Ένας υπουργός Οικονομικών της μέσης οδού…

Καθώς πέφτει η σκόνη που σήκωσε ο ΣΥΡΙΖΑ με την πρόταση μομφής κατά του Χρήστου Σταϊκούρα, μια καιροσκοπική πολιτική πρωτοβουλία με κύριο στόχο να συσπειρωθεί το εσωτερικά σπαρασσόμενο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, φθάνει η στιγμή για μια σοβαρή αξιολόγηση του σημερινού υπουργού Οικονομικών από την κοινωνία. Αξίζει, λοιπόν, μομφή ή έπαινος στον Χρήστο Σταϊκούρα για τα πεπραγμένα του στο υπουργείο Οικονομικών από το περασμένο καλοκαίρι και, εδώ και οκτώ μήνες, εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης στην παγκόσμια ιστορία;

Γράφει ο Γρηγόρης Σαμπάνης*

Οι υπουργοί Οικονομικών αξιολογούνται με βάση το πόσο καλά καταφέρνουν να τηρούν μια δύσκολη ισορροπία: μια ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής και στην κοινωνική ευαισθησία. Κάθε υπουργός Οικονομικών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χάσει την ισορροπία, διολισθαίνοντας σε πολιτικές υπερβολικά αυστηρές και περιοριστικές, που πλήττουν το κοινωνικό σώμα, ή σε υπερβολικές παροχές, τύπου «δωσ’ τα όλα», που κλονίζουν τη μακροοικονομική ισορροπία και απομακρύνουν τα επενδυτικά κεφάλαια, οδηγώντας ακόμη και σε κατάρρευση.

Με αυτό το μέτρο, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Χρήστος Σταϊκούρας έχει καταφέρει να είναι ο υπουργός Οικονομικών της μέσης οδού. Να τηρεί, με άλλα λόγια, με μεγάλη συνέπεια μια γραμμή οικονομικής πολιτικής που υπηρετεί το στόχο για μακροοικονομική σταθερότητα, χωρίς να θυσιάζεται η κοινωνική ευαισθησία. Τα δείγματα γραφής αυτής της πολιτικής είναι ήδη πολλά. Ας απαριθμήσουμε τα τρία σημαντικότερα:

1.Πριν ξεσπάσει η μεγάλη κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία, το υπουργείο Οικονομικών κατάφερε να φέρει το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού ακριβώς στο συμφωνημένο με τους δανειστές όριο του 3,5% του ΑΕΠ, αποφεύγοντας την πρακτική των υπερβολικών πλεονασμάτων του παρελθόντος που προκαλούσαν αχρείαστη βλάβη στην οικονομία. Καταρτίσθηκε ένας προϋπολογισμός για το 2020 που συνδύαζε την εκπλήρωση των υποσχέσεων της ΝΔ για ελαφρύνσεις φόρων, με την τήρηση του συμφωνημένου δημοσιονομικού στόχου, ενώ παράλληλα έγινε σοβαρή τεχνοκρατική προεργασία για μια διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές, που θα οδηγούσε στη χαλάρωση των υπερβολικά αυστηρών μελλοντικών στόχων για τα πλεονάσματα, ώστε να ανοίξει χώρος για την ελάφρυνση της οικονομίας και, ειδικότερα, της μεσαίας τάξης από υπερβολικούς φόρους και εισφορές της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ.

2. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, το υπουργείο Οικονομικών, υπό την ηγεσία του Χρήστου Σταϊκούρα, έκανε την επιβαλλόμενη από τις συνθήκες μεγάλη στροφή σε μια νέα οικονομική πολιτική έκτακτης ανάγκης. Από τη μια, λήφθηκαν μέτρα με συνολικό κόστος 24 δισ. ευρώ για τη στήριξη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, όμως, αποφεύχθηκαν υπερβολές που προτείνονταν με μεγάλη ανευθυνότητα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση δεν έσπευσε να διαμοιράσει με λαϊκιστικό τρόπο το απόθεμα ρευστότητας στα κρατικά ταμεία, αλλά κινήθηκε με σύνεση, φρόντισε με συνεχείς εξόδους στην αγορά να αναπληρώνει τη χαμένη ρευστότητα με πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού, και κατάφερε, τελικά, να έχουμε φθάσει σήμερα στην πολύ δύσκολη φάση του δεύτερου κύματος της πανδημίας, χωρίς να έχουν αδειάσει τα κρατικά ταμεία και να απειλείται η χώρα από μια νέα δημοσιονομική κρίση. Αντίθετα, τα βασικά μεγέθη του προϋπολογισμού κινούνται εντός των ορίων των αναθεωρημένων προβλέψεων και η κυβέρνηση διατηρεί την αξιοπιστία της έναντι των Ευρωπαίων εταίρων και της αγοράς ομολόγων.

