋποθέσεις για την ευόδωση των προσδοκιών του λαού και την επιτυχία του δικού μας σχεδίου. Για παράδειγμα το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν καθιστούσε τόσο σαφές όσο χρειαζόταν ότι η δυνατότητα υλοποίησης του εξαρτιόνταν σε καθοριστικό βαθμό από την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Επίσης σημαντικό λάθος αποδείχτηκε ότι αναθέσαμε την υλοποίηση του σχεδίου μας, στη αρχική πιο κρίσιμη φάση, σε ένα άνθρωπο που όπως αποδείχτηκε είτε δεν το πίστευε είτε δεν το καταλάβαινε. Σε έναν άνθρωπο ο οποίος υποβίβαζε διαρκώς τη πολιτική σε τεχνικές και κακοσχεδιασμένες τακτικές και αντί να χτίζει συμμαχίες και γέφυρες, όπως απαιτούσε η πολιτική μας άνοιγε μέτωπα με όλους, συχνά αχρείαστα ή σε δευτερεύοντα θέματα, ακόμη και στις πιο κρίσιμες και ευαίσθητες στιγμές χωρίς κανένα σχέδιο ούτε Α, ούτε Β, ούτε Χ.

O Νίκος Βούτσης είπε ότι το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν έτοιμος να κυβερνήσει («ήμασταν μακράν κάθε δυνατότητας να διακυβερνήσουμε”). Συμφωνείτε; Θεωρείτε ότι ίσως δεν θα έπρεπε να έχει προκληθεί τότε η πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά;

Ο Νίκος Βούτσης διευκρίνισε πλήρως τι είπε και τι εννοούσε. Το ερώτημα σας, θέτει ένα μεγάλο θεωρητικό καταρχήν θέμα, αν ο πολιτικός χρόνος και κατ επέκταση η εξέλιξη της ιστορίας μπορεί να ρυθμιστεί όπως πχ ρυθμίζουμε το ξυπνητήρι μας ή να το πω αλλιώς αν το ραντεβού με την ιστορία μπορούμε να το κλείνουμε εμείς και όχι η ίδια η ιστορία.

Δεν θεωρώ ότι αυτό ισχύει. Παρεμβάσεις βεβαίως στη δυναμική των εξελίξεων, μπορείς να επιχειρήσεις, αλλά και πάλι δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τις συνέπειες. Η παράταση π. χ της κυβέρνησης Σαμαρά με τη δική μας ψήφο θα καθιστούσε το ΣΥΡΙΖΑ συνυπεύθυνο για ότι έμελε να συμβεί. Και αυτό ήταν εντελώς άδηλο αφού η χώρα ήταν στο κενό: το δεύτερο μνημόνιο ήταν στον αέρα, η χώρα δεν μπορούσε να δανειστεί, η δανειακή σύμβαση είχε λήξει, προληπτική πιστωτική γραμμή δεν χορηγούνταν και η κυβέρνηση Σαμαρά είχε απαξιωθεί στο εξωτερικό και απονομιμοποιηθεί στο εσωτερικό. Η εκ των υστέρων εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Σαμαρά θα έβγαζε τη χώρα από τα μνημόνια κατά την άποψη μου είναι εξαιρετικά αυθαίρετη.

Υπήρξε στιγμή εκείνο το καλοκαίρι του 2015 που φοβηθήκατε ότι φθάσαμε πράγματι στην «ώρα μηδέν», ότι πηγαίναμε σε επιλογές που δεν θα είχαν επιστροφή; Και ποια ήταν εκείνη η στιγμή;

Φυσικά. Οι πιο κρίσιμες στιγμές ήταν το τέλος της δίμηνης παράτασης της δανειακής σύμβασης στο τέλος Φεβρουαρίου, που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, όποτε η χώρα θα έμενε χωρίς χρηματοδοτική κάλυψη αν δεν είχαμε συμφωνία και φυσικά η λήξη της νέας παράτασης στις 30 Ιουνίου. Όμως η περίοδος εκείνη ήταν στο σύνολο της ναρκοθετημένη από τη πρώτη ώρα που αναλάβαμε, από δυνάμεις εγχώριες και ξένες που επεδίωκαν την πρόωρη απονομιμοποίηση και πτώση της κυβέρνησης ανεξάρτητα από τις καταστροφικές συνέπειες που μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει για τη χώρα και την κοινωνία.

