Δημοσιεύθηκε στις: Κυ, Ιούν 26th, 2016

X. Μαντάς: «Χρέος της Αριστεράς να εξασφαλίσει ότι η ψήφος των πολιτών θα έχει την ίδια βαρύτητα»

mantas1_9Ο νέος εκλογικός νόμος θα πρέπει να εξασφαλίζει την ελεύθερη και ανόθευτη βούληση και έκφραση του λαού, αναφέρει σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Μαντάς. «Αυτό», όπως αναφέρει ο ίδιος, «το εξασφαλίζει οπωσδήποτε η απλή αναλογική χωρίς να υπάρχει μπόνους», και υπογραμμίζει ότι είναι χρέος της Αριστεράς να εξασφαλίσει ότι η ψήφος του καθενός και της καθεμιάς που είναι πολίτες αυτής της χώρας θα έχει την ίδια βαρύτητα.

 Τη συνέντευξη πήρε η Κατερίνα Βλαχοδήμου

Ερωτηθείς για τη λογική που θα πρέπει να διατρέχει την κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών, ο κ. Μαντάς αναφέρει ότι το μέγεθος της περιφέρειας πρέπει να είναι τέτοιο που θα δίνει τη δυνατότητα στους υποψήφιους βουλευτές να μπορούν, όχι μόνο μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των πανελλαδικής εμβέλειας καναλιών, αλλά με τη ζωντανή επαφή, να επικοινωνούν με τους πολίτες.

Αναφερόμενος στη συνταγματική αναθεώρηση, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει ότι μετά από την αποτυχημένη προσπάθεια, για αναθεώρηση του συντάγματος, που τελείωσε το 2008, και αφού έχει περάσει πενταετία, υπάρχει προφανώς η δυνατότητα, αλλά και ο κατάλληλος χώρος και ο κατάλληλος χρόνος για να συζητηθούν οι βαθιές θεσμικές αλλαγές που χρειάζονται.

Για το ενδεχόμενο απευθείας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, εκφράζει την άποψη ότι κάτι τέτοιο θα μεταβάλει το κέντρο βάρους του πολιτικού συστήματος. Δηλώνει, ωστόσο, ότι για το θέμα αυτό θα ακουστούν οι απόψεις, και οι αποφάσεις θα ληφθούν συλλογικά στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ερωτηθείς για τις διαπραγματεύσεις του φθινοπώρου και τα εργασιακά δικαιώματα, ο κ. Μαντάς υπογραμμίζει ότι η μάχη θα είναι πάρα πολύ δύσκολη και σκληρή, σημειώνει όμως ότι υπάρχει ένα καλό κλίμα σε σχέση με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την απόκρουση ακραίων απόψεων για το ζήτημα των ομαδικών απολύσεων.

Ακολουθεί η συνέντευξη του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ

         ΕΡ: Η κυβέρνηση διαμορφώνει την πρότασή της για την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Προσωπικά εσείς είστε υπέρ της απλής αναλογικής ή θεωρείτε ότι πρέπει να υπάρχει και ένα μπόνους στο πρώτο κόμμα ή συνασπισμούς κομμάτων;

ΑΠ: Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε ένα επίπεδο δημόσιου διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων. Νομίζω ότι όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ είναι στην κατεύθυνση ενός συστήματος απλής αναλογικής. Βεβαίως υπάρχουν και έχουν διατυπωθεί δημόσιες διαφοροποιήσεις σχετικά με το αν θα υπάρχει μπόνους ή όχι, ή ακόμη και με το κατώφλι το όριο του 3%, αν θα είναι 3% ή αν θα είναι λιγότερο κλπ. Η γνώμη μου είναι ότι όλα σήμερα συνηγορούν στο να πάμε οπωσδήποτε σε ένα αναλογικότερο σύστημα. Είναι μια θεσμική αλλαγή που την οφείλουμε και στη δημοκρατία και στον ελληνικό λαό και στην Αριστερά. Και δεν μπορεί κανένας, νομίζω, και καμιά δύναμη, καμιά πολιτική δύναμη να μην πάρει σαφή στάση σε αυτή την πρωτοβουλία. Πιστεύω ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε και την ελεύθερη έκφραση του κόσμου και την ανόθευτη έκφρασή του και ταυτόχρονα μια δυνατότητα για κυβερνήσεις που να είναι σταθερές και με προοπτική. Και πιστεύω ότι αυτό το εξασφαλίζει οπωσδήποτε η απλή αναλογική χωρίς να υπάρχει μπόνους. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να υπάρχει ένα όριο κοντά στο 3%.

