El Pais: Αδυναμία της τουρκικής αντιπολίτευσης να δημιουργήσει ενιαίο μέτωπο κατά της πολιτικής Ερντογάν

Την εγγενή αδυναμία της τουρκικής αντιπολίτευσης να συνθέσει ένα ομογενές και αποφασιστικό μέτωπο ενάντια στην απολυταρχία του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, διαβλέπει στο σημερινό του άρθρο στην ισπανική εφημερίδα El País

 

Όπως σημειώνει ο απεσταλμένος της Αντρές Μοουρένθα, για πρώτη φορά μετά πολύν καιρό οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης αντιμετώπισαν από κοινού τον Ερντογάν στις κάλπες. Γεγονός που ηθικά αναπτέρωσε τις δυνάμεις αυτής της αντιπολίτευσης μετά μια 15ετία ασταμάτητου καλπασμού του κυβερνώντος ισλαμιστικού κόμματος. Για πρώτη φορά μάλιστα ακούσθηκαν, ιδίως στα προάστια όπου επικρατεί η αντιπολίτευση, ο ήχος από τις κατσαρόλες που κυριάρχησε στις διαδηλώσεις κατά του, ‘νοθευμένου’ όπως υποστηρίζει, δημοψηφίσματος. «Ο κόσμος φοβόταν να εκδηλώσει την γνώμη του, όμως τώρα που πληροφορήθηκε πως η μισή χώρα σκέφτεται το ίδιο, ο φόβος του πέρασε», τόνισε στην El País μία διαδηλώτρια, η οποία είχε συμμετάσχει και στις μνημειώδεις διαδηλώσεις του 2013 στην Πλατεία Γκεζί.

Από την πλευρά του, ο αναλυτής Ρουσέν Τσακίρ τονίζει στην εφημερίδα πως η εκστρατεία του «όχι» υπήρξε πέρα για πέρα επιτυχής, ιδίως για τον ηγέτη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο οποίος δεν θεωρείται ευρέως ως ένας χαρισματικός πολιτικός. «Το να επιτύχεις ποσοστό σχεδόν 50% υπό αυτές τις συνθήκες και σε μία χώρα που στην πλειοψηφία της εμφορείται από συντηρητικές ιδέες αυτό ισοδυναμεί με θαύμα». Και τούτο ειδικά, υπογραμμίζει, θα αποδειχθεί πολύ θετικό στο πλαίσιο του νέου πολιτικού συστήματος, που ευνοεί τον δικομματισμό. «Ο Ερντογάν κέρδισε, εν τούτοις δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως μία τέτοια νίκη θα του απέφερε τόσο πολύ λίγα πλεονεκτήματα».

Η ισλαμική πολιτική τάξη, πάντως, αντιμετώπισε με σχετική αδιαφορία τους διαδηλωτές «με τις κατσαρόλες και τα τηγάνια», όχι μόνον γιατί τους απορρίπτει ως συνομιλητές, αλλά επειδή γνωρίζει πολύ καλά επίσης πως η θα είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει το κρίσιμο όριο που χωρίζει τις διαδηλώσεις από την συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου αντιπολίτευσης, ικανού να την εκπαραθυρώσει από την εξουσία.

Σύμφωνα με τον πανεπιστημιακό και δημοσιογράφο Αλί Μπαϊράμογλου, «ο Ερντογάν ναι μεν δεν επέτυχε τη νίκη που θα ήθελε κι αυτό υπό μία άποψη αποτελεί αποτυχία του. Μολαταύτα, οι συντηρητικοί κύκλοι θα εξακολουθήσουνε να στηρίζουν το κόμμα του ΑΚΡ, παρά τη δυσαρέσκεια και τις κατηγορίες για νοθεία. Δεν θεωρώ πιθανή την ανάδυση ενός οργανωμένου κινήματος της αντιπολίτευσης, διότι το πιο οργανωμένο και δυνατό κόμμα μεταξύ όλων στην Τουρκία είναι μόνον το ΑΚΡ», τονίζει.

Επιπλέον, υπογραμμίζει η El País, στην Τουρκία πέρα από την παραδοσιακή πολιτική αντίθεση μεταξύ δεξιάς κι αριστεράς, δεσπόζουν κι οι ριζικές διαφορές ανάμεσα στον ισλαμισμό και στον λαϊκό χαρακτήρα του κράτους, και του τουρκικού απέναντι στον κουρδικό εθνικισμό. Αυτές οι ριζικές αντιθέσεις αντικατοπτρίζονται ανάγλυφα στον πολιτικό χάρτη. Υπάρχουν τα δύο μεγάλα κόμματα, το δεξιό, θρησκευτικό και αμφιταλαντευόμενο σύμφωνα το συμφέρον του ανάμεσα στους δύο αυτούς εθνικισμούς, κόμμα ΑΚΡ και το κεντροαριστερό, λαϊκό κι ελαφρώς αποκλίνον προς τον τουρκικό εθνικισμό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα CHP, και κατόπιν τα ακολουθούν όσα κόμματα κατόρθωσαν να ξεπεράσουν το απαγορευτικό όριο του 10% των ψήφων για να μπουν στο Κοινοβούλιο. Το εθνικιστικό Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) (δεξιό, μετριοπαθώς θρησκευτικό και υπερεθνικιστικό), και το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP, αριστερό, μετριοπαθώς λαϊκό και φίλα προσκείμενο στον κουρδικό εθνικισμό)/.

