Δημοσιεύθηκε στις: Πα, Ιούν 16th, 2017

«Σηκώνει τις άγκυρες» η χώρα μετά την απόφαση του Eurogroup

 

Γράφει ο Νίκος Κοσμόπουλος


 

Λίγες ώρες μετά τη λήξη του Eurogroup, αέρας αισιοδοξίας πνέει στο κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς θεωρείται ότι η χθεσινή απόφαση σηματοδοτεί το ξεκίνημα του μεγάλου ταξιδιού της χώρας και της οικονομίας της προς την κανονικότητα και την ανάπτυξη.

Ειδικότερα, κυβερνητικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν την απόφαση σαν «θετικό μήνυμα στις αγορές» επισημαίνοντας ότι «η ελληνική πλευρά πήρε αυτά που ήθελε. Υπήρξαν ριζικές αλλαγές σε σχέση με την απόφαση του Eurogroup της 22ας Μαΐου».

Από τους ίδιους κύκλους τονίζεται ότι οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών και η επικεφαλής του Διεθνούς νομισματικού Ταμείου αποφάσισαν μεταξύ άλλων: Ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης, εκταμίευση της δόσης που ανέρχεται στα 8,5 δισ. και το περίγραμμα των μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.

Γεγονός είναι ότι η απόφαση έγινε δεκτή από την οικονομική κοινότητα στην Αθήνα με φανερή ανακούφιση, καθώς οδηγεί τη χώρα σε πολιτική σταθερότητα και δίνει αναπτυξιακή προοπτική και σύντομη δυνατότητα εξόδου στις αγορές.

Μιλώντας σήμερα το πρωί σε ΜΜΕ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε λόγο για πάρα πολύ θετική απόφαση .

Το επίκεντρο της συμφωνίας αφορά το χρέος

Αναλύοντας το τεχνικό μέρος των επίσημων ανακοινώσεων για το χρέος αναδεικνύονται τρία σημεία τα οποία ουσιαστικά αποτελούν και το επίκεντρο της συμφωνίας:

-Ο προσδιορισμός και η ποσοτικοποίηση -σε γενικές γραμμές- του δημοσιονομικού οδικού χάρτη, δηλαδή του ύψους των πλεονασμάτων τα οποία καλείται να πετύχει η χώρα μετά το 2021, τα οποία καθορίζονται «έως 2%».

-Μια πρώτη εξειδίκευση των επιμηκύνσεων των δανείων του EFSF οι οποίες μπορεί να προσφερθούν από τους δανειστές.

-Η εισαγωγή ενός μηχανισμού ρήτρας ανάπτυξης η οποία θα συνδέει πλέον την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων με το ΑΕΠ, όπως δηλαδή είχε ζητήσει η ελληνική και είχε προτείνει η γαλλική πλευρά.

Αντιρρήσεις και ενστάσεις 

Κατ’ αρχάς, η πρόβλεψη για τα πλεονάσματα μετά το 2021 μέχρι του ύψους του 2% αποτελεί σοβαρό επίτευγμα της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας. Υπενθυμίζεται ότι το προσχέδιο του Μαΐου έβαζε τον πήχη στο 2,2% ή στο 2,6%. Με αυτά τα δεδομένα η συμφωνία της 15ης Ιουνίου είναι πιο θετική. Η διατηρησιμότητα όμως αυτής της ρύθμισης σε βάθος χρόνου γεννά ερωτηματικά. Το σημείο αυτό αποτελεί άλλωστε μια από τις βασικές ενστάσεις του ΔΝΤ, η οποία συνδυάζεται και με πολύ χαμηλότερες προβλέψεις ανάπτυξης.

Στον τομέα αναδιάρθρωσης των δανείων (reprofiling), η ελληνική πλευρά επισημαίνει το γεγονός ότι έγινε για πρώτη φορά εξειδίκευση των όσων όριζε γενικά η απόφαση του Μαΐου του 2016 αν και η σύγκριση με το προσχέδιο του φετινού Μαΐου δείχνει ότι επικράτησε η γερμανική άποψη η οποία έθετε σαν απώτερο χρονικό όριο επιμήκυνσης, τα 15 χρόνια.

Ό οδικός χάρτης μετά τη συμφωνία

Το χρονικό σημείο εξόδου της Ελλάδας στις αγορές με βάση το περιεχόμενο της συμφωνίας αποτελεί ζητούμενο.

Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι μεταξύ των κερδών της συμφωνίας είναι πως το ΔΝΤ δεν θεωρεί, πλέον, μη βιώσιμο το χρέος. Η πραγματικότητα είναι ότι το Ταμείο εξακολουθεί για την ώρα να θεωρεί μη βιώσιμο το χρέος.

Έτσι η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους εκ μέρους του ΔΝΤ που αναμένεται στα μέσα Ιουλίου θα παίξει καθοριστικό ρόλο, καθώς μόνο τότε θα γίνει φανερό αν το Ταμείο και κα. Λαγκάρντ θα το θεωρήσουν βιώσιμο η μη, καθώς δεν θα υπάρχει ακόμα εξειδίκευση και ποσοτικοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης του.

Επί του θέματος θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος απέφυγε να δεσμευθεί για το χρονικό σημείο δοκιμαστικής έκδοσης ομολόγου και παρέπεμψε στον ΟΔΔΗΧ, λέγοντας ότι δεν είναι πολιτική απόφαση, ενώ όσον αφορά στην ένταξη στο QE σημείωσε ότι δεν μπορεί να αναφέρει κάτι για τις αποφάσεις της ΕΚΤ, η οποία πάντως με ανακοίνωση της χαρακτήρισε τις αποφάσεις του Eurogroup ως «πρώτο βήμα για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους».

 

 

 

Για τον αρθρογράφο

.made by gleo