         ΕΡ: Αν ωστόσο δεν υπάρξει το μπόνους, με βάση τις τάσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στο εκλογικό σώμα πώς θα διασφαλιστεί η κυβερνησιμότητα, οι σταθερές κυβερνήσεις στις οποίες αναφερθήκατε;

ΑΠ: Νομίζω ότι πρέπει να μπούμε σε μια νέα εποχή, άλλωστε αυτό είναι ένα χρέος και μια προεκλογική υπόσχεση της Αριστεράς σε όλα τα επίπεδα, και προφανώς και στο επίπεδο των θεσμών και στο επίπεδο του να εξασφαλίζουμε η ψήφος του καθενός και της καθεμιάς που είναι πολίτες αυτής της χώρας να έχει την ίδια βαρύτητα. Συνεπώς, είναι ένα θέμα αρχής και προοπτικής -θα έλεγα- να πάμε σε αυτή την κατεύθυνση. Και προοπτικής κυρίως με την έννοια ότι οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν και αναγκαίες προγραμματικές συγκλίσεις. Έχουμε λοιπόν ευθύνη, καθώς έχουμε φύγει από την εποχή των αυτοδυναμιών, και νομίζω ότι αυτό είναι οριστικό, και όλες οι πολιτικές δυνάμεις, και ιδιαίτερα οι δυνάμεις της Αριστεράς, που θέλουμε να αλλάξουμε πράγματα, να μην πετάμε την μπάλα στην εξέδρα, αλλά επί των συγκεκριμένων θεμάτων που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα βγαίνοντας από την εποχή των μνημονίων να αποτυπώσουμε τις προγραμματικές μας συγκλίσεις και να συσπειρώσουμε το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου στην κατεύθυνση βαθιών δημοκρατικών και ριζοσπαστικών αλλαγών.

         ΕΡ: Ποια λογική θα πρέπει να πρυτανεύσει στο σπάσιμο των περιφερειών; Έχουμε την εικόνα ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει στο σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών, ποια λογική θα πρέπει να διατρέχει αυτό το εγχείρημα;

ΑΠ: Νομίζω ότι η λογική είναι αυτή που κάθε άνθρωπος καταλαβαίνει: να δίνει το μέγεθος της περιφέρειας τη δυνατότητα στους υποψήφιους βουλευτές να μπορούν όχι μόνο μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των πανελλαδικής εμβέλειας καναλιών, αλλά με τη ζωντανή επαφή, να μπορούν να επικοινωνούν με τον κόσμο στους χώρους εργασίας, στη γειτονιά, στην καθημερινότητα, και να μπορεί ο καθένας και η καθεμιά να κρίνει τον υποψήφιο ή την υποψήφια με βάση και την πορεία του και τη στάση του και τη σταθερότητά του/της σε αρχές και στάσεις ζωής, γενικότερα. Αυτό προφανώς δεν μπορεί να γίνει σε υπερμεγέθεις περιφέρειες τύπου Β’ Αθήνας, πρέπει να γίνει σε μια πιο μικρή κλίμακα. Έχουμε τέτοιες εμπειρίες, και νομίζω μπορούμε να συμπέσουμε από πολλές πλευρές και από πολλά πολιτικά κόμματα στο ποιο είναι το μέγεθος αυτής της περιφέρειας και ανάλογα θα προχωρήσουμε.

