Δημοσιεύθηκε στις: Τρ, Ιούλ 12th, 2016

Απάντηση Βαρουφάκη σε Στουρνάρα για το ποιός κόστισε στην Ελλάδα

ξκληξκΣκληρή απάντηση στον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα, δίνουν με μακροσκελή δήλωση τους στο thepressproject οι κ.κ. Γιάνης Βαρουφάκης και Νίκος Θεοχαράκης, τον οποίο κατηγορούν ότι η «εκροή καταθέσεων ξεκίνησε την 3η Δεκεμβρίου 2014, όταν ο κ. Στουρνάρας διέπραξε μοναδικό ατόπημα στην παγκόσμια ιστορία των κεντρικών τραπεζών δηλώνοντας, δημοσίως, ότι φοβάται πως θα προκύψει «πρόβλημα ρευστότητας» στην αγορά.

Η πλήρης δήλωση Βαρουφάκη -Θεοχαράκη-Τhepressproject 

«Με θλίψη διαβάσαμε το μέρος της ομιλίας του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα το οποίο αναφέρεται στην διαπραγμάτευση της οποίας ηγηθήκαμε την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2015.

Η ομιλία του κ. Στουρνάρα ακολούθησε την ομιλία ενός εξ ημών(του Νίκου Θεοχαράκη)στην εκδήλωση που διοργάνωσε στις 19 Μαΐου το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics με θέμα την αξιοποίηση, από κυβερνήσεις,εξειδικευμένων γνώσεων επί ζητημάτων πολιτικής. Ο Θεοχαράκης αμφισβήτησε στην ομιλία του την απαίτηση των επαϊόντων “τεχνοκρατών” να υπαγορεύουν στην πολιτική ηγεσία τα “επιστημονικά” τους συμπεράσματα ως δήθεν υπεράνω πολιτικής.

Το κύριο μέρος της ομιλίας Θεοχαράκη, με τίτλο “Από το BrusselsGroup στο ξενοδοχείο Hilton”, περιέγραφε την διαδικασία διαπραγμάτευσης επί θητείας του και αναφέρθηκε στην επαίσχυντη πρακτική της τρόικας της περιόδου 2010-2015 τότε που οι υπάλληλοί της – δίκην ανθυπάτων – προσέρχονταν με αυτοκινητοπομπές στα υπουργεία, συνοδεία εποχούμενων Ελλήνων αστυνομικών, εισέβαλαν στα γραφεία ακόμα και των υπουργών και έπαιρναν ό,τι ήθελαν. Η νέα κυβέρνηση, και μάλιστα το Υπουργείο Οικονομικών, έθεσε τέρμα σε αυτήν την πρακτική.

Η αναφορά αυτή στις πρακτικές της προηγούμενης κυβέρνησης, στην οποία ο κ. Στουρνάρας υπηρέτησε ως εξωκοινοβουλευτικός Υπουργός Οικονομικών, φαίνεται τον ενόχλησε τόσο ώστε να τον οδηγήσει να νιώσει “…την υποχρέωση να [πει] τα πράγματα με το όνομά τους”. Και ποια είναι αυτά τα “πράγματα” σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα; Ότι οι “γενναίες διαπραγματεύσεις” Βαρουφάκη-Θεοχαράκη έφεραν εκροή 45 δισ. ευρώ καταθέσεων, capital controls, και 86 δισ. κόστος για τον ελληνικό λαό.

Ο λόγος που μας προκάλεσε θλίψη αυτή η αναφορά του κ. Διοικητή είναι ότι ο Γιάννης μας γνωρίζει καλά τόσο ως συναδέλφους από το Πανεπιστήμιο Αθηνών όσο και ως φίλους. Με τον Νίκο μάλιστα τον συνδέει φιλία σαράντα και πλέον χρόνων – από φοιτητή – για να του αποδίδει κομματικοποιημένες ομιλίες. Η κριτική ήταν πολιτική όχι κομματική. Ότι διαφωνούμε πολιτικά είναι προφανές. Αυτό για το οποίο λυπόμαστε είναι ότι αποφάσισε να μας αντικρούσει όχι ως κεντρικός τραπεζίτης στο χώρο της κεντρικής τράπεζας με επιστημονικά επιχειρήματα, αλλά ως τέως υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά. Και να το κάνει χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που δεν αντέχουν στο φως του κοινού νου αναγκάζοντάς μας να απαντήσουμε.

