Economist: Η πολυετής κρίση και η λιτότητα «έχουν προκαλέσει σοβαρή ζημιά στην ελληνική οικονομία»

Η ελληνική κυβέρνηση ετοιμάζεται να επιστρέψει στις αγορές, έχοντας να επιδείξει ένα υγιές πρωτογενές πλεόνασμα και η οικονομία αναπτύσσεται και πάλι ύστερα από χρόνια βαθιάς ύφεσης και στη συνέχεια στασιμότητας. Ωστόσο η κρίση δεν έχει τελειώσει. Αυτό επισημαίνει σε σημερινό του άρθρο ο Economist.

To βρετανικό περιοδικό θυμίζει ότι η Ελλάδα ήρθε αντιμέτωπη με μία οικονομική κατάρρευση, που ήταν πιο παρατεταμένη και από τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 30 στις ΗΠΑ. Η πολυετής κρίση και η λιτότητα «έχουν προκαλέσει σοβαρή ζημιά στην οικονομία» τονίζει, αναφέροντας ότι το ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους παραμένει περίπου 25% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2007. Οι επενδύσεις είναι περίπου 2/3 χαμηλότερα και ένας στους πέντες πολίτες (2 στους πέντε νέοι) παραμένουν άνεργοι.

«Αυτοί που έχουν εργασία, είδαν τους μισθούς τους να μειώνονται. Οι συνταξιούχοι είδαν τις συντάξεις να κόβονται» αναφέρει ο Economist και προσθέτει ότι παρόλο που η οικονομία επιστρέφει σε ανάπτυξη, οι ρυθμοί είναι βραδύτεροι από εκείνους στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.

Όπως επισημαίνεται στο άρθρο οικονομολόγοι φοβούνται ότι χωρίς πρόσθετες μεταρρυθμίσεις για τη μείωση της γραφειοκρατίας και την επιτάχυνση των δικαστικών αποφάσεων, η ελληνική οικονομία θα δυσκολευθεί πολύ να ανακάμψει. «Αμφιβάλλουν αν ο κ. Τσίπρας θα προωθήσει τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις, ειδικά ενόψει των εκλογών του επόμενου χρόνου» αναφέρει το άρθρο και προσθέτει: «Ούτε τα δημόσια οικονομικά έχουν ακόμη εξυγιανθεί», καθώς το χρέος παραμένει στο 180% του ΑΕΠ.

Βάσει της συμφωνίας του Eurogroup, θυμίζει ο Economist, η χώρα θα λάβει μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, αλλά καλείται να παρουσιάζει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2,2% έως το 2060.

«Τόσο οι επίσημοι πιστωτές όσο και οι αγορές θα συνεχίσουν να παρακολουθούν στενά την Ελλάδα. Η ελάφρυνση του χρέους περιορίζει την πίεση για τα επόμενα λίγα χρόνια. Αλλά ενδεχόμενη αστοχία στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις, αδύναμη ανάπτυξη και πιθανή αύξηση των επιτοκίων συνιστούν πηγή ανησυχίας» σημειώνει.

«Η επιστροφή στην κανονικότητα θα είναι βραδεία» καταλήγει το άρθρο.

Σχετικά Νέα