         ΕΡ: Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει ότι ξεκινάει και τον διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο οποίος αναμένεται να διαρκέσει καθ’ όλη τη διάρκεια και του 2017. Συμφωνείτε ότι πρέπει να ξεκινήσει τώρα η συζήτηση αυτή;

ΑΠ: Μετά από την αποτυχημένη προσπάθεια, για αναθεώρηση του Συντάγματος, που νομίζω ότι τελείωσε το 2008, και αφού έχει περάσει πενταετία, νομίζω ότι υπάρχει προφανώς η δυνατότητα, αλλά και ο κατάλληλος χώρος και ο κατάλληλος χρόνος για να συζητήσουμε βαθιές θεσμικές αλλαγές που χρειάζονται. Υπάρχουν κάποιες στις οποίες τουλάχιστον διακηρυκτικά συμφωνούνε όλοι, όπως για παράδειγμα η κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Υπάρχουν άλλα στα οποία νομίζω ότι μπορούν να υπάρχουν ευρύτερες συγκλίσεις, όπως τα θέματα των θητειών, για παράδειγμα, στους βουλευτές, ή και σε άλλα θεσμικά όργανα. Είναι και άλλα για τα οποία υπάρχουν διαμετρικά αντίθετες θέσεις, όπως για παράδειγμα στο θέμα των δημόσιων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή από την αντίθετη πλευρά στα ιδιωτικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ή ακόμη και στα μη κερδοσκοπικά. Υπάρχουν δηλαδή ζητήματα που υπάρχουν συγκλίσεις, υπάρχουν ζητήματα που υπάρχουν αποκλίσεις, υπάρχουν ζητήματα στα οποία μπορούν να εξασφαλιστούν συναινέσεις, οι οποίες δεν αφορούν τη σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία- και αναφέρομαι στα ζητήματα των σχέσεων με την Εκκλησία που είναι γνωστό ότι υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις ανάμεσα σε εμάς και στους ΑΝΕΛ, αλλά κοινές προσεγγίσεις με άλλες πλευρές του πολιτικού φάσματος.

Νομίζω ότι μπορεί και με τη συμμετοχή ευρύτερα του κόσμου να γίνει μια σοβαρή συζήτηση και να προχωρήσουμε σε ένα σύγχρονο Σύνταγμα που να λύνει προβλήματα θεσμικής οπισθοδρόμησης και να ανοίγει τον δρόμο για μια πιο σαφή και παραγωγική, δημιουργική λαϊκή συμμετοχή, και μέσα από τη δυνατότητα -αν θέλετε- των με λαϊκή πρωτοβουλία δημοψηφισμάτων για μεγάλα ζητήματα.

         ΕΡ: Στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης του Συντάγματος, ποια κατά τη γνώμη σας θα πρέπει να είναι η πρόταση της κυβέρνησης για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας;

ΑΠ: Προσωπικά είμαι μακριά από τη σκέψη για απευθείας εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με την έννοια ότι αυτό μεταβάλλει το κέντρο βάρους του πολιτικού συστήματος- κάτι το οποίο δεν νομίζω ότι βοηθάει ούτε στην παρούσα πολιτική συγκυρία ούτε σε μια προοπτική την ανανέωση τον εκσυγχρονισμό και τις ριζοσπαστικές τομές που θέλουμε να κάνουμε. Είναι όμως ένα ανοικτό ζήτημα, προφανώς θα υπάρξουν και θα ακουστούν απόψεις, και θα αποφασίσουμε συλλογικά για το τι θα πράξουμε.

         ΕΡ: Δεν προλάβαμε να πούμε δόξα το Θεό για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης και την εκταμίευση της δόσης και από παντού έχουμε δυσοίωνα μηνύματα για τη δεύτερη αξιολόγηση που ακολουθεί το φθινόπωρο, με κυρίαρχο το ζήτημα των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις. Στην επίσκεψή του ο πρόεδρος της Κομισιόν στην Αθήνα έδειξε να στηρίζει έμμεσα την κυβέρνηση σε αυτά που διεκδικεί για τις εργασιακές σχέσεις και για την επιστροφή των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να αμυνθούμε απέναντι σε αυτά τα αιτήματα μέρους των εταίρων από το φθινόπωρο;

