Απ. Τζιτζικώστας: Πρέπει να ξεκινήσουμε τη συζήτηση για την Ένωση Υγείας

Το πρόταγμα η Ευρώπη να έρθει πιο κοντά στους πολίτες μέσω της συνεργασίας των ίδιων των θεσμών της, των κρατών-μελών και της αυτοδιοίκησης, έθεσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών Απόστολος Τζιτζικώστας παρουσιάζοντας, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας των Δήμων και των Περιφερειών, το περιφερειακό και τοπικό Βαρόμετρο για το 2021.

Επικαλούμενος τα στοιχεία του Βαρομέτρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, ότι το 65% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι περιφέρειες, οι πόλεις και τα χωριά δεν έχουν αρκετή επιρροή στο μέλλον της ΕΕ, και ότι το 86% θεωρεί ότι η ενίσχυση της συμμετοχής των περιφερειών και των δήμων στη λήψη αποφάσεων της ΕΕ θα βελτιώσει τη δημοκρατία της, τόνισε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί πλέον να παραμείνει ένα εγχείρημα από πάνω προς τα κάτω. «Μόνο με μια προσέγγιση από κάτω προς τα πάνω, η Ευρώπη μπορεί να ξαναχτίσει την υποστήριξη και την εμπιστοσύνη των πολιτών» αντέταξε. Περιέγραψε την ΕΕ ως την προστατευτική στέγη, τα κράτη-μέλη ως τα ισχυρά τείχη και τις περιφέρειες και τους δήμους ως τα γερά θεμέλια.

Προσδιόρισε πως ο στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών με το βαρόμετρο είναι να «απαιτήσουμε συγκεκριμένες ενέργειες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που θα κάνουν τη ζωή των πολιτών μας καλύτερη».

Προέταξε την αρχή της επικουρικότητας ως τον οδηγό γιατί, όπως είπε, διασφαλίζει ότι όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης (ΕΕ, εθνικό, περιφερειακό και δημοτικό) ενεργούν μαζί στο πλησιέστερο επίπεδο προς τους πολίτες.

Σκιαγραφώντας τα σημαντικότερα ευρήματα του Βαρομέτρου σε σχέση με την αυτοδιοίκηση σε όλες τις χώρες της ΕΕ, παρατήρησε πως το 2020 αυξήθηκαν οι δαπάνες των περιφερειών και των δήμων περισσότερο από 125 δισ. ευρώ, ενώ αντίθετα τα έσοδα τους μειώθηκαν κατά 55 δισ. ευρώ. «Αυτό ονομάζουμε “φαινόμενο του ψαλιδιού”. Και αυτό μεταφράζεται σε κενό περίπου 180 δισ. ευρώ» προσέθεσε. Καταγράφοντας τη σημασία του χρηματοδοτικού κενού, είπε πως αυτό σημαίνει πως πόλεις, όπως η Τόρες Βέντρας στην Πορτογαλία, δεν θα δύνανται να παρέχουν γεύματα σε μη προνομιούχους μαθητές και πόλεις, όπως η Κλάντνο στην Τσεχία, μπορεί να μην είναι σε θέση να συνεχίσουν την παροχή φαρμάκων και ειδών πρώτης ανάγκης στους ηλικιωμένους.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Απόστολος Τζιτζικώστας προέταξε ότι η μόνη βιώσιμη και ορθολογική επιλογή είναι η συνεργασία των τριών επιπέδων διακυβέρνησης για την ανάκαμψη, διασφαλίζοντας ότι κάθε ευρώ από τα χρήματα των φορολογουμένων να επενδύεται εκεί που χρειάζεται περισσότερο. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα, κατά τον Απόστολο Τζιτζικώστα, γιατί ο ρόλος των περιφερειακών και δημοτικών αρχών είναι απαραίτητος στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή των σχεδίων ανθεκτικότητας και ανάκαμψης.

Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη η απάντηση στις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας να είναι γρήγορη, αποφασιστική και αποτελεσματική. «Πρέπει να αποκατασταθεί η δημοσιονομική σταθερότητα των περιφερειακών και δημοτικών αρχών, και πέρα από αυτό, η δημοσιονομική αυτονομία πρέπει να διευρυνθεί, ώστε να μπορούμε να επενδύσουμε στη βάση των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων και των πραγματικών αναγκών των πολιτών» προσέθεσε.

