Δημοσιεύθηκε στις: Πε, Οκτ 12th, 2017

Στουρνάρας: Μεγαλύτερος κίνδυνος, τυχόν καθυστέρηση στη γ΄ αξιολόγηση

Καμπανάκι για το ενδεχόμενο καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της γ΄ αξιολόγησης του προγράμματος, σήμανε ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε εκδήλωση της Credit Suisse.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, . οικονομική ανάκαμψη συνεχίζεται και η ανάπτυξη επιταχύνεται μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και τις θετικές επιδράσεις που είχε στην εμπιστοσύνη και τη ρευστότητα. Η εμπέδωση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας αντανακλάται όχι μόνο στα στοιχεία για το ΑΕΠ, αλλά και στη βελτίωση βραχυχρόνιων δεικτών.

Για  το 2017 συνολικά, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,7% περίπου. Για το 2018 και το 2019, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 2,4% και 2,7% αντίστοιχα. Η κατανάλωση αναμένεται να σημειώσει συγκρατημένη ανάκαμψη, ωθούμενη κυρίως από την ανοδική τάση της απασχόλησης, που ανακάμπτει ταχύτερα από ό,τι το προϊόν, χάρη στις προηγηθείσες  μεταρρυθμίσεις και στην εφαρμογή ενεργητικών προγραμμάτων στην αγορά εργασίας.

Οι επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν καθώς θα αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη και θα βελτιώνονται οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Οι εξαγωγές αναμένεται να συνεχίσουν τη θετική τους πορεία, επωφελούμενες όχι μόνο από τις ευνοϊκές προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους που έχει ήδη επιτευχθεί.

Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται στην παραδοχή ότι το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων θα υλοποιηθεί ομαλά και σύμφωνα με το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα.

Κίνδυνοι και κυριότερες προκλήσεις 

Παρά τις θετικές ενδείξεις που καταγράφονται σήμερα και την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Ο σημαντικότερος και πιο άμεσος κίνδυνος είναι η τυχόν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος. Κάτι τέτοιο πρέπει να αποφευχθεί, καθώς θα τροφοδοτούσε ένα νέο κύκλο αβεβαιότητας, η  οποία θα οδηγούσε στην αναστολή των επενδυτικών σχεδίων, θα καθυστερούσε την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και θα δυσχέραινε την επάνοδο σε κανονικές χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οικονομική ανάκαμψη και η επιστροφή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές θα αποδειχθούν βραχύβιες.

Εξάλλου, υπάρχουν σημαντικοί εξωτερικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ και την πιθανότητα επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ. Υφίστανται επίσης σημαντικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι που θα μπορούσαν να αυξήσουν την απροθυμία  των διεθνών επενδυτών να αναλάβουν κινδύνους, καθώς και να προκαλέσουν όξυνση  της προσφυγικής κρίσης.

Εκτός από τους παραπάνω  κινδύνους, υπάρχουν όμως και θετικές ευκαιρίες, που σχετίζονται με την ένταξη των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (QE), η οποία θα βελτιώσει τη ρευστότητα και την εμπιστοσύνη και θα διαμορφώσει  ευνοϊκότερες οικονομικές προοπτικές από ό,τι προβλέπεται επί του παρόντος.

Μεσομακροπρόθεσμες προκλήσεις

Πέρα  από τους παραπάνω κινδύνους για την ανάκαμψη της οικονομίας, υπάρχουν και ορισμένες μεσομακροπρόθεσμες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι θετικές προοπτικές.

Ειδικότερα:

• Η  μακροχρόνια ανεργία, η οποία παραμένει υψηλή, αυξάνει τον κίνδυνο διάβρωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου , με αρνητικές συνέπειες για τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη. Η δυνητική ανάπτυξη επηρεάζεται επίσης δυσμενώς από τη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Επιπλέον, η επίμονη ανεργία έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και στην ποιότητα ζωής, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή.

• Παρά την έως τώρα πρόοδο, οι τράπεζες εξακολουθούν να επιβαρύνονται με τη διαχείριση του μεγάλου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και αδυνατούν να στηρίξουν επαρκώς την οικονομική δραστηριότητα με  πιστώσεις στον ιδιωτικό τομέα.

• Οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, και αυτό δεν οφείλεται μόνο σε καθυστερήσεις των πληρωμών από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και την έλλειψη τραπεζικού δανεισμού, αλλά και στο γεγονός ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον στη χώρα μας δεν θεωρείται ακόμη αρκετά φιλικό προς τις ιδιωτικές επενδύσεις.

• Ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ έχει ανέλθει σε μη διατηρήσιμα επίπεδα. Αυτό σημαίνει ότι για πολλά χρόνια στο μέλλον ένα σημαντικό μέρος των δημόσιων πόρων θα πρέπει να κατευθύνεται προς την εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων. Αυτό μπορεί να καταστεί δυνατόν είτε με τη συμπίεση των δαπανών και τον περιορισμό του μεγέθους  του δημόσιου τομέα είτε με την αύξηση των εσόδων. Ωστόσο, η αύξηση των εσόδων μέσω της διατήρησης των υφιστάμενων υψηλών φορολογικών συντελεστών αποτελεί τροχοπέδη για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτελούν αντικίνητρο για την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών, επειδή οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι σε μόνιμη βάση ένα σημαντικό μέρος των μελλοντικών κερδών τους θα πρέπει να διατίθεται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Εξάλλου, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτελούν αντικίνητρο στην εργασία, ενώ τόσο στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών δημιουργούν κίνητρα για φοροδιαφυγή. Ακόμη περισσότερο, τα υψηλά επίπεδα φόρων και ασφαλιστικών εισφορών ωθούν τις επιχειρήσεις να μεταφέρουν την έδρα των δραστηριοτήτων τους σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς.

• Παρά τη σημαντική πρόοδο σε διάφορους τομείς, με βάση ορισμένους ποιοτικούς δείκτες που αντανακλούν το επιχειρηματικό περιβάλλον η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται χαμηλά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum (WEF), η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος επιδεινώθηκε ελαφρά το 2017-2018. Στα κυριότερα εμπόδια για την επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα το WEF συγκαταλέγει την υψηλή φορολογία και το όλο φορολογικό πλαίσιο, τη γραφειοκρατία, την αστάθεια πολιτικής και την κυβερνητική αστάθεια, την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τη διαφθορά. Οι αρχές πρέπει να συνεχίσουν να δίνουν έμφαση στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας πέρα από την ανταγωνιστικότητα τιμών και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.

Αυτές οι προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως ώστε να μην υπονομεύσουν την ανάκαμψη που έχει ήδη ξεκινήσει και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάκαμψη 
Μεσομακροπρόθεσμα, οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι θετικές, διότι οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών και κατά συνέπεια το αναπτυξιακό δυναμικό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η πλήρης εφαρμογή όλων των μεταρρυθμίσεων, τόσο εκείνων που έχουν ήδη αναληφθεί όσο και εκείνων που πρόκειται να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), αναμένεται, ceteris paribus, να αυξήσουν το πραγματικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκαετία, χωρίς να συνυπολογίζονται οι περαιτέρω θετικές επιδράσεις από μεταρρυθμίσεις που δεν μπορούν εύκολα να ποσοτικοποιηθούν, όπως ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης και του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου περί αφερεγγυότητας και η επίλυση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Παρόμοιες εκτιμήσεις σχετικά με τις επιδράσεις μεταρρυθμίσεων προκύπτουν και από συναφείς αναλύσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Ωστόσο, προκειμένου να αποκομιστούν αυτά τα δυνητικά οφέλη, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.

 Δημιουργία συνθηκών για την ενθάρρυνση των επενδύσεων 
Η οικονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές βελτιώσεις των τελευταίων επτά ετών έχουν καταστήσει την Ελλάδα πιο φιλική προς το επιχειρείν και έχουν δημιουργήσει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν τις επενδυτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες, μετά από μια μακρά περίοδο πολύ χαμηλής επενδυτικής δραστηριότητας, είναι σημαντικές. Έτσι, εκτός από την αποκατάσταση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στις κεφαλαιαγορές, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και η δημιουργία συνθηκών που θα προσελκύσουν ξένα κεφάλαια, ιδίως ξένες άμεσες επενδύσεις.

Αυτό προϋποθέτει την ομαλή και έγκαιρη υλοποίηση του συμφωνηθέντος προγράμματος μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, με στόχο την περαιτέρω βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προτείνει αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την ανάπτυξη. Μεγαλύτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην περικοπή μη παραγωγικών δαπανών και στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Αυτό είναι σημαντικό δεδομένου ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η δημόσια περιουσία στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι από τις υψηλότερες μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Ο περιορισμός του διογκωμένου και αναποτελεσματικού δημόσιου τομέα θα διευκολύνει τη μείωση των υπερβολικά υψηλών φορολογικών συντελεστών προς όφελος της ιδιωτικής οικονομίας και την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Εκτός από τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τη μείωση της φορολογίας, απαιτείται η αποφασιστική και οριστική άρση των εμποδίων που ανακύπτουν  από διάφορα μικρά ή μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα και συντεχνίες, τα οποία επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα και δυσχεραίνουν την υλοποίηση νέων επενδύσεων και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, ακόμη και αυτών που έχουν ήδη εγκριθεί.