ΑΠ: Πρώτα απ’ όλα νομίζω ότι πρέπει να θυμηθούμε, το τι λεγόταν πριν κλείσει η αξιολόγηση και το τι επένδυση είχε κάνει ιδιαίτερα η αξιωματική αντιπολίτευση στο να αποτύχει η προσπάθεια της κυβέρνησης, ωθώντας δυνάμεις μέσα στη Νέα Δημοκρατία και τον νέο αρχηγό της ΝΔ, τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να ζητήσει πρόωρες εκλογές και να έχει παγιδευτεί στην ουσία σε ένα κύκλο προσπαθειών για να κλείσει, όπως στο μυαλό ορισμένων υπάρχει, ντε και καλά και με κάθε τρόπο η «αριστερή παρένθεση». Το δεύτερο πράγμα που πρέπει να θυμηθούμε είναι ότι ξαφνικά εμφανίζονται στο προσκήνιο διάφορες απόψεις, για παράδειγμα για τα πρωτογενή πλεονάσματα, που κάνουν όλο τον κόσμο να απορεί απέναντι σε αυτή την -θα έλεγα εξεσημασμένη- υποκρισία από την πλευρά των δυνάμεων που κυβέρνησαν 40 χρόνια αυτόν τον τόπο και οι οποίοι ήταν έτοιμοι να υπογράψουν συμφωνία με 4,5% πρωτογενή πλεονάσματα, και μας επικρίνανε για τη συμφωνία που υπογράψαμε και κερδίσαμε στην ουσία 20 δισ. από την μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων με τη συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού. Συνεπώς για να απαντήσω στο ερώτημά σας… Ήθελα απλώς να θυμίσω αυτές τις δυο πλευρές, διότι ξαφνικά επίσης παρατηρώ στον Τύπο και από διάφορα μέσα που δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με τους εργατικούς αγώνες ούτε με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων για πολλά χρόνια τώρα, να εμφανίζονται να είναι οι γνήσιοι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των εργαζομένων και αυτοί οι οποίοι επικρίνουν την κακή κυβέρνηση που θέλει να οδηγήσει στον εργασιακό μεσαίωνα. Ενώ είναι γνωστό, απολύτως γνωστό ότι οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν και στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σε άλλα κόμματα και βεβαίως και στα συστημικά μέσα ενημέρωσης τρίβουν τα χέρια τους μπροστά στην προοπτική να υπάρξει πράγματι ένας εργασιακός μεσαίωνας και στη χώρα μας.

Η μάχη θα είναι σκληρή και πάρα πολύ δύσκολη. Η θέση της κυβέρνησης είναι σαφέστατη. Δεν συμμερίζομαι τις πληροφορίες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας ότι στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων όπου συζητιούνται τα πράγματα, είναι όλα αρνητικά. Μπορώ μάλιστα να πω ότι υπάρχει ένα καλό κλίμα σε σχέση με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και σε σχέση με την απόκρουση ακραίων απόψεων για το θέμα των ομαδικών απολύσεων. Συνεπώς, μέσα στους δεδομένους συσχετισμούς που υπάρχουν πρέπει η κάθε πολιτική δύναμη και οι εργαζόμενοι και ο λαός μας να τοποθετηθούν με καθαρό τρόπο και να υπερασπιστούμε όλοι μαζί μια εργασιακή συνθήκη που δεν θα είναι σε καμία περίπτωση αποσάρθρωση και διάλυση των εργασιακών σχέσεων. Θα είναι, αντίθετα, σε μια κατεύθυνση επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και υπεράσπισης των συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

         ΕΡ: Αναφερθήκατε στα σενάρια της αριστερής παρένθεσης. Πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν δηλώσει ότι η αριστερή παρένθεση θα διαρκέσει οκτώ χρόνια- αφήνουν να εννοηθεί ότι δεν ανησυχούν για την υπεροχή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Συμμερίζεστε αυτή την αισιοδοξία;