Εκτός από την οικονομία, ο περιφερειάρχης αναφέρθηκε και στις επιπτώσεις της πανδημίας στον υγειονομικό τομέα. Σύμφωνα με το Βαρόμετρο, υπήρξαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των περιφερειών της ΕΕ στον αριθμό των θανάτων και των μολύνσεων από τον κορονοϊό. Και σε αυτό το επίπεδο, ο κ. Τζιτζικώστας τόνισε πως πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες αυτές, αλλά και να γίνει επαναξιολόγηση των υγειονομικών δυνατοτήτων στα τρία επίπεδα: ΕΕ, κράτη-μέλη, αυτοδιοίκηση.

Ειδικότερα, αποκρυσταλλώνοντας τη θέση του, πρότεινε να αρχίσει η συζήτηση για την Ένωση Υγείας. Ωστόσο, κατέστησε σαφές πως στην Ένωση για την Υγεία, πέρα των Βρυξελλών και των κρατών-μελών, καθοριστικός και κεντρικός πρέπει να είναι ο ρόλος των περιφερειακών και δημοτικών αρχών.

Το ίδιο ισχύει για την Πράσινη Συμφωνία (Green Deal), υπογράμμισε επιπροσθέτως. Συνεχίζοντας σε αυτό το πρίσμα, ανέφερε πως οι περιφερειάρχες και οι δήμαρχοι ήταν στην πρώτη γραμμή στις καλοκαιρινές πυρκαγιές και στις πλημμύρες που έπληξαν πολλές περιοχές της Ευρώπης. «Υλοποιούμε το 70% των μέτρων μείωσης της κλιματικής αλλαγής και έως το 90% των δράσεων προσαρμογής στο κλίμα» ανέφερε.

Απευθυνόμενος προς τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μάρος Σέφκοβιτς, ο Απόστολος Τζιτζικώστας τού ζήτησε να συνδράμει στην έκκληση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών προς τον εκτελεστικό αντιπρόεδρο της Επιτροπής, αρμόδιο για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, Φρανς Τίμερμανς, ως διαπραγματευτή της ΕΕ, για να διασφαλιστεί ότι η περιφερειακή και δημοτική διάσταση να περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα της κλιματικής συνόδου COP26.

Επιπλέον, ανακοίνωσε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών είναι έτοιμη να συνεργαστεί με εταίρους όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Κοινό Κέντρο Ερευνών για τη δημιουργία «Περιφερειακής Πλατφόρμας Ανθεκτικότητας». Μια πλατφόρμα που στοχεύει στην υποστήριξη των περιφερειακών και δημοτικών αρχών να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις σε τομείς όπως οι φυσικές καταστροφές, η κλιματική αλλαγή και η υγεία, με τη συλλογή και κοινή χρήση δεδομένων και βέλτιστων πρακτικών.

Καταληκτικά, επισήμανε τις επιπτώσεις της πανδημίας στην ψηφιακή συνοχή μεταξύ των αστικών και των αγροτικών περιοχών. Πιο συγκεκριμένα, παρατήρησε πως το Βαρόμετρο καταγράφει την έλλειψη ψηφιακής συνοχής σε όλη την ΕΕ, σημειώνοντας ότι μόνο η Γερμανία, η Σουηδία, το Βέλγιο και η Ολλανδία περιορίζουν ενεργά το ψηφιακό χάσμα αστικών-αγροτικών περιοχών. Ενδεικτικά, ανέφερε ότι η συνολική κάλυψη των νοικοκυριών της ΕΕ με γρήγορη πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι 44% στις αστικές περιοχές και μόνο το 20% στις αγροτικές περιοχές. Για την αντιμετώπιση αυτού του χάσματος, υπογράμμισε την ανάγκη γρήγορης δράσης. «Με τουλάχιστον το 20% των κεφαλαίων στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ που αντιστοιχούν για την ψηφιακή μετάβαση, μια ισχυρή περιφερειακή και δημοτική διάσταση είναι ζωτικής σημασίας» τόνισε και προειδοποίησε πως δεν πρέπει να χαθεί η ψηφιακή δυναμική των τελευταίων μηνών.

