FT: Το «κατεστημένο» δεν πήρε τα μηνύματα του 2016

«Ένα πράγμα είναι να λες, όπως κάποιοι από εμάς έκαναν, ότι οι δυτικές φιλελεύθερες ελίτ πρέπει να σταματήσουν να πλειοδοτούν όταν αντιμετωπίζουν μια λαϊκιστική απειλή. Πέρα από αυτό όμως, τι πρέπει πραγματικά να κάνουν;» γράφει σε άρθρο του o Wolfgang Munchau στους σημερινούς Financial Times.

Και σημειώνει: Θα ξεκινήσω με μια δομική επανεκτίμηση της μοντέρνας μακροοικονομικής διακυβέρνησης –από τις ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες και τη στόχευση στον πληθωρισμό ως τις απορρυθμισμένες χρηματαγορές και τους δημοσιονομικούς στόχους. Για να το βάλω απλά: αν εμείς, το φιλελεύθερο καθεστώς αποτύχουμε σε αυτό, οι λαϊκιστές θα το κάνουν για λογαριασμό μας.

Μια Πρόεδρος Μαρίν Λε Πεν, για παράδειγμα, θα βγάλει τη Γαλλία από την ευρωζώνη και θα υπαγορεύσει στην κεντρική της τράπεζα να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες της κυβέρνησής της.

Αλλά πρέπει επίσης να σκεφτούμε πιο βαθιά για τους δεσμούς μεταξύ των θεσμών μας, τους κανόνες με τους οποίους λειτουργούν και την επικρατούσα μακροοικονομική θεωρία. Πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε «φυσιολογικά» καθιερώθηκαν σχετικά πρόσφατα.

Οι κεντρικές τράπεζες δεν ήταν πάντα ανεξάρτητες. Η στόχευση στον πληθωρισμό είναι συνήθης σήμερα, αλλά ήταν άγνωστη πριν τη δεκαετία του 1990. Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι στα δημοσιονομικά είναι επίσης μια σύγχρονη ανακάλυψη, όπως και τα ανεξάρτητα δημοσιονομικά συμβούλια. Πίσω από αυτούς τους θεσμούς και τις πολιτικές κρύβεται ένα θεωρητικό υπόβαθρο, η νέα κεϋνσιανή μακροοικονομική. Ο Κέυνς πιθανότατα θα χαρακτήριζε το μέσο όρο των προτάσεών τους ως «εν υπνώσει οικονομικά».

Η θεωρία ισχυρίζεται τρία βασικά στοιχεία. Πρώτον, ότι ο χαμηλός πληθωρισμός είναι συνεπής με την πλήρη απασχόληση, οπότε είναι αρκετό για μια κεντρική τράπεζα να στοχεύει σε χαμηλό πληθωρισμό. Δεύτερον, η δημοσιονομική πολιτική δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για οικονομική εξομάλυνση αλλά θα πρέπει να ακολουθεί μεσοπρόθεσμους στόχους σταθερότητας. Και τρίτον, ούτε η νομισματική, ούτε η δημοσιονομική πολιτική κάνουν μακροπρόθεσμα τη διαφορά.

Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν εξηγεί αυτά που βλέπουμε γύρω μας: ατελείωτες οικονομικές κρίσεις. Μόνιμη απώλεια οικονομικής παραγωγής. Επίμονες ανισορροπίες και αποτυχία των κεντρικών τραπεζών να πιάσουν τους στόχους τους.

Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι οι άνθρωποι γίνονται δύσπιστοι απέναντι στους «ειδικούς» που που πλασάρουν θεωρίες που οδηγούν σε κωμικά λανθασμένες προβλέψεις και δεν ταιριάζουν με την πραγματικότητα.

Αυτές οι παρατηρήσεις είναι ήπιες αν συγκριθούν με αυτές του Paul Romer, επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας που έγραψε μια καταστροφική κριτική για το επάγγελμά του.

Ο Romer περιγράφει την μοντέρνα μακροοικονομική ως μια «ρακέτα» που κρατούν άνθρωποι που προστατεύουν την επιρροή τους. Η περισσότερη από την κριτική του είναι τεχνοκρατικής φύσεως και πάει πολύ μακρύτερα απ’ όσο μπορώ να περιγράψω εδώ. Ξεκινά αναφερόμενος στον Lee Smolin, ένα φυσικό που σημείωσε το 2007 ότι η φυσική δεν έκανε καμία πρόοδο το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Ο Romer υποστηρίζει ότι η κατάσταση στη μακροοικονομία είναι χειρότερη. Εχει υποχωρήσει.

Αυτό που κάνει αυτές τις παρατηρήσεις σχετικές με το πλαίσιο της συζήτησής μας είναι ότι οι θεσμοί οικονομικής πολιτικής βασίζονται στην ιδέα ότι αυτές οι θεωρίες είναι σωστές. Οι ανεξάρτητοι κεντρικοί τραπεζίτες μας είναι μακροοικονομολόγοι που εκπαιδεύτηκαν στα μοντέλα που ο Romer κριτικάρει.

Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας ήταν εξαίρεση. Η FED και η γερμανική Bundesbank ήταν ανεξάρτητες πριν το 1990, αλλά οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες όχι.

Υπάρχουν επιχειρήματα και υπέρ και κατά. Οι περισσότεροι, για παράδειγμα, πιθανότατα δεν θα υποστήριζαν την ιδέα ότι οι ένοπλες δυνάμεις μιας χώρες πρέπει να είναι ανεξάρτητες με το επιχείρημα ότι οι στρατηγοί ξέρουν καλύτερα ποιο είναι το καλό μας και δεν πρέπει να απασχολούνται με την καθημερινότητα πολιτικών σκαμπανεβασμάτων.

Αν ο Romer έχει δίκιο και η μακροοικονομική οπισθοδρομεί όσοι από εμάς θέλουν να υπερασπιστούν την φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων πρέπει να σκεφτούν την ανάκτηση κεντρικών τομέων της οικονομικής πολιτικής. Πρέπει να βγάλουμε την δημοσιονομική πολιτική από τον αυτόματο πιλότο και να αμφισβητήσουμε την τυραννία του πανταχού παρόντος στόχου για πληθωρισμό 2%. Και πρέπει να αρχίσουμε να διαχωρίζουμε μεταξύ των συμφερόντων του οικονομικού τομέα και της ευρύτερης οικονομίας. Η αποτυχία να το πράξουμε ήταν ένας από τους λόγους της ψήφου υπέρ του Brexit.

Ενώ τα επιχειρήματα για την αμφισβήτηση του μακροοικονομικού δόγματος είναι συντριπτικά αμφιβάλω ότι το δυτικό κατεστημένο θα το πράξει. Οι μακροοικονομολόγοι που σχεδίασαν τα μοντέλα είναι οι φύλακες και οι δικαιούχοι του συστήματος. Είναι οι ανεξάρτητοι κεντρικοί τραπεζίτες. Διαχειρίζονται τα ανεξάρτητα δημοσιονομικά συμβούλια. Κάποιοι είναι υπουργοί Οικονομικών.

Με το κατεστημένο να αρνείται να πάρει μαθήματα από τις ήττες του 2016, το σύστημα είναι σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να καταστραφεί από τους λαϊκιστές, από το να μεταρρυθμιστεί εκ των έσω.

ΠΗΓΗ: Euro2day

Ακολουθήστε το The Indicator στο Google news

Σχετικά Νέα