Στουρνάρας: Αποτελεσματική λύση η πρόταση της ΤτΕ για κόκκινα δάνεια

Την ανάγκη να καταλήξει σύντομα η κυβέρνηση σε ένα πλαίσιο συστημικής αντιμετώπισης του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων επανέλαβε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρας, τονίζοντας ότι κατά την άποψή του η πρόταση της ΤτΕ αποτελεί την αποτελεσματικότερη λύση.

Μιλώντας στην εκδήλωση, που οργάνωσε στη Φρανκφούρτη η Ελληνική Ένωση Τραπεζών, σε συνεργασία με την PriceWaterhouseCoopers, ο διοικητής της ΤτE, αφού επισήμανε ότι οι εγχώριες τράπεζες έχουν επιτύχει ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο, ως προς τη μείωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους (Non Performing Loans- NPLs), τόνισε ότι η παραπάνω επίδοση δεν αρκεί για να επιτευχθεί σύντομα σύγκλιση του ποσοστιαίου δείκτη NPLs με το μέσο ευρωπαϊκό καθώς ο τελευταίος βρίσκεται ήδη κάτω του 4%.

Για το λόγο αυτό, αλλά και για να απελευθερωθούν πόροι που θα στραφούν στη χρηματοδότηση της οικονομίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας, απαιτείται να τεθεί σύντομα σε εφαρμογή ένα συστημικό πλαίσιο υποβοήθησης, που θα επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις οι τράπεζες να θέσουν ως στόχο τριετίας (2019-21) τη μείωση των NPLs κάτω του 10%.

Στο παραπάνω πλαίσιο οι ελληνικές αρχές πρέπει σύντομα να καταλήξουν σε μια ενιαία, συντονισμένη και συστημική αντιμετώπιση του προβλήματος των NPLs, που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες των ίδιων των τραπεζών. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιτυχή αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανέφερε ο Γ. Στουρνάρας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποτελεσματικότερη λύση συστημικής υποβοήθησης της προσπάθειας των τραπεζών, είναι η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (SPVs). Η αποτελεσματικότητα της έγκειται στο γεγονός ότι αντιμετωπίζει με συστηματικό τρόπο δύο πολύ σημαντικά προβλήματα ταυτόχρονα: τα NPLs και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις.

Αν παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση αποφασίσει να υιοθετήσει το πρόγραμμα εγγύησης στοιχείων ενεργητικού (APS), η Τράπεζα της Ελλάδος θα το υποστηρίξει, όπως επισήμανε ο διοικητής της, καθώς αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ιδεώδες, κατά τον ίδιο, θα ήταν να αξιολογηθούν και τα δύο προγράμματα και να παρουσιαστούν στις τράπεζες και τυχόν άλλες επιλογές, αρκεί να είναι συμβατές με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές.

Άλλωστε τόσο η πρόταση της ΤτE, όσο και το σχέδιο παροχής κρατικής εγγύησης λειτουργούν ενισχυτικά στις προσπάθειες των τραπεζών, με σκοπό την ταχεία σύγκλιση του δείκτη των NPLs προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, χωρίς απομείωση της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των ιδιωτών μετόχων.

Πως λειτουργεί ο προτεινόμενος από την ΤτE μηχανισμός
Η πρόταση της ΤτE προβλέπει τη δυνατότητα των τραπεζών να μεταβιβάζουν σε εταιρείες ειδικού σκοπού (SPVs) μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην καθαρή λογιστική τους αξία ( σ.σ μετά την αφαίρεση προβλέψεων) μαζί με τις εξασφαλίσεις τους.

Επομένως, οι τράπεζες δεν θα γράψουν από τη μεταβίβαση των δανείων ζημιά. Τα εποπτικά τους κεφάλαια θα μειωθούν, όμως, επειδή θα υποχρεωθούν να διαγράψουν τις αναλογούσες στις συσσωρευμένες προβλέψεις των μεταβιβαζόμενων δανείων αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred tax credits –DTCs).

Μέσω νομοθετικής ρύθμισης, το ποσό του DTC, που θα διαγραφεί, θα αναγνωριστεί από το Δημόσιο ως αμετάκλητη υποχρέωση προς το SPV με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής (σύμφωνα με τη διάρκεια του σχήματος). Το χρονοδιάγραμμα θα προκύψει μετά την αποτίμηση των μεταβιβαζόμενων χαρτοφυλακίων από τους συμβούλους της τιτλοποίησης ή και τρίτους εκτιμητές και τον προσδιορισμό των αναμενόμενων χρηματορροών.