Μόνο μία ένωση των αριστερών δυνάμεων δεν θα φαινόταν ικανή να ξεπεράσει το φαινόμενο Ερντογάν, με βάση την ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων στην Τουρκία από το 1950 και δώθε, τα οποία αποδεικνύουν πως ακόμη και στις καλλίτερες στιγμές τους, το άθροισμά τους δεν έχει ξεπεράσει ποτέ το 50%. Όμως θα πρέπει να αποκλεισθούν ακόμη κι άλλοι συνδυασμοί που δυνητικά θα μπορούσαν να φέρουν υπό την ίδια σκέπη όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Στο CHP το γνωρίζουν καλά, διότι υπάρχει το προηγούμενο των εκλογών του Ιουνίου 2015, στις οποίες το ΑΚΡ απώλεσε την απόλυτο πλειοψηφία, κι όταν επεζήτησε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με το ΜΗΡ και το HDP, οι υπερεθνικιστές διεμήνυσαν πως με τους Κούρδους δεν πρόκειται ποτέ να συνεργασθούν.

Αλλά η αδυναμία μίας ενιαίας αντιπολίτευσης δεν εξαρτάται μόνον από τα κόμματα, αλλά κι από τους ίδιους τους ψηφοφόρους, παρατηρεί η El País. Ο ίδιος ο Ερντογάν το έζησε στο πετσί του, πρώτα όταν επεδίωξε τη συνεννόηση με το κουρδικό απελευθερωτικό μέτωπο ΡΚΚ κι υπέστη μία αιμορραγία ψήφων, που καρπώθηκε το CHΡ, αλλά και στην προκειμένη προεκλογική εκστρατεία, κατά την οποία προσπάθησε να προσεταιρισθεί με τη ρητορεία του κατά της ΕΕ τους υπερεθνικιστικούς κύκλους, αποθαρρύνοντας όμως έτσι τους συντηρητικού κουρδικούς κύκλους να ψηφίσουν υπέρ του ΑΚΡ. Ωστόσο, ενώ το ΑΚΡ έχει κατορθώσει να αποκτήσει μία συμπαγή αντιπροσωπευτική βάση απ’ άκρου εις άκρον στη χώρα, τα υπόλοιπα κόμματα μοιάζουν να έχουν υποβαθμισθεί σε πολιτικές δυνάμεις με πολιτική δύναμη μόνον σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές: το CHP στα δυτικά, το ΜΗΡ στο κέντρο και το HDP στ’ ανατολικά.

Είναι σαφές πως το δημοψήφισμα έχει προκαλέσει μια βαθιά διαίρεση στη βάση του ΜΗΡ και πολλοί προβλέπουν διάσπαση του κόμματος, υπογραμμίζει ο απεσταλμένος της El País. Ένα τμήμα από τα μέλη του μπορεί να μεταπηδήσει στο ΑΚΡ, άλλο μέρος τους να ιδρύσει μία άλλη αντι-Ερντογανική παράταξη και να επιζητήσουν μία σύμπραξη με την αντιπολίτευση. Όμως το γεγονός παραμένει ότι «άγνωσται αι βουλαί» και «αι οδοί» της τουρκικής πολιτικής κι ιδίως ισχυρός παράγοντας εξακολουθεί να είναι ο χαρισματικός χαρακτήρας του Ερντογάν, ο οποίος γνωρίζει πώς να προσεταιρίζεται πρώην αντιπάλους του της δεξιάς, που κάποτε επεχείρησαν να του κλέψουν ψήφους—όπως ο σημερινός εκπρόσωπος της κυβέρνησης Νουμάν Κουρτουλμούς, που ενώ ηγείτο μίας ισλαμιστικής παράταξης που επέκρινε δριμύτατα τη διαφθορά του Ερντογανισμού, σήμερα υπεραμύνεται το ΑΚΡ, ή όπως ο υπουργός Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σοϊλού, πρώην ηγέτης κεντροδεξιάς παράταξης, που πριν μία δεκαετία εξαπέλυε μύδρους κατά του Ερντογάν για την πρόθεσή του να καταστεί «Σουλτάνος».

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ, El País

Σχετικά Νέα