Τέλος, η κατάργηση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων θα σηματοδοτήσει τη βελτίωση της εμπιστοσύνης τόσο στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος όσο και στη βιώσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αυτό με τη σειρά του θα διευκολύνει τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και θα συμβάλει στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

β. Επιτάχυνση της εφαρμογής του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων 
Παρά την έως τώρα πρόοδο, υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν στους τομείς των ιδιωτικοποιήσεων και των μεταρρυθμίσεων. Οι ιδιωτικοποιήσεις που βρίσκονται σε ώριμη φάση πρέπει να ολοκληρωθούν γρήγορα. Κάποιες άλλες μεταρρυθμίσεις πρέπει να ολοκληρωθούν πριν από το τέλος του προγράμματος, όπως για παράδειγμα η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και το άνοιγμα των επαγγελμάτων που παραμένουν ακόμη κλειστά. Επιπλέον, πρέπει να ενθαρρυνθεί η συνεργασία των πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων  με τον ιδιωτικό τομέα, με σκοπό την προώθηση της καινοτομίας και της μετάβασης στην οικονομία της γνώσης. Οι πρωτοβουλίες αυτές θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και θα μειώσουν το κόστος για τους καταναλωτές.

γ. Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων 
Στον τραπεζικό τομέα, ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και το πρόβλημα των στρατηγικών κακοπληρωτών εμποδίζουν το τραπεζικό σύστημα να χρηματοδοτήσει την οικονομική ανάπτυξη. Έχουν πλέον νομοθετηθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα και έχει διαμορφωθεί το κανονιστικό πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και γρήγορα το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι τράπεζες πρέπει να τηρούν  πιστά τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί  με τις εποπτικές αρχές. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και στην εκκαθάριση όσων δεν είναι βιώσιμες. Αυτό θα απελευθερώσει πόρους που θα στηρίξουν  νέες αλλά και υπάρχουσες υγιείς επενδυτικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, υποβοηθώντας έτσι την οικονομική ανάκαμψη.

δ. Αντιμετώπιση του ζητήματος της  βιωσιμότητας του χρέους 
Είναι απαραίτητο να αναληφθούν  αποφασιστικές και συγκεκριμένες δράσεις για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους, ενώ, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, υπάρχει επίσης ένα ισχυρό επιχείρημα για μια πιο ρεαλιστική προσαρμογή των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Το Eurogroup επιβεβαίωσε τον Ιούνιο τη δέσμευσή του στις αρχές που περιέχονται στη δήλωση του Μαΐου 2016, και έδωσε μια πιο σαφή κατεύθυνση για πιθανά  μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κάνει συγκεκριμένες προτάσεις, π.χ. μετάθεση της μέσης σταθμικής διάρκειας αποπληρωμής των τόκων των δανείων του EFSF κατά 8,5 χρόνια τουλάχιστον. Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι αυτό μπορεί  να συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους, ακόμη και αν τα πρωτογενή πλεονάσματα μειωθούν  στο 2% του ΑΕΠ από το 2021 και μετά, και όχι από το 2023, όπως συμφωνήθηκε στο Eurogroup. Αυτές οι προτάσεις, εφόσον υιοθετηθούν, είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν  τόσο την ανάκαμψη της οικονομίας όσο και το αξιόχρεο της χώρας, ιδίως αν ο δημοσιονομικός χώρος  που θα δημιουργηθεί από τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων χρησιμοποιηθεί για τη μείωση των φόρων επί της εργασίας και του κεφαλαίου.

Αυτή η πρόταση ήπιας αναδιάρθρωσης του χρέους είναι ζωτικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδος, ενώ για τους εταίρους της συνεπάγεται ελάχιστο μόνο κόστος. Θα ανοίξει το δρόμο για την ένταξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το οποίο με τη σειρά του θα διευκολύνει τη διατηρήσιμη πρόσβαση στις αγορές. Αυτό θα θέσει σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο: η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη των επενδυτών στις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδος θα ενθαρρύνει την επιστροφή καταθέσεων στις τράπεζες, θα επιτρέψει την ομαλή έξοδο από το τρέχον πρόγραμμα, και, τελικά, την πλήρη άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

Για τον αρθρογράφο

.made by gleo