Το DTC θα λειτουργήσει στην πραγματικότητα ως «μαξιλάρι» για τη διαφορά, που θα προκύψει μεταξύ της καθαρής λογιστικής αξίας, στην οποία θα μεταβιβάσουν τα δάνεια στο SPV και της αποτίμησης του τιτλοποιούμενου χαρτοφυλακίου.

Για την κάλυψη του τιμήματος της μεταβίβασης, τα SPVs θα προχωρούν σε τιτλοποίηση εκδίδοντας ως και τρεις τάξεις τίτλων (senior, mezzanine, junior/equity). H κατώτερη τάξη τίτλων (equity) θα καλυφθεί από τις τράπεζες και το Ελληνικό Δημόσιο, που θα είναι και οι μέτοχοι του SPV. Το Δημόσιο θα κατέχει 80,01% και οι τράπεζες το υπόλοιπο ποσοστό, ώστε να μην προκύπτει υποχρέωση ενοποίησης.

Η δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων ζημιών από τη συμμετοχή του Δημοσίου (μέσω του μετασχηματισμού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε αμετάκλητη απαίτηση του SPV) ενισχύει σημαντικά την πιθανότητα αποπληρωμής των senior και δευτερευόντως των mezzanine τίτλων.

Η αποτίμηση των δανείων που θα μεταβιβαστούν θα ανατεθεί σε ανεξάρτητους τρίτους φορείς, ενώ την τελική δομή της συναλλαγής (συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της τιτλοποίησης (tranches) που θα αντιστοιχούν στις τρεις τάξεις των ομολογιακών τίτλων) θα καθορίσουν οι συντονιστές της τιτλοποίησης (arrangers), λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Αναμένεται ότι ιδιώτες επενδυτές θα απορροφήσουν μέρος της ανώτερης τάξης τίτλων (senior) και τη μεγάλη πλειονότητα της ενδιάμεσης τάξης (mezzanine).

Τη διαχείριση του σχήματος θα αναλάβουν αποκλειστικά ιδιώτες επενδυτές (εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας και θα υπάρχει διαχωρισμός ανά κατηγορία δανειακών απαιτήσεων για κάθε συναλλαγή και πράξη διαχείρισης (απαιτήσεις από επιχειρηματικά, στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια κ.λπ.).

Τα οφέλη για την οικονομία
Όπως προκύπτει από εκτιμήσεις και μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, η μείωση του λόγου των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στη μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου των τραπεζών και στην αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησής τους, βελτιώνοντας έτσι τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου. Εκτιμάται επίσης ότι η σημαντική μείωση του λόγου των ΜΕΔ θα βελτιώσει την οργανική κερδοφορία σε διατηρήσιμη βάση.

Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να σχηματίζουν προβλέψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων, που αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 2% περίπου του σταθμισμένου ενεργητικού τους σε ετήσια βάση ανέφερε ο κ. Στουρνάρας σημειώνοντας ότι το παραπάνω έξοδο δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί όσο ο δείκτης NPLs παραμένει γύρω στο 40%.

Επιπρόσθετα, αν δεν προηγηθεί σημαντική μείωση των NPLs ο επόπτης δεν θα προχωρήσει σε βελτίωση των ελάχιστων δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, σύμφωνα με τους κανόνες του Πυλώνα ΙΙ. Η βελτίωση αυτή θα οδηγήσει σε σταδιακή αύξηση της προσφοράς δανείων και μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Παράλληλα, αναμένεται μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών καθώς η οικονομία θα ανακάμπτει, με αποτέλεσμα την αύξηση της αποτίμησης των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων τους και της αξίας τους ως εξασφαλίσεων, λόγω των υψηλότερων αποδόσεων του κεφαλαίου και των ακινήτων.

Συνεπώς, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις σταδιακά θα γίνονται πιο αξιόχρεα, επιτρέποντας την περαιτέρω τόνωση της επενδυτικής ζήτησης.

euro2day.gr

Σχετικά Νέα