Ν. Βούτσης: Ο ελληνικός λαός μας επέλεξε να βγάλουμε τη χώρα από τις στενές μνημονιακές δεσμεύσεις

«Ο ελληνικός λαός μας επέλεξε να βγάλουμε τη χώρα από τις στενές μνημονιακές δεσμεύσεις. Αυτό το έργο ολοκληρώνεται τώρα, τον Αύγουστο», δηλώνει ο Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων και τον δημοσιογράφο Αδάμο Ζαχαριάδη.

 

Ολόκληρη η συνέντευξη:

Κύριε Πρόεδρε, ξεκινώντας από την υπόθεση της απέλασης των δύο Ρώσων διπλωματών και της απαγόρευσης εισόδου σε άλλους δύο, θα ήθελα να ρωτήσω αν η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη δίνη ενός γεωπολιτικού παιχνιδιού;

Η περιοχή μας παρουσιάζει εκ των πραγμάτων εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον, λόγω της μεγάλης και διαχρονικής αποσταθεροποίησης που υπάρχει στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, και λόγω της μεταβατικής φάσης στην οποία βρίσκεται η Τουρκία στις σχέσεις της με τη Δύση και όχι μόνο. Είναι εύλογο ότι σε αυτές τις συνθήκες υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τη χώρα μας και την πολιτική της, για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη συμφωνία Ελλάδας-πΓΔΜ, καθώς και για μια σειρά από άλλα ζητήματα που βρίσκονται σε εξέλιξη, από τα οποία δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και τον ενεργειακό κόμβο που διαμορφώνεται στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Η χώρα μας έχει σταθερές σχέσεις ανήκουσα παραδοσιακά σε ευρωπαϊκούς και νατοϊκούς θεσμούς. Παράλληλα, έχει σταθερές σχέσεις και αποτελεί γέφυρα και με τη Μέση Ανατολή και με άλλες χώρες. Παραδοσιακά ασκείται από την πλευρά της Ελλάδας μια πολυδιάστατη πολιτική. Σας αναφέρω, εν παρενθέσει, και την Κίνα, με το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον που έχει λόγω της Cosco και του Πειραιά.

Με τη Ρωσία, με την οποία έχουμε παραδοσιακή φιλία σε πάρα πολλούς τομείς, υπήρξε απ’ ό,τι φαίνεται –δεν δύναμαι εκ της θέσεως μου να γνωρίζω λεπτομέρειες– ένα συμβάν με την παρουσία διπλωματών, οι οποίοι υπερέβησαν τα εσκαμμένα.

Το συγκεκριμένο συμβάν αντιμετωπίστηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών και πιστεύω ότι το στίγμα το δίνουν και οι ανακοινώσεις που υπήρξαν από την πλευρά της κυβέρνησης. Δεν θεωρούμε ότι έχει υπάρξει κάποιου είδους αρνητική τομή στις σχέσεις μας με τη Ρωσία. Διευκρινίζοντας κάποια θέματα που σχετίζονται με τα όρια των διακρατικών και διεθνών σχέσεων, μπορούμε να προχωρήσουμε.

Σε ό,τι αφορά τη Βουλή των Ελλήνων, θέλω να σας πω ότι συνεχίζεται, και λήγει στο τέλος Ιουλίου, η έκθεση που φιλοξενούμε με θέμα τη ρωσική κοινοβουλευτική ιστορία, όπως επίσης και ότι πρόσφατα φιλοξενήσαμε τη Διορθόδοξη Κοινοβουλευτική Παγκόσμια Διάσκεψη, στην οποία έχει σημαίνοντα ρόλο και παρουσία η Ρωσία. Υπήρξε, βεβαίως, και το αφιερωματικό έτος του 2017, το οποίο ήταν πάρα πολύ σημαντικό, καθώς έγιναν ανταλλαγές σε πολιτιστικά γεγονότα και μια μεγαλύτερη σύσφιξη σχέσεων ανάμεσα στις ομάδες των βουλευτών.

