Στους 429 οι νεκροί, 1400 οι τραυματίες στην Ινδονησία

Ινδονήσιοι διασώστες χρησιμοποίησαν μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ειδικά εκπαιδευμένους σκύλους για να εντοπίζουν με την όσφρηση προκειμένου να βρουν επιζώντες κατά μήκος της κατεστραμμένης δυτικής ακτής της Ιάβας την οποία έπληξε τσουνάμι με αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 429 ανθρώπων.

Πυκνά σύννεφα στάχτης εξακολουθούν να αναδύονται από το Ανάκ Κρακατόα, ένα ηφαιστειακό νησί όπου ένας κρατήρας αποκολλήθηκε εν μέσω πλημμυρίδας το Σάββατο δημιουργώντας τεράστια κύματα που έσπαγαν στην ακτή και από τις δύο πλευρές του Στενού του Σοντ ανάμεσα στα νησιά Σουμάτρα και Ιάβα.

Τουλάχιστον 154 άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται. Περισσότεροι από 1.400 άνθρωποι έχουν τραυματιστεί και χιλιάδες κάτοικοι χρειάστηκε να μεταφερθούν σε περιοχές με υψηλότερο υψόμετρο, με την προειδοποίηση για πλημμυρίδα να επεκτείνεται έως την Τετάρτη (αύριο).

Οι διασώστες χρησιμοποίησαν βαριά μηχανήματα, ανιχνευτικά σκυλιά και ειδικές κάμερες προκειμένου να εντοπίσουν και να ανασύρουν πτώματα από τη λάσπη και τα ερείπια σε μια έκταση 100 χλμ. της δυτικής ακτής της Ιάβας και αξιωματούχοι δήλωσαν πως η περιοχή των ερευνών μπορεί να επεκταθεί περισσότερο προς τον νότο, έπειτα από την ανακάλυψη πτωμάτων που ξεβράστηκαν από τα κύματα.

«Υπάρχουν πολλές τοποθεσίες οι οποίες νομίζαμε προηγουμένως ότι δεν είχαν επηρεαστεί» δήλωσε ο Γιουσούφ Λατίφ, εκπρόσωπος της εθνικής υπηρεσίας έρευνας και διάσωσης.

«Αλλά τώρα φθάνουμε σε πιο απομακρυσμένες περιοχές… και πράγματι υπάρχουν πολλά θύματα εκεί», πρόσθεσε.

Οι αρχές δήλωσαν πως οι διασώστες έχουν αποδυθεί σε μια μάχη με τον χρόνο προκειμένου να φθάσουν σε έξι χωριά, τα οποία αυτή τη στιγμή είναι απρόσιτα οδικώς και όπου τα κύματα από το τσουνάμι φέρεται να έφθασαν έως και τα πέντε μέτρα.

Το τεράστιο αρχιπέλαγος, το οποίο βρίσκεται πάνω στο «Δακτυλίδι της Φωτιάς», κατέγραψε φέτος τον μεγαλύτερο απολογισμό θανάτων των τελευταίων δέκα και πλέον ετών.

Σεισμοί ισοπέδωσαν το νησί Λόμποκ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, ενώ σεισμός και τσουνάμι τον Σεπτέμβριο είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο τουλάχιστον 2.000 ανθρώπων σε ένα απομακρυσμένο τμήμα του νησιού Σουλαουέζι.

Χρειάστηκαν μόλις 24 λεπτά μετά την κατολίσθηση προκειμένου τα κύματα να πλήξουν την ξηρά και δεν υπήρξε έγκαιρη προειδοποίηση για τους κατοίκους της ακτής.

Η υπηρεσία μετεωρολογίας και γεωφυσικής, BMKG, ζητά από τους κατοίκους να μείνουν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την ακτή λόγω του κινδύνου ακραίων καιρικών φαινομένων την Τετάρτη και κυμάτων που μπορεί να φθάσουν τα δύο μέτρα.

Η επικεφαλής της BMKG, Ντουικορίτα Καρναουάτι δήλωσε σήμερα πως η υπηρεσία ανησυχεί λόγω της κακοκαιρίας που κάνει πιο ευαίσθητο τον κρατήρα του ηφαιστείου.

Ειδικοί προειδοποιούν πως μια δεύτερη καταστροφή είναι ακόμη πιθανή.

«Δεδομένου ότι το Ανάκ Κρακατόα είναι ενεργό και σημειώνονται εκρήξεις τους τελευταίους αρκετούς μήνες, η πιθανότητα και άλλων τσουνάμι δεν μπορεί να αποκλειστεί», δήλωσε ο Χέρμαν Φριτζ, από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Τζόρτζια.

Οι προσπάθειες διάσωσης εμποδίζονται από τις ισχυρές βροχοπτώσεις και τη χαμηλή ορατότητα. Στρατιωτικές ομάδες και ομάδες εθελοντών χρησιμοποίησαν μη επανδρωμένα αεροσκάφη προκειμένου να εκτιμήσουν την έκταση των ζημιών κατά μήκος της παραλίας.

Τρόφιμα, νερό, κουβέρτες και ιατρική βοήθεια διοχετεύονται σε απομακρυσμένες περιοχές μέσα από δρόμους στην ενδοχώρα που είναι γεμάτοι κίνηση. Χιλιάδες άνθρωποι μένουν σε σκηνές και προσωρινά καταφύγια όπως τεμένη ή σχολεία, με δεκάδες από αυτούς να κοιμούνται στο πάτωμα ή σε δημόσια κτήρια όπου υπάρχει συνωστισμός.

Ο Αγιούμπ, ένας 20χρονος ψαράς που κοιμάται με την οικογένειά του σε μια σκηνή που τους έδωσε ο στρατός, είπε πως οι συνθήκες στον καταυλισμό δεν είναι ιδανικές εξαιτίας της βροχής, αλλά ότι έχουν αρκετά τρόφιμα.

«Όλα έχουν καταστραφεί… Η βάρκα, η μοτοσικλέτα, το σπίτι μου – όλα», δήλωσε στο Reuters. «Το πιο σημαντικό είναι πως είμαστε ζωντανοί.».

Άλλοι κάτοικοι του ίδιου καταυλισμού έκτακτης ανάγκης, όπως η Ταρίνι, μητέρα τεσσάρων παιδιών, δήλωσε στο Reuters πως οι οικογένειές τους έφυγαν χωρίς τίποτε άλλο παρά μόνο ρούχα στις τσάντες τους. «Λυπάμαι για τα παιδιά μου», είπε. «Θέλουμε τα πράγματα να ξαναγίνουν όπως ήταν, αλλά φοβόμαστε αν επιστρέψουμε».

 

Σχετικά Νέα