Τα βασικά σημεία του Βαρομέτρου για τις περιφέρειες και τους δήμους της ΕΕ

Η αναλυτική έκθεση μετρά τον αντίκτυπο της πανδημίας στις περιφέρειες, τις πόλεις και τα χωριά της ΕΕ, παρέχοντας βασικά πορίσματα, στοιχεία και αριθμούς σχετικά με τις οικονομικές, κοινωνικές, υγειονομικές και ψηφιακές συνέπειές της.

Στο πρώτο κεφάλαιο του Βαρόμετρου καταγράφεται κενό ύψους 180 δισ. ευρώ του προϋπολογισμού που «θέτει σε κίνδυνο τα περιφερειακά και τα τοπικά οικονομικά», όπως αναφέρεται. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι το 2020, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης σε ολόκληρη την Ευρώπη βίωσαν αύξηση δαπανών κατά περίπου 125 δισ. ευρώ – λόγω των σχετικών με την πανδημία μέτρων – και μείωση εσόδων της τάξης των 55 δισ. ευρώ, κυρίως λόγω περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας και συρρίκνωσης των εσόδων από φόρους, δασμούς και τέλη. Αυτό το «άνοιγμα της ψαλίδας» μεταφράζεται σε κενό ύψους σχεδόν 180 δισ. ευρώ στα οικονομικά, με απώλεια ανερχόμενη σε 130 δισ. για το περιφερειακό και το ενδιάμεσο επίπεδο και σε 50 δισ. για το δημοτικό επίπεδο. Σύμφωνα με το Βαρόμετρο, οι γερμανικοί ΟΤΑ είναι με διαφορά αυτοί που επλήγησαν περισσότερο σε απόλυτες τιμές (-111 δισ.) ακολουθούμενοι από τους ιταλικούς (-22,7 δισ.) και τους ισπανικούς (-12,3 δισ.). Οι απώλειες ως ποσοστό των συνολικών εσόδων ήταν υψηλότερες για τους ΟΤΑ της Κύπρου (-25%), της Βουλγαρίας (-15,3%) και του Λουξεμβούργου (-13,5%). Στην Ελλάδα καταγράφηκαν απώλειες -120 εκατ. ευρώ, ενώ επίσης είναι μεταξύ των περιφερειών της ΕΕ, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, που είχαν την υψηλότερη αρνητική ευαισθησία στην πανδημία.

Στο δεύτερο κεφάλαιο το Βαρόμετρο αναδεικνύει βαθιές διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο η πανδημία επηρέασε τη ζωή των κοινοτήτων. Η περιφέρεια Severovýchod ήταν η περιφέρεια με τα περισσότερα κρούσματα, αλλά η Valle d’Aosta ήταν εκείνη στην οποία καταγράφηκε ο υψηλότερος αριθμός θανάτων ανά 100.000 κατοίκους. Η κοινότητα Μαδρίτης ήταν η περιφέρεια με την υψηλότερη υπερβάλλουσα θνησιμότητα το 2020 σε σύγκριση με τον μέσο αριθμό θανάτων κατά τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια. Γενικά, το 2020 η ζωή στην ύπαιθρο ήταν ασφαλέστερη απ’ ό,τι στην πόλη. Τα αστικά κέντρα είναι καλύτερα εξοπλισμένα όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη, αλλά στις αγροτικές περιοχές καταγράφηκαν χαμηλότερα ποσοστά υπερβάλλουσας θνησιμότητας και υψηλότερο επίπεδο προσαρμογής στην αλλαγή.