Παρακολουθούμε με προσοχή τις τελευταίες εξελίξεις. Θεωρώ ότι είναι ανατάξιμες οι εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί γύρω από αυτό το θέμα και νομίζω ότι μπορούμε συντόμως να πορευθούμε, και ως Βουλή και ως χώρα, στον ίδιο καμβά των παραδοσιακών ισχυρών σχέσεων φιλίας που υπάρχουν.

Πρόσφατα έγινε αναφορά από κυβερνητικής πλευράς σε επιχειρηματικά συμφέροντα στη Θεσσαλονίκη που, κατά την ίδια, υποσκάπτουν το έργο της κυβέρνησης. Σε συνδυασμό με την αναφορά που έκανε ο Πρωθυπουργός της πΓΔΜ, σε συνέντευξή του, περί ύπαρξης Ελλήνων επιχειρηματιών οι οποίοι προσπαθούν να πυροδοτήσουν αντιδράσεις εντός Σκοπίων ενάντια στη συμφωνία, θεωρείτε ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο σχέδιο που στοχεύει στο να μην ευοδωθεί τελικά αυτή η συμφωνία;

Μπορεί να υπάρχει. Είναι σίγουρο ότι από πολλές πλευρές υπάρχει ένα ενδιαφέρον οικονομικών ή γεω-στρατηγικών συμφερόντων για να μην ευοδωθεί αυτή η συμφωνία, όπως επίσης υπήρχε και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για να διατηρείται αυτή η ακινησία επί 26 χρόνια.

Πλην όμως, αυτά ενυπάρχουν πάντοτε σε έναν οδικό χάρτη. Διότι πρόκειται για μια συμφωνία, η οποία στηρίζεται σε έναν οδικό χάρτη μέχρι την τελική κύρωσή της, που ελπίζω να γίνει από την ελληνική κυβέρνηση, με την έννοια ότι ελπίζω να περαιωθούν όλες οι προϋποθέσεις από την πλευρά της πΓΔΜ. Άρα, σε αυτό το κρίσιμο διάστημα των πέντε μηνών που έγινε όλη η δημόσια συζήτηση και η διαπραγμάτευση μέχρι τη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και στο επόμενο εξάμηνο, μέχρι τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο, είναι σίγουρο ότι διαφορετικές πολιτικές και συμφέροντα θα προσπαθήσουν, εκ των πραγμάτων, να αποκτήσουν θέσεις σε μια διαμάχη, η οποία αφορά όλη την περιοχή. Σας επαναλαμβάνω ότι αυτό το θεωρώ κάτι σύνηθες.

Δεν πιστεύω ότι η μεγάλη μάζα των ανθρώπων, Ελλήνων –Μακεδόνων και μη–  οι οποίοι είναι ευαισθητοποιημένοι γύρω από αυτό το ζήτημα και μπορεί να έχουν διαφορετική άποψη για τη συμφωνία, εμφορείται ή καθοδηγείται από ένα τέτοιο σχέδιο. Πλην όμως, νομίζω ότι θα πρέπει, με μεγάλη προσοχή και όχι με ελαφρότητα, να δούμε κινήσεις που θέλουν να ποδηγετήσουν αυτή την ευαισθησία. Ως προς αυτό, πιστεύω ότι θα πρέπει να έχουμε ανοικτές τις κεραίες μας, να είμαστε πειστικοί στον διάλογο που διεξάγεται και να προσπαθήσουμε να σμικρυνθούν οι όποιες αντιρρήσεις επί της ουσίας.

Διότι η αντίρρηση που έχει έρθει στην επιφάνεια δεν είναι αυτή την οποία θέτει προσχηματικά, ίσως, η αξιωματική αντιπολίτευση: δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο είναι εκπεφρασμένες μέσα στη συμφωνία των Πρεσπών η γλώσσα, η εθνότητα, η εθνικότητα, η υπηκοότητα, που κατά τη γνώμη μου είναι αποσαφηνισμένα θέματα. Δυστυχώς, η αντίρρηση –που φτάνει ορισμένες φορές και σε κάποιες οξυμένες συμπεριφορές– έχει να κάνει με την ουσία. Θεωρούν, δηλαδή, ορισμένες πλευρές ότι δεν πρέπει αυτή η γειτονική χώρα κατ’ ουδένα τρόπο και με οποιαδήποτε διασφάλιση να έχει σύνθετη ονομασία που να εμπεριέχει τον όρο Μακεδονία. Αντιλαμβάνεστε ότι κάτι τέτοιο σημαίνει μια δομική ακινησία, απολύτως επικίνδυνη και για τα ελληνικά συμφέροντα και για την ιστορική, ηθική και βαλκανική διάσταση του θέματος.

