Η Bundesbank κατέγραψε τα χαμηλότερα κέρδη από το 2004

H γερμανική κεντρική τράπεζα κατέγραψε πέρυσι τα μικρότερα κέρδη εδώ και πάνω από μία δεκαετία, λόγω των αυξημένων προβλέψεων που σχημάτισε για πιθανές ζημιές από τα ομόλογα που αγοράζει στο πλαίσιο του προγράμματος νομισματικής στήριξης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Η μείωση των κερδών μεταφράζεται σε μικρότερη συνεισφορά της Μπούντεσμπανκ στον γερμανικό προϋπολογισμό και, σε συνδυασμό με την απειλή ζημιών στο μέλλον, είναι πιθανόν να ενισχύσει την ήδη οξεία γερμανική κριτική στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ.

«Είναι δικαιολογημένη η ερώτηση… του πότε μπορούμε να σηκώσουμε το πόδι μας από το πετάλι της νομισματικής πολιτικής. Ιδιαίτερα, καθώς η εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική εφαρμόζεται κυρίως μέσω των μεγάλης κλίμακας αγορών κρατικών ομολόγων, τις οποίες, όπως γνωρίζετε, έχω επικρίνει πολύ», δήλωσε ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ Γενς Βάιντμαν, κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσής της.

Η γερμανική κεντρική τράπεζα κατέγραψε καθαρά κέρδη 399 εκατ. ευρώ, που είναι τα χαμηλότερα από το 2004 και πολύ κάτω από τα 3,2 δισ. ευρώ του 2015. Η μεγάλη πτώση οφείλεται στις υψηλότερες προβλέψεις για τα ομόλογα που αγοράσθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος αγορών τίτλων της ΕΚΤ – στο οποίο περιλαμβάνονται από τον Ιούνιο και εταιρικά ομόλογα – και τα φθηνά δάνεια που έχουν δοθεί σε τράπεζες.

«Οι αγορές μακροπρόθεσμων χρεογράφων (σε πολύ χαμηλά επιτόκια) για σκοπούς της νομισματικής πολιτικής και τα νέα μακροπρόθεσμα δάνεια (4ετούς διάρκειας με αρνητικό επιτόκιο) έχουν προκαλέσει … διόγκωση του κινδύνου επιτοκίων», αναφέρεται στην έκθεση της Μπούντεσμπανκ. Αυτό οδήγησε την κεντρική τράπεζα να αυξήσει τις προβλέψεις της στα 21,9 δισ. ευρώ από 19,6 δισ. ευρώ το 2015.

Έως τώρα, πάντως, η Μπούντεσμπανκ έχει κέρδη από το χαρτοφυλάκιο των ομολόγων της. Κατά μία ειρωνεία, αυτό οφείλεται κυρίως στα ομόλογα χωρών με προβλήματα, όπως της Ελλάδας, τα οποία αγοράσθηκαν κατά την περίοδο 2010-2012 με πολύ υψηλές αποδόσεις και ενάντια στη γνώμη του ίδιου του εκπροσώπου της Γερμανίας στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.

Σχετικά Νέα