Ξυδάκης: «Αρκετά με τον στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας»

Για την απόφαση του Euro Working Group, ο Ν. Ξυδάκης είπε, μιλώντας στον Σκάι: «Είναι μια πολιτική στάση, μια τιμωρία που δεν προβλέπεται καν από τη συμφωνία. Δεν υπάρχει πουθενά όρος ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαθέσει το υπερ-περίσσευμα για κοινωνικούς σκοπούς». Συνεχίζεται εδώ και επτά χρόνια μία στάση που δεν είναι εποικοδομητική και ορθολογική, αλλά στάση ομηρίας.

 

Μιλώντας στην εκπομπή του Σκάι «Τώρα» και την Άννα Μπουσδούκου στις 21 Δεκεμβρίου 2016, ο Ν. Ξυδάκης τοποθετήθηκε σε σειρά θεμάτων.

Για την απόφαση του Euro Working Group (ότι δεν διαφωνεί για την εφάπαξ καταβολή του έκτακτου επιδόματος αλλά ότι θα ήθελε στο μέλλον να ενημερώνεται και να δίνει τη συγκατάθεσή του για ενέργειες αυτού του τύπου) είπε: «Είναι μια πολιτική στάση, μια τιμωρία που δεν προβλέπεται καν από τη συμφωνία. Δεν υπάρχει πουθενά όρος ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαθέσει το υπερ-περίσσευμα για κοινωνικούς σκοπούς». Συνεχίζεται εδώ και επτά χρόνια μία στάση που δεν είναι εποικοδομητική και ορθολογική, αλλά στάση ομηρίας.

Όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα εξέφρασε την πεποίθησή του ότι θα ξεπαγώσουν. Είναι κάτι που θα έπρεπε να εφαρμοστεί από την πρώτη αξιολόγηση αλλά τουλάχιστον τώρα έχουν όλα συμφωνηθεί εκτός από τη σκληρή μάχη που δίνεται ακόμη για το ύψος και τη διάρκεια των πλεονασμάτων. Θετικό είναι ότι όλοι οι δείκτες δηλώνουν ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε τη δυνατότητα βελτίωσης.

Σχολίασε τον ρόλο του ΔΝΤ με τα εξής: «Το ΔΝΤ εκπόνησε ένα πρόγραμμα που απέτυχε παταγωδώς. Εκτός και αν όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων επτά χρόνων προδίδουν και το συμφέρον της πατρίδας και τη σχέση με τους δανειστές». Είναι αξιοσημείωτο να αναρωτηθούμε γιατί δεν πέτυχε κανένα πρόγραμμα. Επιπλέον, συμπλήρωσε ότι η εικόνα που δίνεται από κάποιους ότι το ΔΝΤ είναι ξεκάθαρο και σταθερό δεν είναι η πραγματική. Δεν δείχνει να ξέρει τι θέλει. Επέμενε για απομείωση του χρέους και μετά έριξε τους τόνους. Επέμενε ότι τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα είναι εξωφρενικά και το 2014 συνομολόγησε και επέβαλε πλεόνασμα 4% έως το 2022. Τώρα ο Πολ Τόμσεν αρθρογραφεί λέγοντας ότι αυτή δεν ήταν σωστή κίνηση. Παράλληλα υπάρχει και η διάσταση με τους άλλους δανειστές και που αυτοί με τη σειρά τους πρέπει να πουν τι θέλουν. Η Κομισιόν θέλει την ευρωπαϊκή συνοχή, ο κ. Σόιμπλε θέλει μια γερμανική Ευρώπη, το ΔΝΤ θέλει να σώσει το ρόλο του στην Ευρώπη. Έναν ρόλο που δεν τον έπαιξε καλά.»

Πρέπει να δοθεί μία ανάσα στην ελληνική οικονομία, δεν πρέπει να στραγγαλίζεται συνεχώς δια της εσωτερικής υποτίμησης, συνέχισε. Πρέπει να γίνουν πολιτικοί χειρισμοί άλλου τύπου. Πουθενά στον κόσμο δεν έχουν εφαρμοστεί τρεις εργαλειοθήκες μεταρρυθμίσεων, όπως ζητείται διαρκώς από την Ελλάδα. Έχουν γίνει πολλά βήματα και είναι ιδεοληψία και στερεοτυπικός λόγος από την πλευρά της ΝΔ να ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση δεν προωθεί τις επενδύσεις.

Τέλος σχολίασε τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο των εφημερίδων. Ο ελληνικός Τύπος έχει περάσει πολλές ταλαιπωρίες με αποτέλεσμα πολλές κραταιές εφημερίδες που συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής φυσιογνωμίας της Ελλάδας να κλείσουν ή να υποστούν κλυδωνισμούς. Τώρα βλέπουμε να συμβαίνει αυτό σε άλλες δύο ιστορικές εφημερίδες όπως το Βήμα και τα Νέα.

«Είναι μία δομική κρίση που σημειώνεται σε όλον τον κόσμο, η οποία έφτασε στην Ελλάδα πολλαπλασιασμένη και από άλλα χαρακτηριστικά όπως οι εγχώριες παθογένειες, η έκρηξη των μέσων της δεκαετίας του ’90 και η οικονομική κρίση που επηρέασε μεταξύ άλλων και τον Τύπο». Ο κλάδος των δημοσιογράφων ταλαιπωρείται από ανεργία που φτάνει και το 60%, είναι ένας κλάδος που χαρακτηρίζεται από επισφάλεια.

Για την άποψη που ακούστηκε από μερίδα του τύπου και της πολιτικής σκηνής περί παρέμβασης της κυβέρνησης είπε κατηγορηματικά ότι δεν βλέπει κανένα τεκμήριο για τα λεγόμενα αυτά. Όταν μπήκε σε τροχιά παρακμής η Μεσημβρινή, ο Ελεύθερος Τύπος, όταν έκλεισε η Ελευθεροτυπία κανείς δε μίλησε για κυβερνητικές επεμβάσεις. Η εκτελεστική εξουσία δεν πρέπει να επεμβαίνει στη λειτουργία του Τύπου. Ούτε τώρα υπάρχουν κυβερνητικές ευθύνες. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να παρεμβαίνουν να ρυθμίζουν τον Τύπο, οφείλουν να σέβονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των εργαζομένων αλλά και η κάθε επιχείρηση να κοιτάει τη βιωσιμότητά της. «Ποια είναι τα τεκμήρια αυτών που λένε αυτά»;

Η διαμάχη περί Τύπου έχει ιστορία από την δεκαετία του ‘60, συμπλήρωσε. Υπάρχουν διαπλεκόμενα και άνομα συμφέροντα που πιέζουν ακόμα και εκλεγμένες κυβερνήσεις. Στο ζήτημα όμως της παρακμής μιας εφημερίδας δεν υπάρχει κανείς δημοκράτης πολίτης που να μην λυπάται, ιδιαίτερα όταν κινδυνεύει με κλείσιμο. Είναι απώλεια για τη δημοκρατία. «Οι εύκολοι συσχετισμοί και η εύκολη απόδοση ευθύνης δεν είναι του χαρακτήρα μου και της δικής μου ανάλυσης», κατέληξε.

Σχετικά Νέα