Στο τρίτο κεφάλαιο επισημαίνεται πως οι περιφέρειες παραβλέπονται στα εθνικά σχέδια ανάκαμψης, θέτοντας σε κίνδυνο την ανάκαμψη και τους οικολογικούς στόχους της ΕΕ. Μόνο μια μειονότητα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σε ολόκληρη την Ευρώπη κλήθηκαν από τα κράτη-μέλη τους να εκφέρουν γνώμη κατά την προετοιμασία των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΕΣΑΑ), προστίθεται. Μεταξύ αυτών, λίγοι ήταν εκείνοι που είδαν τη συμβολή τους να λαμβάνεται υπόψη στα σχετικά ΕΣΑΑ. Ενώ η Γερμανία, το Βέλγιο και η Πολωνία χρησιμοποίησαν πολυδεκτική προσέγγιση απέναντι στους ΟΤΑ, η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Κροατία δεν έπραξαν το ίδιο. Σε ορισμένες χώρες, οι συνολικές πιστώσεις του προϋπολογισμού για οικολογικές πολιτικές και για την πράσινη μετάβαση απορροφούν κατά μέσο όρο 41% του προϋπολογισμού των ΕΣΑΑ. Ωστόσο, ευρύτερη ανάλυση των εθνικών σχεδίων δείχνει πως θα έπρεπε να ευθυγραμμίζονται καλύτερα με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, καθώς πολλά εξ αυτών κινδυνεύουν να μην επιτύχουν τον στόχο του 37% όσον αφορά τις δαπάνες για το κλίμα. Η ελλιπής διαβούλευση με τους δήμους – που αποτελούν μία από τις κινητήριες δυνάμεις για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής – εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την ικανότητα των σχεδίων να αντιμετωπίσουν τα πλέον επείγοντα προβλήματα επί τόπου, τονίζεται.

Το τέταρτο κεφάλαιο αναφέρεται στο ψηφιακό χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών μπορεί να απειλήσει την ανάκαμψη και πως απαιτείται επειγόντως στήριξη της «ψηφιακής συνοχής». Ειδικότερα, σημειώνεται πως η πανδημία έφερε στο φως ένα δραματικό χάσμα μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που είναι ήδη σε θέση να αξιοποιήσουν πλήρως το δυναμικό του ψηφιακού μετασχηματισμού για την υποστήριξη της ανάπτυξης και της καινοτομίας των επιχειρήσεων, καθώς και για την εξυπηρέτηση των πολιτών τους, και εκείνων που δεν έχουν ακόμα ψηφιοποιηθεί πλήρως. Σύμφωνα με το Βαρόμετρο, η συνολική κάλυψη των νοικοκυριών της ΕΕ με ψηφιακά δίκτυα πολύ υψηλής δυναμικότητας ανέρχεται σε 44% στις αστικές περιοχές, έναντι 20% στις αγροτικές περιοχές. Το χάσμα μεταξύ πόλεων και υπαίθρου όσον αφορά τα άτομα που χρησιμοποιούν καθημερινά το διαδίκτυο είναι ιδιαίτερα ευρύ στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Στο άλλο άκρο, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Δανία εμφανίζουν τα πιο συνεκτικά αποτελέσματα. Οι προσπάθειες που καταβάλλονται σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο παραμένουν ανεπαρκείς: μόνο η Γερμανία, η Σουηδία, οι Κάτω Χώρες και το Βέλγιο εμφανίζουν άμβλυνση του χάσματος, μεταξύ πόλεων και υπαίθρου, ενώ αυτό παραμένει σημαντικό σε όλα τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.

Το πέμπτο κεφάλαιο εστιάζει στη φτώχεια λόγω COVID-19 και στον κίνδυνο για μια χαμένη γενιά, ενώ στο έκτο αναφέρεται πως οι τοπικοί και οι περιφερειακοί πολιτικοί φρονούν πως δεν διαθέτουν επαρκή βαρύτητα στην ΕΕ και επιθυμούν να ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στις πολιτικές. Εννέα στους δέκα θεωρούν (πολύ) σημαντικό να ασκούν οι δήμοι και οι περιφέρειες μεγαλύτερη επιρροή στην εθνική διαδικασία χάραξης πολιτικής. Επίσης, εννέα στους δέκα επιθυμούν ευκολότερη πρόσβαση στα κονδύλια της ΕΕ, τέσσερις στους πέντε θεωρούν πως οι υποεθνικές αρχές πρέπει να διαθέτουν μεγαλύτερη επιρροή στις πολιτικές της ΕΕ. Τέλος, επτά στους δέκα θα επικροτούσαν τη στήριξη της ΕΕ στη δική τους διαδικασία χάραξης πολιτικής.

Ακολουθήστε το The Indicator στο Google news

Σχετικά Νέα