Εκροή 45 δισ. καταθέσεων

Η εκροή καταθέσεων, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Διοικητής, ξεκίνησε την 3η Δεκεμβρίου 2014 όταν ο κ. Στουρνάρας διέπραξε μοναδικό ατόπημα στην παγκόσμια ιστορία των κεντρικών τραπεζών δηλώνοντας, δημοσίως, ότι φοβάται πως θα προκύψει «πρόβλημα ρευστότητας» στην αγορά. Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο στην οποία δεν θα άρχιζε bank run μετά από μια τέτοια δήλωση του κεντρικού της τραπεζίτη. Για αυτό και πουθενά οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν κάνουν τέτοιες δηλώσεις. Ως φίλοι και συνάδελφοι του κ. Στουρνάρα θέλαμε, και θέλουμε, να πιστεύουμε ότι, τον Δεκέμβριο του 2014, ο κ. Διοικητής δεν συμμετείχε στον σχεδιασμό της κυβέρνησης Σαμαρά για «αριστερή παρένθεση».
Όμως παρεμβάσεις όπως η τελευταία κλονίζει την δυνατότητά να διατηρούμε αυτή την πίστη.

Capital controls

Την 30η Ιανουαρίου 2015, ο Πρόεδρος του Eurogroup. Γερούν Ντάισελμπλουμ, κατά την διάρκεια επίσκεψής του στο Υπουργείο Οικονομικών, απείλησε τον νέο Υπουργό Οικονομικών ότι αν η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση επιμείνει να θέλει να διαπραγματευτεί το Μνημόνιο επί της ουσίας του (όπως είχε εντολή από τον ελληνικό λαό να πράξει), τότε στις 28 Φεβρουαρίου 2015 (δηλαδή ένα μήνα αργότερα) η ΕΚΤ θα έκλεινε τις τράπεζες. Η διαρροή από την τρόικα αυτής της απειλής ενέτεινε την εκροή καταθέσεων που είχε ξεκινήσει με την δήλωση του κ. Στουρνάρα της 3ης Δεκεμβρίου 2014.

Στόχος του κ. Ντάισελμπλουμ και της τρόικας ήταν βέβαια η προσπάθειας ασφυξίας της νέας κυβέρνησης. Όσον αφορά εμάς, αφήνουμε στην κρίση του ελληνικού λαού το γεγονός ότιο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας βρέθηκε τότε (εκούσια ή ακούσια) αρωγός της τρόικας, εναντίον της λαϊκής εντολής, και βρίσκεται σήμερα τιμητής του πραξικοπήματος εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης (αναφερόμενος με φιλοπαίγμονα διάθεση στην «γενναία διαπραγμάτευση» των Βαρουφάκη – Θεοχαράκη).

Κόστος 86 δισ.

Το επινόημα του «κόστους Βαρουφάκη-Θεοχαράκη», το οποίο μάλιστα ανέρχεται στο ποσό των δανείων του 3ου Μνημονίου, θα ήταν αστείο αν δεν προερχόταν από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ο οποίος έχει θεσμική υποχρέωση να εφοδιάζει τον δημόσιο διάλογο με αντικειμενικά ποσοτικά δεδομένα.

Η άποψη ότι η διαπραγμάτευσή μας κόστισε στον ελληνικό λαό ποσό ίσον με το προβλεπόμενο από το 3ο Μνημόνιο νέο δάνειο μπορεί να σταθεί μόνο αν πιστεύει κανείς ότι ήταν δυνατόν το ελληνικό δημόσιο να μην ξαναδανειστεί (ούτε καν από τις αγορές!) μετά τον Ιούνιο του 2015. Ότι, δηλαδή, το κράτος θα εξυπηρετήσει το μη βιώσιμο χρέος 320 δις από τα… πρωτογενή του πλεονάσματα. Αυτό όμως ούτε ο κ. Σαμαράς στις στιγμές της μεγάλης του απελπισίας δεν τόλμησε να ισχυριστεί πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015.