Άρα, εσείς θα είστε ο Πρόεδρος της Βουλής που θα επικυρώσει τη συμφωνία των Πρεσπών;

Θα είμαι υπερήφανος εάν είμαι στην έδρα, όταν έρθει προς κύρωση αυτή η συμφωνία.

Αυτό πώς θα συμβεί, δεδομένης της θέσης που εκφράζουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες;

Η εντύπωση και η εκτίμηση που έχουμε, την οποία έχουν εκφράσει επανειλημμένως και ο Υπουργός Εξωτερικών αλλά και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, είναι ότι μέσα στο διάστημα των επόμενων μηνών, όπου θα αποσαφηνιστούν όλες οι προσχηματικές ή πραγματικές ενστάσεις που υπάρχουν γύρω από το ζήτημα, θα υπάρξει ευρεία πλειοψηφία που θα ψηφίσει τη συμφωνία μέσα στην ελληνική Βουλή. Αυτή είναι η εκτίμησή μας.

Τον Αύγουστο ολοκληρώνεται το πρόγραμμα στήριξης στην Ελλάδα. Είναι ένα “success story” της ελληνικής κυβέρνησης η ολοκλήρωση του προγράμματος; Μιλάμε, δηλαδή, για μια επιτυχία της Αθήνας και πώς την αξιολογείτε εσείς; Και δεύτερον, τι θα πρέπει να αναμένουμε από εδώ και πέρα;

Αυτό το οποίο συνέβη –και είμαστε ευτυχείς για το ότι συνέβη με αυτόν τον τρόπο, εφόσον πλέον πήραμε και τον διακανονισμό του χρέους, ο οποίος θα έχει συνέπειες που θα είναι θετικές μέσα στα επόμενα χρόνια– είναι ότι ολοκληρώθηκε η υπόσχεση την οποία δώσαμε στο εκλογικό σώμα στις 20 Σεπτεμβρίου του 2015, με παρούσα όλη τη συμφωνία-σοβαρό συμβιβασμό που έγινε από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, με παρούσα δηλαδή τη συμφωνία του Ιουλίου του 2015. Και ολοκληρώνεται ακριβώς κατά τον τρόπο με τον οποίο είχε εκτεθεί προς τον ελληνικό λαό.

Δεν έχουν υπάρξει, δηλαδή, σοβαρές επιπλέον δεσμεύσεις. Και ταυτόχρονα μέσα σε αυτή την τριετία υπήρξαν και κατατέθηκαν πολιτικές επιπλέον των μνημονιακών δεσμεύσεων, οι οποίες λειτούργησαν για την κοινωνική ανακούφιση, για να σμικρυνθεί το πολύ μεγάλο ποσοστό της ανεργίας, για να έχει ο κόσμος πρόσβαση στο Σύστημα Υγείας, για να υπάρξει μια ανακούφιση και σε μεγάλο βαθμό άρση της κατάστασης φτωχοποίησης, για να μπορεί σχεδόν διπλάσιος αριθμός παιδιών να πηγαίνει σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, για να γίνουν θεσμικές μεταρρυθμιστικές τομές με σοβαρά νομοσχέδια πάνω σε ζητήματα δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Υπήρξε, δηλαδή, ένα επιπλέον έργο πέραν αυτού της σοβαρής μνημονιακής δέσμευσης-συμβιβασμού του Ιουλίου που είχε εκτεθεί ενώπιον του ελληνικού λαού. Μας επέλεξε πάλι ο ελληνικός λαός να είμαστε ο κορμός μιας κυβέρνησης που θα βγάλει τη χώρα από τις στενές μνημονιακές δεσμεύσεις και την επιτήρηση. Αυτό το έργο ολοκληρώνεται, σε μεγάλο βαθμό, τώρα τον Αύγουστο. Και μέχρι να πάμε στις εκλογές θα δοθεί η δυνατότητα για να γίνει κατανοητό, με επί της ουσίας πολιτική, το κλείσιμο αυτής της περιόδου. Για αυτόν το λόγο, αποκλείω απολύτως τις εκλογές εντός του 2018 – δεν το συζητάμε αυτό το ενδεχόμενο ούτε το συζητήσαμε ποτέ. Πλέον, με τον δημοσιονομικό χώρο που δημιουργείται –και ήδη θεωρούμε ότι θα είναι αρκετά εκατομμύρια ευρώ– θα μπορούν με αποφάσεις τους οι ελληνικές κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε αναδιανομή, σε φορολογικές ελαφρύνσεις, σε λήψη μέτρων που θα βοηθούν αφενός στην ανάταξη της ελληνικής κοινωνίας και αφετέρου στον αναπτυξιακό-παραγωγικό άξονα, όπως προβλέπει το αναλυτικό 70σέλιδο πρόγραμμα, κατατεθειμένο για πρώτη φορά από τη χώρα μας προς τους θεσμούς, τον Μάιο του 2018. Άρα, χρειαζόμαστε αυτούς τους μήνες και αποκλείω απολύτως ότι θα υπάρξει οποιοσδήποτε εκλογικός αιφνιδιασμός.

