Απολύσεις στις τράπεζες: Ένα άκρως επικίνδυνο λάθος

Η εργασιακή ειρήνη απειλείται και ο κλάδος βυθίζεται σε εσωστρέφεια, την ώρα που καλείται να κερδίσει το στοίχημα της ανάπτυξης. 

Του Γρηγόρη Σαμπάνη

 Στα χρόνια της μεγάλης κρίσης, ένα στήριγμα είχαν οι ελληνικές τράπεζες για να αποφύγουν την πλήρη κατάρρευση των οικονομικών τους αποτελεσμάτων: τη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας, με μια περικοπή θέσεων εργασίας χωρίς προηγούμενο. Παρ’ όλα αυτά, η εργασιακή ειρήνη δεν διαταράχθηκε. Σήμερα, καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο αναπτυξιακό κύκλο στην οικονομία και στο τραπεζικό σύστημα, είναι επείγουσα ανάγκη να βρεθεί μια νέα ισορροπία ανάμεσα στις διοικήσεις και στους εργαζομένους, με κύριο ζητούμενο τη διατήρηση της απασχόλησης και την ορθολογική αξιοποίηση του προσωπικού για την παραγωγή νέων εργασιών και εσόδων. 

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η εργασιακή ειρήνη στο τραπεζικό σύστημα απειλείται σήμερα, που οι προοπτικές της οικονομίας και των τραπεζών έχουν θεαματικά βελτιωθεί, ύστερα από μια ζοφερή δεκαετία, στη διάρκεια της οποίας διοικήσεις και προσωπικό κατάφεραν, μέσα από συμβιβασμούς για τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου, να αποφύγουν περιττές εντάσεις, που θα περιέπλεκαν τις προσπάθειες να κρατηθεί όρθιος ο κλάδος, περνώντας μέσα από τη διακεκαυμένη ζώνη μιας πολλαπλής οικονομικής κατάρρευσης κράτους, επιχειρήσεων και νοικοκυριών, που σώρευσε τεράστιες ζημιές στις τράπεζες. 

Από το 2009, ως το τέλος του 2018, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας υπέστη μια συρρίκνωση που είναι αμφίβολο αν έχει σημειωθεί ποτέ σε άλλη χώρα σε καιρό ειρήνης. Χάθηκαν περισσότερες από 26.000 θέσεις εργασίας, περίπου τέσσερις στις δέκα και έκλεισαν περίπου 2.200 καταστήματα, δηλαδή περισσότερα από τα μισά. Διαδοχικά προγράμματα εθελουσίας εξόδου όλων των τραπεζών έχουν μειώσει θεαματικά τη δαπάνη μισθοδοσίαςενώ οι μισθοί έμειναν στάσιμοι, ή μειώθηκαν σε ορισμένες τράπεζες (τις μεγαλύτερες μειώσεις, της τάξεως του 40%, υπέστη το προσωπικό της πρώην ΑΤΕ). Ακόμη και το α’ εξάμηνο του 2019, οι δαπάνες προσωπικού μειώθηκαν κατά 13,4%, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ή κατά 161 εκατ. ευρώ. Χωρίς αυτή τη μείωση, τα κέρδη του κλάδου θα ήταν αμελητέα. Παρά τις τεράστιες αυτές απώλειες για το προσωπικό, όλα τα προηγούμενα χρόνια διατηρήθηκε η εργασιακή ειρήνη. 

Το τελευταίο διάστημα, το θερμόμετρο της έντασης έχει ανεβεί κατακόρυφα και, για πρώτη φορά ύστερα από αρκετό καιρό, οι εργαζόμενοι αντέδρασαν δυναμικά σε άστοχες μεθοδεύσεις τραπεζικών διοικήσεων, με μια επιτυχημένη απεργιακή κινητοποίηση. Κύρια αιτία της έντασης είναι οι εντελώς άστοχοι χειρισμοί από τη διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς, σε ό,τι αφορά την απόσχιση του τομέα διαχείρισης απαιτήσεων (RBUγια τη δημιουργία νέας, εξειδικευμένης εταιρείας, σε συνεργασία με διεθνή όμιλο, ο οποίος θα έχει και τον πλήρη έλεγχο της νέας δραστηριότητας. 

Ουδείς αμφισβητεί την αναγκαιότητα αυτού του μετασχηματισμού, που προκύπτει κυρίως ως αποτέλεσμα της επικείμενης υλοποίησης του σχεδίου τιτλοποίησης μη εξυπηρετούμενων δανείων με κρατικές εγγυήσεις (σχέδιο «Ηρακλής»). Για να εγκριθεί αυτό το σχέδιο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη βάση των κανόνων ανταγωνισμού της Ε.Ε., ήταν επιβεβλημένο να αναλάβουν τη διαχείριση των δανείων που θα τιτλοποιηθούν εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ανεξάρτητες από τις τράπεζες. Ασφαλώς, η Τράπεζα Πειραιώς, όπως και όλες οι άλλες τράπεζες, δεν θα μπορούσε να διατηρήσει ένα εσωτερικό τμήμα διαχείρισης απαιτήσεων και, ταυτόχρονα, να αναθέτει τη διαχείριση δανείων σε τρίτη, ανεξάρτητη εταιρεία. 