Για να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα, θυμίζουμε ότι το 2ο Μνημόνιο προέβλεπε πως την περίοδο 2014-2018 απαιτούνταν περί τα 85 δισεκατομμύρια ευρώ για να χρηματοδοτείται το (μη βιώσιμο) χρέος καθώς και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Από που θα ερχόντουσαν αυτά τα χρήματα, σύμφωνα με το πρόγραμμα στο οποίο πίστευε (ως Υπουργός Οικονομικών) και υπηρετούσε ο κ. Στουρνάρας;

Θα «προέκυπταν» ως εξής:

  •    7,1 δισ. – η τελευταία δόση του 2ου Μνημονίου
  •    16 δισ. – απομένουσες δόσεις του ΔΝΤ (που βέβαια δύσκολα θα       έρχονταν)
  •    29 δισ. από τα δυσθεώρητα πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 4,5%!)
  •    10,9 δισ. του ΤΧΣ-ΕΤΧΣ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών
  •    22 δισ. που θα αντλούσε η κυβέρνηση Σαμαρά από τις… αγορές

Σύνολο 85 δισ. νέων δανείων. Σύμφωνα με το 2ο Μνημόνιο Σαμαρά-Βενιζέλου-Στουρνάρα. Το μόνο που άλλαξε με το 3ο Μνημόνιο είναι ότι η τρόικα παραδέχθηκε πως τα χρήματα που είχε υπολογίσει για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ήταν ανεπαρκή και πως, άλλη μια φορά, οι καταστροφικοί στόχοι της για το πρωτογενές πλεόνασμα θα αστοχούσαν.

Έτσι, ρίχνοντας το φταίξιμο στην διαπραγμάτευσή μας, η τρόικα βρήκε την ευκαιρία να «διορθώσει» την αριθμητική της εις βάρος του (ήδη μη βιώσιμου) χρέους μας. Την υπόλοιπη ζημιά την έκανε η συνεχιζόμενη ύφεση που οφείλεται στην άρνηση των δανειστών να αποδεχθούν την ανάγκη μιας αναδιάρθρωσης χρέους που να προηγείται (αντί να έπεται) του προσδιορισμού (χαμηλών) πρωτογενών πλεονασμάτων. Μιας αναδιάρθρωσης που προτείναμε, που δεν θα είχε κόστος για τους δανειστές μεγαλύτερο από αυτό το οποίο τώρα θα επωμιστούν, και η οποία, αν είχε προχωρήσει, θα μείωνε τις ανάγκες δανεισμού της χώρας από τα 85 δισ. στα 30 δισ.

Κλείνουμε δηλώνοντας ότι, μήνες τώρα, και παρά την τοξική προπαγάνδα της τρόικας εσωτερικού εναντίον της διαπραγμάτευσης που κάναμε, δεν είχαμε κανέναν σκοπό να προβούμε σε δηλώσεις εναντίον συναδέλφων μας, ιδίως συναδέλφων με τους οποίους μας συνδέει παλιά φιλία. Όμως η πρόσφατη δήλωση του κ. Στουρνάρα δεν μας επέτρεψε να συνεχίσουμε αυτή την πρακτική. Δυστυχώς.

Γιάνης Βαρουφάκης
Νίκος Θεοχαράκης


Ο διοικητής της ΤτΕ ανέλυσε χθες στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής το κόστος της λανθασμένης διαπραγμάτευσης.