Την 1η Οκτωβρίου, αρχίζει η τελευταία Σύνοδος της Ελληνικής Βουλής, ενώ θα γίνει και Συνταγματική Αναθεώρηση, δηλαδή το πρώτο στάδιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, η οποία θα ολοκληρωθεί στην επόμενη Βουλή. Πιστεύω ότι το προσεχές διάστημα θα καταστεί δυνατόν μέτρα και δεσμεύσεις, ορισμένα εκ των οποίων ήταν εκτός του προγράμματος και τα οποία έχουν αναληφθεί, να εξισορροπηθούν ή και να μην εφαρμοστούν, με την έννοια της αναδιανομής στον δημοσιονομικό χώρο που θα δημιουργηθεί. Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν κάνω καμία διακήρυξη γύρω από αυτά τα ζητήματα. Σας προλειαίνω το έδαφος για το τι θα καταστεί δυνατόν να περιλαμβάνεται στη ΔΕΘ, στις 8-9 Σεπτεμβρίου, ή και στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, το οποίο διαμορφώνεται από το Υπουργείο Οικονομικών ήδη από τον Αύγουστο, θα έρθει στην Ελληνική Βουλή την 1η Οκτωβρίου και στις 15 Οκτωβρίου θα κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αναφέρεστε στις μειώσεις σε συντάξεις και αφορολόγητο από το 2019;

Δεν μπορώ να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά αντιλαμβάνεστε ότι αναφέρθηκα σε όλα τα ζητήματα τα οποία έχουν μπει στη δημόσια συζήτηση γύρω από το θέμα των ελαφρύνσεων. Άρα, δεν υπάρχει τέταρτο μνημόνιο. Υπήρξε όλη αυτή η φιλολογία των τελευταίων δύο ετών ότι θα μπει κόφτης στον προϋπολογισμό του 2017 και του 2018, ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν θα περάσουν τα stress-tests, ότι θα υπάρξει πιστοληπτική γραμμή στήριξης, ότι το χρέος δεν θα διακανονιστεί, έστω με τον τρόπο και στα όρια που διακανονίστηκε, ότι το ΔΝΤ θα συνεχίσει να βάζει τη σφραγίδα του στο πρόγραμμα, ότι έχουν αναληφθεί δεσμεύσεις που δεν μπορούν κατ’ ουδένα τρόπο να εξισορροπηθούν.

Όλη αυτή η φιλολογία, που δημιούργησε το αντιπολιτευτικό αφήγημα του «τετάρτου μνημονίου», στο οποίο έχουν προσχωρήσει δυστυχώς και κάποιες δυνάμεις της Αριστεράς, είναι έωλη. Και στο προσεχές διάστημα, ο ελληνικός λαός θα αντιληφθεί ότι οι δεσμεύσεις που υπήρξαν ήταν συγκεκριμένες, κάποιες εξ αυτών είχαν και αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις, όμως πλέον υπάρχουν θετικοί ρυθμοί για την ανάπτυξη, τις εξαγωγές και τον τουρισμό, μείωση της ανεργίας, θετική εικόνα για το ισοζύγιο και για τις αγορές. Αυτή τη στιγμή η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου είναι στο 3,8%.

