Τραμπ: Νέες καταγγελίες για παρακολουθήσεις και κυβερνοεπιθέσεις κατά την πρεκλογική εκστρατεία του

Επανήλθε ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, μέσω Twitter, σε νέες καταγγελίες για το σκάνδαλο των υποκλοπών καθώς και των κυβερνοεπιθέσεων από χάκερ, κατά τη διάρκειά της προεκλογικής του εκστρατείας.

Νέα τροπή στην υπόθεση των υποκλοπών και των κυβερνοεπιθέσεων της προεκλογικής περιόδου προσέδωσαν οι ισχυρισμοί που κοινοποίησε στο Twitter ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ το προηγούμενο Σάββατο, καταγγέλλοντας τον Μπαράκ Ομπάμα για παρακολούθηση του Πύργου Τραμπ κατά την προεκλογική περίοδο και για διενέργεια τηλεφωνικών υποκλοπών εναντίον του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Καθότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν συνόδευσε τις πρωτοφανείς καταγγελίες του με αποδεικτικά στοιχεία, έχει προκαλέσει ερωτήματα και αμηχανία στον Λευκό Οίκο και στο Κογκρέσο, προμηνύοντας πιθανές ενδοκυβερνητικές έριδες στο εγγύς μέλλον. Καθώς ο Τραμπ κάλεσε άμεσα τις επιτροπές πληροφοριών της Βουλής και της Γερουσίας να παρέμβουν και να διευρύνουν τις προγραμματισμένες έρευνές τους σχετικά με την εμπλοκή της Ρωσίας στις εκλογές, λαμβάνοντας υπόψη και τις δικές του κατηγορίες, η πρώτη αντίδραση στους ισχυρισμούς του ήρθε από τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Ντέιβιντ Νούνες, επικεφαλής της επιτροπής πληροφοριών της Βουλής. O Νούνες δήλωσε την Τρίτη ότι δεν έχει δει κανένα στοιχείο που να στηρίζει τα όσα ισχυρίστηκε ο Τραμπ, τονίζοντας πως εάν οι ισχυρισμοί του ήταν πραγματικοί, οι επικεφαλής του Κογκρέσου και των δύο υπηρεσιών πληροφοριών του θα είχαν ενημερωθεί.

«Νομίζω πως το μεγάλο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον ο Τραμπ και οι συνεργάτες του έγιναν πράγματι στόχοι των υπηρεσιών πληροφοριών ή των αρχών επιβολής του νόμου», διευκρίνισε στη συνέχεια. Επιπλέον, αναφέρθηκε στα προσεχή πλάνα της επιτροπής, η οποία θα πραγματοποιήσει από τις 20 Μαρτίου και έπειτα σειρά δημόσιων ακροάσεων στο πλαίσιο της έρευνας για το ζήτημα της ρωσικής εμπλοκής, στις οποίες έχουν κληθεί να καταθέσουν ο επικεφαλής του FBI Τζέιμς Κόουμι και ο ναύαρχος και διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Μάικ Ρότζερς. Την επομένη, σειρά πήραν δύο μέλη της Γερουσίας, καταθέτοντας ερώτηση στο FBI και στο υπουργείο Δικαιοσύνης για οποιεσδήποτε πληροφορίες διαθέτουν αναφορικά με τους αναπόδεικτους προεδρικούς ισχυρισμούς. Με γράμμα τους προς τον Κόουμι και τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης Ντάνα Μποέντ, η Ρεπουμπλικανή Λίντσεϊ Γκράχαμ και ο Δημοκρατικός Σέλντον Ουαϊτχάους ζήτησαν αντίγραφα από οποιαδήποτε δικαστική εντολή ή αίτηση για ένταλμα σύλληψης που να σχετίζεται με την παρακολούθηση του Τραμπ, της καμπάνιας του και του Πύργου του, τονίζοντας ότι θα λάβουν σοβαρά υπόψη τους οποιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας από τις υπηρεσίες πληροφοριών για πολιτικούς σκοπούς.

Επιπλέον, περισσότερο περίπλοκη κατέστησαν την κατάσταση οι ασαφείς δηλώσεις, την Τετάρτη, του εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, Σον Σπάισερ, σύμφωνα με τις οποίες «δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο πρόεδρος είναι στόχος καμίας απολύτως έρευνας». Οι δηλώσεις αυτές συνδέουν κατά κάποιον τρόπο τους ισχυρισμούς του Τραμπ με τις έρευνες του FBI περί πιθανής ρωσικής εμπλοκής στις αμερικανικές εκλογές, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιπρόσθετα ερωτήματα σχετικά με το αν υπάρχει βάση στα λεγόμενα του προέδρου και το αν ο Τραμπ εμπλέκεται στις έρευνες του FBI. Εν τω μεταξύ, παρά την έγκρισή του από δύο επιτροπές της Βουλής, το ρεπουμπλικανικό πλάνο για αντικατάσταση του Obamacare συνεχίζει να παραμένει ένα ακανθώδες ζήτημα για την κυβέρνηση Τραμπ. Το πλάνο, το οποίο αποκαλύφθηκε τη Δευτέρα, δεν έχει καταφέρει να συσπειρώσει το κόμμα, με αποτέλεσμα να μη θεωρείται δεδομένη η έγκριση του από τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Οι αντιδράσεις έρχονται από δύο κατευθύνσεις, με ορισμένους συντηρητικούς βουλευτές και εξωκοινοβουλευτικές ομάδες να θεωρούν το νέο πλάνο όμοιο με το προηγούμενο, χαρακτηρίζοντας το Obamacare λάιτ και ζητώντας ταχύτερο τέλος στην επέκταση του προγράμματος Medicaid για τους φτωχούς. Παράλληλα, και ορισμένοι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανοί και φαρμακευτικές οργανώσεις βλέπουν σημαντική άνοδο του κόστους ιατρικής περίθαλψης και απώλεια ασφάλισης για σημαντικό αριθμό ασθενών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εταιρείας Standard & Poor’s, περίπου 6 έως 10 εκατομμύρια ασφαλισμένοι θα χάσουν την ασφάλεια υγείας τους από τον νέο νόμο, αριθμός που δημιουργεί έντονη αντίθεση με τα 20 εκατομμύρια Αμερικανούς που απέκτησαν πρόσβαση στο σύστημα υγείας υπό το Obamacare.

Σχετικά Νέα