Όμως, η διοίκηση της τράπεζας χειρίσθηκε με ανεπίτρεπτη προχειρότητα αυτό το μετασχηματισμό. Η σχετική προετοιμασία θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ νωρίτερα, αφού είναι γνωστό τουλάχιστον από τις αρχές του 2018, αν όχι στο ευρύ κοινό, πάντως στους τραπεζικούς κύκλους, ότι μια συστημική λύση για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανάλογη με αυτή που εφαρμόσθηκε στην Ιταλία θα εφαρμοζόταν και στην Ελλάδα. Είχε, λοιπόν, η διοίκηση της τράπεζας αρκετό χρόνο στη διάθεσή της για να προετοιμασθεί και να γίνει η απόσχιση χωρίς αυθαιρεσίες και σπασμωδικούς χειρισμούς στο «παρά πέντε», οι οποίοι κατέληξαν στις πρώτες απολύσεις τραπεζοϋπαλλήλων. Η κυριότερη παρέμβαση που όφειλε να έχει κάνει έγκαιρα η διοίκηση της τράπεζας θα μπορούσε να είναι η αλλαγή της σύνθεσης του προσωπικού της RBU, ώστε να στελεχωθεί με προσωπικό που βρίσκεται πιο κοντά σε ηλικία συνταξιοδότησης και θα ήταν ευχερέστερο να αποδεχθεί μια μετακίνηση σε άλλη εταιρεία. 

Αναμφίβολα, ορθός χειρισμός, στην περίπτωση αυτή, δεν ήταν να προσφέρονται με εκβιαστικό, αν όχι εκδικητικό τρόπο, θέσεις εργασίας σε πολύ μακρινές περιοχές σε εργαζομένους της RBU που δεν αποδέχθηκαν να μετακινηθούν στη νέα εταιρεία. Η εντύπωση που δημιουργήθηκε, όχι άδικα, ήταν ότι η διοίκηση της τράπεζας, καταστρατηγώντας το πνεύμα της συμφωνίας με την ΟΤΟΕ, θέλησε να προχωρήσει σε μια επίδειξη πυγμής, προς φρονηματισμό του προσωπικού και προς τέρψιν των μετόχων. Διακινδύνευσε, με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο την εργασιακή ειρήνη στην τράπεζα, αλλά ευρύτερα στον κλάδο, την ώρα που εκκρεμούν και άλλες μετακινήσεις προσωπικού σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (σχετικό πρόγραμμα για 800 υπαλλήλους έχει ανακοινώσει ότι θα υλοποιήσει η Alpha Bank). 

Αυτή την ώρα, το ζητούμενο δεν είναι να περάσουν οι διοικήσεις και οι εργαζόμενοι σε μια άγονη αντιπαράθεση, αλλά να συνεργασθούν με ειλικρίνεια, υπευθυνότητα και αμοιβαίο σεβασμό για να υπηρετηθεί ο κοινός στόχος, που δεν μπορεί να είναι άλλος από την ανάπτυξη του τραπεζικού κλάδου, για να δημιουργήσουν οι τράπεζες υγιή κερδοφορία και όχι προερχόμενη από αέναες περικοπές, να σταματήσει η ακατάσχετη «αιμορραγία» θέσεων εργασίας και να βελτιωθούν τα εισοδήματα των εργαζομένων. 

Αν κοιτάξει κανείς τους αριθμούς, θα καταλάβει ότι το πρόβλημα σήμερα των ελληνικών τραπεζών δεν είναι το υψηλό λειτουργικό κόστος. Αντίθετα, οι ελληνικές τράπεζες είναι πολύ αποτελεσματικότερες από το μέσο όρο των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (α’ εξάμηνο 2019) ο δείκτης αποτελεσματικότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δηλαδή η σχέση των λειτουργικών εξόδων προς τα έσοδα, είναι 50,5%, έναντι 66,1% στην Ε.Ε. των 28. Δηλαδή, οι ελληνικές τράπεζες είναι κατά 30% πιο αποτελεσματικές από τις ευρωπαϊκές! 

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν εντοπίζεται στα έξοδα, αλλά στην αδυναμία των τραπεζών να δημιουργήσουν έσοδα από τόκους και προμήθειες, για λόγους που όλοι γνωρίζουμε. Αυτό που χρειάζονται οι τράπεζες είναι να αυξήσουν την πιστωτική επέκταση, δημιουργώντας νέα χαρτοφυλάκια υγιών δανείων, και να προσφέρουν καλές τραπεζικές υπηρεσίες για να αυξήσουν τις προμήθειες. Ό,τι και αν λέγεται για την αυτοματοποίηση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, έσοδα από τόκους και προμήθειες δεν θα φέρουν τα συστήματα μηχανοργάνωσης και τα ρομπότ, αλλά το ανθρώπινο δυναμικό των τραπεζών, χωρίς την ουσιαστική κινητοποίηση του οποίου δεν μπορεί να υπάρξει υγιής ανάπτυξη. 

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και όχι μόνο για προφανείς λόγους δίκαιης μεταχείρισης των εργαζομένων, που αποτελούν την ψυχή των τραπεζικών ιδρυμάτων, είναι επιζήμιοι για όλους τους εμπλεκόμενους οι χειρισμοί της διοίκησης της Τράπεζας Πειραιώς και πρέπει άμεσα να ανακληθούν οι απολύσεις και να δοθεί μια κοινά αποδεκτή λύση. Διοικήσεις και προσωπικό οφείλουν να βαδίσουν σε κοινό δρόμο ανάπτυξης του κλάδου, σε πνεύμα καλής συνεννόησης και αμοιβαίου σεβασμού για να βγει, επιτέλους, το τραπεζικό σύστημα από το φαύλο κύκλο της οικονομικής αδυναμίας και της συνεχούς μείωσης της απασχόλησης. Αλλιώς, ο κλάδος θα βυθισθεί σε μια καταστροφική εσωστρέφεια και δεν θα καταφέρει να αξιοποιήσει το δυναμικό του και να δικαιώσει τις θυσίες των εργαζομένων και των φορολογουμένων, που το διέσωσαν από την κατάρρευση. 

*Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος τραπεζών 

Σχετικά Νέα