Πιστεύουμε ότι στο προσεχές διάστημα θα υπάρξει και νέα προσφυγή στις αγορές, διότι περί αυτού πρόκειται: όταν λέμε ότι στις 21 Αύγουστου κλείνει το πρόγραμμα, θεωρούμε ότι από εκεί και πέρα, η χώρα μπορεί να βγει στις αγορές, ανεξάρτητα από το «μαξιλάρι» (buffer), το οποίο για τέσσερα χρόνια θα αρκούσε και να μη βγαίναμε καθόλου στις αγορές.

Η γραμμή του οικονομικού επιτελείου ορθώς είναι να δοκιμαστούμε τώρα και στις αγορές και να μπορούμε να έχουμε τον δανεισμό της χώρας με ακόμα χαμηλότερα επιτόκια. Όλα αυτά καταρρίπτουν απολύτως και επί της ουσίας –όχι με μια ρητορική “success story”– την αντιπολιτευτική άποψη περί τετάρτου μνημονίου. Βγαίνουμε καθαρά.

Παρατήρησα ότι είπατε ότι οι εκλογές δεν θα γίνουν εντός του 2018, αλλά δεν μιλήσατε για ολοκλήρωση της τετραετίας.

Έχουμε πει ότι θα ολοκληρωθεί η τετραετία, αυτό είναι σαφές. Από εκεί και πέρα, θα υπάρξουν ενδιάμεσα και άλλες εκλογές, αφού σύμφωνα με τον «Κλεισθένη», στις 22 Μαΐου, θα γίνουν εκλογές με τουλάχιστον τρεις κάλπες. Άρα μιλάμε για ένα καθαρό προεκλογικό διάστημα τουλάχιστον δέκα μηνών. Οι βουλευτικές εκλογές προφανώς μπορούν να πάνε ή τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο. Δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για εκλογές εντός του 2018 ή για το πρώτο διάστημα του 2019.

Όσο βρισκόμαστε σε αυτήν την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, βλέπουμε να εντείνεται η πόλωση και μια «σκανδαλολογία» τόσο από την πλευρά της αντιπολίτευσης, όσο και από την πλευρά της κυβέρνησης. Δεν θεωρείτε ότι πρόκειται για μια αντιφατική εικόνα, με δεδομένο ότι βρίσκονται μπροστά διαδικασίες που απαιτούν συναινέσεις, όπως το Μακεδονικό και η Συνταγματική Αναθεώρηση;

Υπάρχει πρόβλημα, το οποίο αφορά το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμα ωριμάσει στο δικαστικό επίπεδο οι μεγάλες υποθέσεις διαπλοκής, αδιαφάνειας και ενδεχόμενης εμπλοκής του πολιτικού συστήματος με τα σκάνδαλα που έφεραν σε μεγάλο βαθμό τη χώρα στη χρεοκοπία: μιλάμε για το φάρμακο, τα δάνεια και τα θαλασσοδάνεια, τις λίστες και άλλες μεγάλες υποθέσεις που αναδείχθηκαν αυτή την τελευταία τριετία.

Όλες αυτές οι υποθέσεις συζητήθηκαν στην Ελληνική Βουλή και οι φάκελοι έχουν πλέον διαβιβαστεί στη Δικαιοσύνη, όπως και η δίκη της Χρυσής Αυγής, που είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα. Αυτές είναι οι μεγάλες υποθέσεις για τις οποίες ο κόσμος περιμένει να υπάρξει κάθαρση. Άρα, το άλλο ζήτημα το οποίο θέσατε είναι παρεμπίπτον και σχετίζεται με μια συνειδητή προσπάθεια ορισμένων μεγάλων οικονομικών συμφερόντων –την οποία δυστυχώς ενστερνίζεται ως ένα βαθμό και μέρος της αντιπολίτευσης– να δημιουργείται η αίσθηση ότι «είμαστε όλοι ίδιοι».