Ως προς το φόβο τώρα, ο φόβος είναι η φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση σε κινδύνους και απειλές. Όταν ωστόσο έχεις μια ευθύνη για τη χώρα ή για ένα κόσμο πέρα από σένα, και έχεις συνείδηση της ευθύνης αυτής, τότε συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. Οι κίνδυνοι, ταυτόχρονα με το φόβο, γεννούν και μια ηθική ευθύνη για ψύχραιμη αναζήτηση των πιο πρόσφορων διεξόδων. Και ακόμη πιο παράδοξο σε εξοπλίζουν και με δύναμη για να ανταπεξέλθεις στην ευθύνη αυτή. Ίσως είναι αυτό που ο Μαξ Βέμπερ και άλλοι έχουν αποκαλέσει «ηθική της ευθύνης» που μετατρέπει τον φόβο του κινδύνου σε δύναμη ευθύνης. Θα έλεγα λοιπόν πως, ο πολιτικός που νοιώθει υπεύθυνος απέναντι στο ρόλο του και τη κοινωνία δεν έχει το «δικαίωμα στο φόβο». Είναι υποχρεωμένος να δρα για το κοινό καλό και την κατά το δυνατό καλύτερη έκβαση των πραγμάτων, υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες.

Η «πρώτη φορά αριστερά» είχε «αυταπάτες». Η «δεύτερη φορά αριστερά» τι δεν πρέπει να έχει; Και ποια προγραμματική πρόταση καταθέτει;

Το θέμα περί τις αυταπάτες πιστεύω το εξαντλήσαμε. Το ερώτημα σας τώρα για τη «δεύτερη φορά αριστερά» απαιτεί ξεχωριστή συζήτηση.
Περιορίζομαι λοιπόν σε τρεις συνοπτικές διαπιστώσεις.

Η πρώτη είναι ότι μια κυβέρνηση της αριστεράς, υπό συνθήκες καπιταλισμού, κυβερνά πάντα υπό σκληρούς περιορισμούς και καταναγκασμούς. Το τέλος των μνημονίων δεν σημαίνει το τέλος των εν λόγω περιορισμών. Μπορεί να μην έχουν τη μορφή των περιορισμών που ζήσαμε με τα μνημόνια αλλά η δομή του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, με τις μεγάλες ζώνες μαύρου χρήματος και γκρίζου καπιταλισμού από τη μια και τις πειθαρχίες που επιβάλλουν οι παγκόσμιες αγορές αλλά και το εύφλεκτο γεωπολιτικό περιβάλλον από την άλλη, δημιουργούν μια ειδική συνθήκη που πρέπει να αναλυθεί συγκεκριμένα και να ληφθεί ρητά υπόψη στο νέο σχεδιασμό.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι παρά τους περιορισμούς μια κυβέρνηση της αριστεράς μπορεί να κάνει τη διαφορά. Όπως έδειξε και η δίκη μας εμπειρία μια κυβέρνηση της αριστεράς μπορεί και υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες να αξιοποιήσει ή να δημιουργήσει ρωγμές, να κινητοποιήσει ανενεργές δυνάμεις της κοινωνίας, να επιλύσει εκκρεμότητες του παρελθόντος, να περιορίσει τη σπατάλη, να κατανείμει πιο δίκαια τους υπάρχοντες πόρους, να διευρύνει όπως λέγαμε πριν τα όρια του εφικτού και να αποδείξει ότι η πολιτική δεν είναι ένα βρώμικο παιγνίδι αλλά μπορεί να γίνει το μέσο για επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, για μια βιώσιμη ανάπτυξη και μια δίκαιη κοινωνία.

Η νέα προγραμματική πρόταση πρέπει λοιπόν να αξιοποιήσει εξαντλητικά θα έλεγα τις παραπάνω εμπειρίες. Λαμβάνοντας υπόψη τη κλιματική αλλαγή αλλά και τη τέταρτη τεχνολογική επανάσταση, μια νέα κυβέρνηση της αριστεράς θα πρέπει να είναι μια κυβέρνηση κοινωνικής και οικολογικής δικαιοσύνης αλλά και κοινωνικής καινοτομίας. Τόσο οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής όσο και εκείνες τη τεχνολογικής επανάστασης επιβάλουν μεγάλες οικονομικές αναδιαρθρώσεις αλλά και βαθιές αλλαγές στις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις και τους θεσμούς, ανάγκες στις οποίες η αριστερά πρέπει να δώσει τη δική της απάντηση.

Ίσως δεν αρκεί πλέον να μιλάμε για νέο μοντέλο ανάπτυξης αλλά για ένα νέο μοντέλο ζωής, με την έννοια ενός νέου τρόπου οργάνωσης της ζωής, της παραγωγής, της κατανάλωσης και της κοινωνίας. Και αυτό χωρίς να παραβλέψουμε τις άμεσες συνέπειες που μπορεί να έχει η επερχόμενη ύφεση αλλά και τα νέα κοινωνικά ρήγματα που θα δημιουργήσει ο «καπιταλισμός της αρπαχτής», τον οποίο «απελευθερώνει» η, όπως αποδεικνύεται, ανεπίδεκτη μαθήσεως κυβέρνηση της δεξιάς.

Σχετικά Νέα