3. Σε ό,τι αφορά το μείζον πρόβλημα της υπερχρέωσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, το υπουργείο Οικονομικών κράτησε και πάλι την ισορροπία ανάμεσα στην εφαρμογή ενός σοβαρού πλαισίου πολιτικής, που θα επιτρέψει να μειωθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, για να μπορούν και πάλι οι τράπεζες να δανείζουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, και στην κοινωνική ευαισθησία για τους υπερχρεωμένους συμπολίτες μας, που θα κινδύνευαν να χάσουν ακόμη και την πρώτη κατοικία τους σε πλειστηριασμούς. Το νέο θεσμικό πλαίσιο για την πτωχευτική διαδικασία, τη δεύτερη ευκαιρία σε υπερχρεωμένους και την προστασία από εξώσεις, ισορροπεί άριστα ανάμεσα στην ανάγκη να ανακτηθούν προβληματικά δάνεια από το τραπεζικό σύστημα, χωρίς άλλη ανοχή σε επιτήδειους στρατηγικούς κακοπληρωτές και, από την άλλη, στην ανάγκη να προστατευθούν οι ασθενέστεροι, για να μην φθάσει η Ελλάδα σε φαινόμενα μαζικών εξώσεων, που είδαμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία. Επιπλέον, το πρόγραμμα «Γέφυρα», που έχει κινήσει το ενδιαφέρον περισσότερων από 150.000 δανειοληπτών, παρέχει κρατική επιδότηση δανείων με εγγύηση πρώτης κατοικίας, λειτουργώντας ως ένας αποτελεσματικός μηχανισμός για τη ρύθμιση δανείων με συνεργασία τράπεζας – δανειολήπτη.

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να τονισθεί ότι στα θέματα του τραπεζικού συστήματος δεν χωρούν άλλες λαϊκιστικές προσεγγίσεις, τύπου «κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη». Όχι μόνο γιατί δεν νοείται βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας χωρίς υγιείς τράπεζες που θα παρέχουν την αναγκαία χρηματοδότηση στην οικονομία. Αλλά και γιατί -κάτι που συνήθως δεν τονίζεται αρκετά στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα- η ευρωζώνη κινείται στην κατεύθυνση της τραπεζικής ένωσης, με παροχή κοινής εγγύησης στις καταθέσεις. Δεν είναι δυνατή η συμμετοχή της Ελλάδας στην τραπεζική ένωση, όταν σχεδόν τα μισά δάνεια στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια είναι «κόκκινα».

Χρειάζεται, λοιπόν, μια ισορροπημένη πολιτική για την εξυγίανση των τραπεζών με προστασία των ασθενέστερων δανειοληπτών και μηδενική ανοχή στους κατ’ επάγγελμα κακοπληρωτές.

Θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά ακόμη για τις πολιτικές επιλογές που έγιναν από τον Χρήστο Σταϊκούρα και συνέβαλαν στη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική ευαισθησία. Είναι σαφές, όμως, από τα παραπάνω σε κάθε καλόπιστο παρατηρητή ότι ο υπουργός Οικονομικών έχει επιτύχει ως τώρα να κινηθεί στη μέση οδό, υπηρετώντας τελικά το κοινό συμφέρον με τον καλύτερο τρόπο και μάλιστα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Αυτό δεν αποτελεί μικρή επιτυχία, ιδιαίτερα σε μια χώρα που κινδύνευσε να τιναχθεί στον αέρα από τις δήθεν ηρωικές διαπραγματεύσεις προκατόχου του Χρ. Σταϊκούρα στο υπουργείο Οικονομικών. Και μόνο γι’ αυτό, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα όφειλε να είναι πιο προσεκτικό στις μομφές του.

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών

Σχετικά Νέα