Ανοίγοντας κατά καιρούς θέματα που οδηγούν σε «πόλεμο λάσπης» ή σε αντιδικίες για μικρότερα ζητήματα, γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να δημιουργηθεί αυτή η εντύπωση, τη στιγμή που θέματα, τα οποία φέρουν κραυγαλέα το ενδεχόμενο σοβαρών ευθυνών με δικαστική διάσταση, μένουν στο απυρόβλητο. Γίνεται μια μάχη, την οποία βλέπουμε να εξελίσσεται και στο επίπεδο συγκροτημάτων Τύπου που σε μεγάλο βαθμό έχουν ενστερνιστεί τις θέσεις συγκεκριμένων συμφερόντων που βρίσκονται στο «μάτι του κυκλώνα».

Συνεχίζεται η κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών από την Τουρκία, τους οποίους μάλιστα εσείς είχατε επισκεφτεί από τις πρώτες ημέρες της σύλληψής τους. Με δεδομένο ότι μετά το αποτέλεσμα των τουρκικών εκλογών και τη νίκη Ερντογάν η Τουρκία βρίσκεται σε μια νέα φάση, τι θα πρέπει να περιμένουμε αναφορικά με την εξέλιξη της υπόθεσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, αλλά και ευρύτερα με τη στάση της Τουρκίας στα πεδία ενδιαφέροντος της Ελλάδας;

Πιστεύω ότι η πολιτική ηγεσία της γείτονος χώρας αναζητά ευρύτερο ρόλο στην περιοχή. Επίσης, συμπεριφέρεται με έναν προφανή αυταρχικό τρόπο στο εσωτερικό της. Την ενδεχόμενη επικινδυνότητα που αισθάνεται από εξελίξεις στα νοτιοανατολικά σύνορά της, σε σχέση με τη Συρία και όχι μόνο, προσπαθεί να τη διαχειριστεί με ελάχιστη υπευθυνότητα, αφήνοντας ανοικτά ή δημιουργώντας καινούργια ζητήματα που αφορούν και τη χώρα μας.

Η Τουρκία κρατά αυτή τη στάση τόσο σε σχέση με το Κυπριακό, με θέσεις που οδηγούν πάλι σε παράταση μιας ακινησίας, μιας εκκρεμότητας και ενδεχομένως μιας άκρως επικίνδυνης διχοτομικής αντίληψης, όσο και σε σχέση με τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς που αναιτίως κρατούνται επί 140 μέρες, για τους οποίους επιχειρεί να δημιουργήσει μια αίσθηση συμψηφισμού με εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Την ίδια στάση τηρεί και επαναφέροντας ζητήματα περί αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης.

Σωστά ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει πει επανειλημμένα ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένα ζήτημα εκσυγχρονισμού της Συνθήκης της Λωζάνης –ή επαναδιατύπωσης, σύμφωνα με μια άλλη ορολογία– και ότι αυτή είναι μια άκρως επικίνδυνη ρητορική.

Κρατάμε την αισιοδοξία μας, καθώς οι δίαυλοι είναι ανοικτοί ώστε να μην υπάρξει κλιμάκωση ή συνθήκες όξυνσης. Θέλω, όμως, να πω ότι η παράταση της αναίτιας φυλάκισης των δύο νεαρών Ελλήνων στρατιωτικών οδηγεί σε σκέψεις, οι οποίες δεν είναι θετικές για τη στρατηγική της γείτονος στην περιοχή.

Πόσο μάλλον, όταν αυτή η στάση κινδυνεύει να μας βάλει και σε ένα κυνήγι εξοπλισμών από το οποίο οι δύο χώρες είχαν προσπαθήσει να αποστασιοποιηθούν οριακά, κατά τα προηγούμενα χρόνια, για την ωφέλεια των κοινωνιών και των λαών τους. Όλη αυτή η καθημερινή δημόσια διαπραγμάτευση για υπαρκτά και ανύπαρκτα οπλικά συστήματα, που γίνεται ηθελημένα από πλευράς της τουρκικής ηγεσίας, δεν μπορεί παρά να μας βάζει και εμάς σε μια επιφυλακή αυτού του τύπου, που μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία και την κοινωνία.