ΑΠ: Για να είναι κανείς αισιόδοξος νομίζω ότι πρέπει να εργάζεται καθημερινά με βάση τα προβλήματα, που σίγουρα υπάρχουν, και στα κοινωνικά στρώματα που εμείς θέλουμε να εκπροσωπήσουμε -γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πήραμε υπό το βάρος αυτής της επώδυνης συμφωνίας και μέτρα τα οποία σε καμία άλλη συνθήκη δεν θα κατευθυνόμασταν προς τα εκεί, μέτρα που θίγουν κομμάτια κοινωνικών στρωμάτων που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε. Συνεπώς είμαι τόσο αισιόδοξος όσο χρειάζεται και όσο προκύπτει από την προσπάθειά μας και τη συνεχή καθημερινή δουλειά να βγούμε από τα μνημόνια και την επιτροπεία, να μπορέσουμε να αναπτύξουμε πολλές πλευρές της πολιτικής μας που δεν μπορέσαμε αυτό το χρονικό διάστημα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Και ναι, είμαι αισιόδοξος γιατί και στο επίπεδο της Ευρώπης, παρά την επάνοδο του νεοναζισμού και του εθνικισμού, υπάρχουν ελπίδες, όπως η ελπίδα που νομίζω ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα, και στην Ισπανία να έχουμε μια κυβέρνηση με αριστερό προσανατολισμό. Και είμαι ακόμη αισιόδοξος όσο οι κοινωνικές δυνάμεις που μας έχουν στηρίξει καταλαβαίνουν και πολύ περισσότερο συμμετέχουν, παίρνουνε στους ώμους τους την προσπάθεια για μια πραγματική ανασυγκρότηση του τόπου μας, με όρους δίκαιης ανάπτυξης και με όρους συλλογικής υπεράσπισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

         ΕΡ: Ωστόσο, το πρόβλημα υπάρχει, δηλαδή ως αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι πρόβλημα εσόδων και όχι δαπανών. Δεν έχουμε θεαματικές αποδόσεις στην πάταξη της φοροδιαφυγής, αποτελέσμα ήταν να αναγκαστεί η κυβέρνηση να επιβάλλει φόρους και κάποια μέτρα στο ασφαλιστικό. Έχει υποστεί φθορά η κυβέρνηση; Σε ποιο βαθμό; Σας απασχολεί καθόλου η εικόνα που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις;

ΑΠ: Υπάρχει πράγματι φθορά, διότι αυτόν τον αγωνιώδη και έντιμο αγώνα που δίνουμε και δυσκολευόμαστε μέσα από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας και της επιτροπείας το κάθε τι να το επικοινωνήσουμε στον πολύ κόσμο, αλλά και γιατί έχουμε αναγκαστεί πράγματι να πάρουμε -και το είπα και πριν- μέτρα που είναι σκληρά και για κοινωνικά κομμάτια που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε, πιο αδύναμες τάξεις, τα μεσαία στρώματα. Και πράγματι δεν υπάρχει θεαματική πρόοδος στο θέμα της φοροδιαφυγής, υπάρχει όμως συστηματική πρόοδος, θα έλεγα, και όποιος μελετήσει με προσπάθεια εμβάθυνσης το τι έχουμε κάνει, με όλες αυτές τις δυσκολίες, και την περασμένη χρονιά το 2015 και το πρώτο εξάμηνο του 2016, με βάση τα στοιχεία που έχουν δοθεί, νομίζω θα δει την πολύ μεγάλη προσπάθεια που γίνεται σε ένα πεδίο όπου γνωρίζετε και εσείς ότι είναι αποψιλωμένες, οι υπηρεσίες και της φορολογικής διοίκησης και συνολικά και υπηρεσίες του Δημοσίου. Επίσης, θα ήθελα να σημειώσω ότι για πρώτη φορά βλέπουμε κινήσεις από την πλευρά της Δικαιοσύνης και των οικονομικών εισαγγελέων, που νομίζω ότι ειδικά προς το τέλος του χρόνου θα προκύψουν και θεαματικά αποτελέσματα, ή και κινήσεις ακόμα από τη γενική γραμματέα Εσόδων, σαν αυτή που ζήτησε να δοθούν στοιχεία για όσους είναι μεγαλοφειλέτες, έχουν ληξιπρόθεσμα δηλαδή πάνω από 150.000 στο Δημόσιο. Αυτές είναι κινήσεις που νομίζω ότι έχουν πρόσημο συγκεκριμένο, κι αν δείτε αναλυτικά και τα στοιχεία τα φορολογικά που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, θα δείτε πόσο επιλεγμένα και στους «μεγάλους» -ας το πούμε έτσι- έχει επικεντρωθεί αυτή η προσπάθεια. Διότι πράγματι υπάρχει ένα κρίσιμο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που όχι μόνο δεν έχει πληρώσει ποτέ του, όχι μόνο δεν έχει λειτουργήσει όπως λειτουργεί η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, αλλά έχουν κάνει οτιδήποτε για να φοροδιαφύγουν και να στείλουν τα λεφτά τους στο εξωτερικό, είτε στους παραδείσους τους γνωστούς και άγνωστους. Και είναι έκθετοι όλοι οι πολιτικοί και όλες οι πολιτικές δυνάμεις και όλα τα πολιτικά κόμματα, τα οποία σε αποφασιστικές στιγμές σαν αυτήν που υπήρξε πριν από κάποιες βδομάδες στη Βουλή, όταν ψηφίσαμε την πλήρη απαγόρευση για πολιτικά και δημόσια πρόσωπα να έχουν οποιαδήποτε τέτοια συναλλαγή, έχουν λοιπόν απόλυτη ευθύνη και είναι έκθετοι στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας διότι δραπέτευσαν απ’ αυτή τη συγκεκριμένη διαδικασία.