Γιατί ο Βαρουφάκης κόστισε 86 δις. στην Ελλάδα;

«Πολλοί ρώτησαν για το κόστος αυτής της διαπραγμάτευσης, αν αυτό το κόστος των 86 δισ. που ανέφερα είναι πραγματικά κόστος» είπε σε κάποιο σημείο, για να απαντήσει: «Κοιτάξτε, εγώ έκανα μια ήπια προσέγγιση. Είπα ότι τα 86 δισ. είναι μια προσέγγιση του κόστους για το τρίτο Μνημόνιο. Το τρίτο Μνημόνιο αυτό καθ’ αυτό δεν ήταν επιθυμητό από κανέναν. Κανείς δεν ήθελε να υπογράψουμε τρίτο Μνημόνιο, νομίζω άρα ότι οδηγηθήκαμε σε τρίτο Μνημόνιο. Το ότι οδηγηθήκαμε σε περιορισμούς κίνησης κεφαλαίων, σε μεγάλη εκροή καταθέσεων, αυτό είναι ένα σημαντικό κόστος. Εάν επιθυμείτε να συνδέσετε αυτό με κόστος πραγματικό, δηλαδή μείωσης της περιουσίας του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, αυτό προκύπτει. Εάν πάρετε την ανάλυση βιωσιμότητας που έκανε το ΔΝΤ το τέλος του 2014 και την συγκρίνετε με την ανάλυση βιωσιμότητας που έκανε τον Ιούλιο του 2015, θα δείτε ότι οι δύο καμπύλες απέχουν 30% του ΑΕΠ. Εάν προσθέσετε σε αυτό και το κόστος ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών -για να μην σας πω το υπόλοιπο κόστος του ιδιωτικού τομέα- προκύπτει σαφώς ότι το πρώτο εξάμηνο του 2015 είχε ένα σοβαρό κόστος. Βεβαίως, δεν λέω ότι αυτό το κόστος είναι μόνιμο, μπορεί σιγά-σιγά να μειωθεί ακολουθώντας τη σωστή πολιτική. Αυτή για παράδειγμα που γίνεται τώρα θεωρώ ότι είναι μια πολιτική επιστροφής στην πραγματικότητα και χαίρομαι που έγκαιρα η κυβέρνηση σταμάτησε αυτή τη διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου. Έγκαιρα. Υπέγραψε τη συμφωνία και αρχίζει το κόστος αυτό και μειώνεται».

Αντιδρώντας, δε, στις σχετικές διαμαρτυρίες βουλευτών της συμπολίτευσης, επανήλθε λέγοντας για το κόστος της διαπραγμάτευσης: «Νομίζω ότι σας είπα ότι τα 86 δισεκατομμύρια του μνημονίου προσεγγίζουν το κόστος αυτό. Σας είπα ότι συγκρίνετε την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους που έχει κάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο αν θυμάμαι του 2014 και αυτήν που έκανε τον Ιούλιο του 2015. Οι δύο γραμμές απέχουν 30% του ΑΕΠ, αυτό είναι κόστος. Είναι χειροτέρευση της καθαρής θέσης του δημόσιου, προσθέστε και το κόστος του ιδιωτικού  τομέα. Δεν έχουμε πολλά στοιχεία για να υπολογίσουμε το κόστος του ιδιωτικού τομέα, προσθέτουμε όμως το κόστος της απώλειας της αξίας των τραπεζών που υπέστη».

Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες των βουλευτών συνεχίστηκαν με αποτέλεσμα ο κ. Στουρνάρας να επιμείνει:  «Σας είπα ότι τα 86 δισεκατομμύρια που είπα εγώ και τα οποία τα παρουσίασα ως κόστος Μνημονίου συν εξόδου καταθέσεων συν κεφαλαιακών περιορισμών προσεγγίζουν ένα πραγματικό κόστος. Υπάρχει λοιπόν ένα πραγματικό κόστος, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτό που πρέπει να εστιάσουμε σήμερα είναι το πώς στην πάροδο του χρόνου θα μειώσουμε το κόστος αυτό και μέσα στην περίοδο του προγράμματος και μετά. Και ο μόνος τρόπος για να το μειώσουμε αυτό, είναι ακριβώς να ακολουθήσουμε τις προϋποθέσεις αυτές που θα οδηγήσουν σε υψηλή ανάπτυξη στη χώρα».

 

Για τον αρθρογράφο

.made by gleo