Άρα, υπάρχει μια ισχυρή επικινδυνότητα, όχι για ανάφλεξη ή για επεισόδιο, αλλά για διατάραξη των σχέσεων και αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Γνωρίζετε και στην Κύπρο τις προσπάθειες που γίνονται για να αμφισβητηθούν τεχνικές ενέργειες που γίνονται με πλήρη δικαιοδοσία ενός κράτους-μέλους της ΕΕ, της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς όφελος του κυπριακού λαού σήμερα, και με τη λύση του Κυπριακού στο μέλλον, προς όφελος όλων των πολιτών της Κύπρου. Στην Κύπρο, είσαστε αψευδείς μάρτυρες μιας πολιτικής έντασης, η οποία ακολουθείται. Ελπίζω συντόμως η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας, η οποία είναι αναβαπτισμένη, να βρει τον ρόλο της, επωφελεία της ειρήνης, της καλής γειτονίας και της επίλυσης των διαχρονικών προβλημάτων, τα οποία μέσω της ακινησίας οδηγούνται σε άκρως αρνητικές ενδεχόμενες λύσεις.

Σχετικά με τη δημοσιοποίηση του «Φακέλου της Κύπρου», θα ήθελα να σας ρωτήσω σε ποιο σημείο βρίσκεται η διαδικασία;

Βρισκόμαστε σε πλήρη και από κοινού συνέργεια και των δύο Προέδρων, της Βουλής των Ελλήνων και της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και των αντίστοιχων επιτροπών επιστημόνων και εμπειρογνωμόνων, που προχώρησαν ένα έργο τιτάνιας προσπάθειας.

Πιστεύω ότι, όταν έρθει στη δημοσιότητα αυτό το έργο, θα αποτιμηθεί ως τέτοιο και από τις δύο κοινωνίες μας και από τους δύο λαούς. Η συγκεκριμένη δημοσιοποίηση ελπίζουμε ότι θα ξεκινήσει το φθινόπωρο, καθώς έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα και είμαστε στην τελική φάση για να γίνονται δημοσιεύσεις ανά 2 ή 4 τόμους. Το υλικό που θα δημοσιευθεί θα είναι συνολικά 32 τόμοι των 500 ή 600 σελίδων ο καθένας.

Θέλω να υπογραμμίσω ότι είναι σημαντικό αυτή η δημοσιοποίηση –που δεν είναι θέσφατο, γιατί μιλάμε για μαρτυρίες πολλές εκ των οποίων δόθηκαν δέκα χρόνια μετά και άρα εμπεριέχουν το σαφές ενδεχόμενο ή την επικινδυνότητα επικαλύψεων, αποσιωπήσεων και υποκειμενισμών, όπως επισημαίνουμε και στον πρόλογο της έκδοσης οι δύο Πρόεδροι– να δώσει το έναυσμα για μια ειλικρινή, από όλες τις πλευρές, προσπάθεια να μαζευτεί όλο το υλικό είτε από ιδιωτικά είτε από συλλογικά αρχεία, ιδιαίτερα στην Κύπρο που υπήρξε ο χώρος της τραγωδίας. Με αυτόν τον τρόπο, θα δοθεί η ευχέρεια τα επόμενα χρόνια να υπάρξει μια πραγματική, ουσιαστική και ιστορική αποτύπωση, που θα περιλαμβάνει και την ηθικο-πολιτική διάσταση που είναι τόσο αναγκαία μετά από τόσες δεκαετίες, ως τιμή για τον κόσμο που χάθηκε και για την τραγωδία που έζησαν τότε και μετέπειτα οι Κύπριοι.

Επιπλέον, γίνεται και μια αποτίμηση των τεράστιων ευθυνών των στρατιωτικών πραξικοπηματικών καταστάσεων, που οδηγούν σχεδόν νομοτελειακά σε τραγωδίες, και των αντιλήψεων που τότε είτε προώθησαν ενεργητικά, είτε ανέχθηκαν, είτε συνεργάστηκαν, είτε χρησιμοποίησαν τη χούντα στην Ελλάδα και πραξικοπηματίες στην Κύπρο.

Σχετικά Νέα