Προφανώς, υπάρχει δυσκολία, προφανώς υπάρχει δρόμος μπροστά μας, αλλά οπωσδήποτε και ταυτόχρονα γίνεται μια συστηματική προσπάθεια που θα φέρει και τα θεαματικά αποτελέσματα, αλλά θα φέρνει -και αυτό είναι το σημαντικό- μια συνολική αλλαγή και της νοοτροπίας και της τάσης των ανθρώπων της συντριπτικής πλειοψηφίας απέναντι σε αυτά τα ζητήματα.

         ΕΡ: Πώς σχολιάζετε την επιμονή του προέδρου της ΝΔ Κυριάκου Μητσοτάκη να ζητάει εκλογές;

ΑΠ: Μια επιμονή που αφορά την παγίδευσή του σε αυτό που κάποιοι πρόωρα τον ώθησαν, θεωρώντας ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει την αξιολόγηση και θα έρθουν αυτοί ως γνωρίζοντες πάρα πολύ καλά, έχοντας το know how της εξουσίας να ξαναδιοικήσουν τη χώρα. Είναι λοιπόν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και παγιδευμένος και εκτεθειμένος. όχι μόνο στα μάτια του ελληνικού λαού, που σε καμία περίπτωση δεν θέλει να πάμε σε εκλογές, είναι εκτεθειμένος θα έλεγα σε πολλά από τα στελέχη της παράταξής του που βλέπουνε ότι αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά και είναι αδιέξοδος. Και θα βρεθεί και διπλά απομονωμένος ο κ. Μητσοτάκης όταν διαπιστώσει ότι θα είναι η μόνη πολιτική δύναμη που δεν θέλει αλλαγή του εκλογικού νόμου προς το αναλογικότερο. Συνεπώς, όσο κι αν κάποιοι από τη ΝΔ και ο ίδιος ο αρχηγός της ποντάρουνε στις δυσκολίες, που προφανώς υπάρχουν και στο επόμενο διάστημα, και σ’ αυτά τα θέματα που είναι αρχές και αξίες για την Αριστερά, όπως τα θέματα των εργασιακών δικαιωμάτων, όσο και να ποντάρουνε δεν πρόκειται να τους βγει. Θα έλεγα μάλιστα ότι η αξιωματική αντιπολίτευση, όντας παγιδευμένη σε αυτό το αίτημα, δεν μπορεί σε τελευταία ανάλυση να επιτελέσει και τον θεσμικό της ρόλο, και αυτό δεν νομίζω ότι είναι παραγωγικό και δημιουργικό για το πολιτικό σύστημα, ίσα -ίσα το αποξενώνει ακόμη περισσότερο από το σύνολο του κόσμου και αποξενώνει και ειδικότερα και την αξιωματική αντιπολίτευση.

Για τον αρθρογράφο

-

.made by gleo