Δημοσιεύθηκε στις: Πε, Σεπ 3rd, 2015

Κ.Λαπαβίτσας:«Με την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν θα πεινάσουμε. Δεν θα απαιτηθεί δελτίο αγορών»

O  υποψήφιος βουλευτής της ΛΑΕ Κώστας Λαπαβίτσας, σε μια εκτενή συνέντευξη στο euro2day και τη δημοσιογράφο Πέννυ Κούτρα, αναλύει διεξοδικά το πλάνο για την υιοθέτηση του εθνικού νομίσματος.

lapaTους σχεδιασμούς του νεότευκτου πολιτικού σχηματισμού της Λαϊκής Ενότητας που στοχεύει στην αποδέσμευση από την ΟΝΕ, την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος και τη διαγραφή του δημόσιου χρέους, αναλύει ο καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (SOAS) και υποψήφιος βουλευτής, Κώστας Λαπαβίτσας.

Όπως δηλώνει, δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της «άτακτης χρεοκοπίας» και υποστηρίζει την παύση πληρωμών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με παράλληλη έναρξη πολιτικής διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές, που θα έχει ως απώτερο στόχο την απομείωσή του.

Παρά την παραδοχή του ότι η πολιτική σχέση της χώρας με την Ε.Ε. σαφώς θα διαταραχθεί, υπογραμμίζει ότι ο στόχος της ΛΑ.Ε. δεν είναι η αποχώρηση από την ένωση.

Παραδέχεται ότι η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα είναι δύσκολη, προσθέτοντας ωστόσο ότι δεν θα είναι καταστροφική «Δεν θα πεινάσουμε. Δεν θα απαιτηθεί δελτίο αγορών», υποστηρίζει χαρακτηριστικά.

Στη συνέντευξη-ποταμό αναλύει την πρακτική εφαρμογή του σχεδίου. Αναφέρει πως θα οριζόταν κεντρικά μιανέα νομισματική σχέση 1:1, με συνακόλουθη επίπτωση σε καταθέτες και οφειλέτες. Ξεκαθαρίζει πως το τραπεζικό σύστημα θα περνούσε υπό τον απόλυτο έλεγχο του Δημοσίου. Οπως λέει, το σχέδιο προϋποθέτει περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, γεγονός που όμως έχει ήδη συντελεστεί.

Σε ό,τι αφορά τη συναλλαγματική επάρκεια για την πραγματοποίηση εισαγωγών απαραίτητων για τη διαβίωση αλλά και τη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας, ο κ. Λαπαβίτσας παραδέχεται ότι «θα χρειαστείβραχυπρόθεσμα ιεράρχηση», ωστόσο υποστηρίζει ότι υπάρχουν πόροι για την κάλυψη των αναγκών.

Αναλυτικότερα, υπογραμμίζει ότι παρά το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ισορροπημένο, επιτρέποντας στη χώρα «να έχει το αντίκρισμα να κάνει εισαγωγές». Αναγνωρίζει επίσης ότι με τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα, θα υπάρξουν αλλαγές στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, οι οποίες εκτιμά ότι στο τέλος θα οδηγήσουν σε πλεόνασμα. Προσθέτει ότι η δομική αλλαγή στο νόμισμα θα ενεργοποιήσει άμεσα τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας από την προσήλωση στον τομέα των υπηρεσιών, στον πρωτογενή τομέα και στη μεταποίηση.

Θεωρεί βέβαιη την υποτίμηση του νέου νομίσματος, αλλά αρνείται τον κίνδυνο δημιουργίας έντονων πληθωριστικών πιέσεων, περιορίζοντάς τες στο 10% για τον πρώτο χρόνο μετάβασης σε εθνικό νόμισμα. Εξηγεί πως η ποσότητα χρήματος στην Ελλάδα «έχει συντριβεί» και πως η ανεργία και το ανενεργό μέρος της οικονομίας δεν δημιουργούν πληθωριστικές συνθήκες. Ως επιστέγασμα, αναφέρει ότι η αντίληψη πως η εκτύπωση χρήματος φέρνει πληθωρισμό είναι πεπαλαιωμένη, και φέρνει παραδείγματα οικονομιών που διόγκωσαν την ποσότητα χρήματος (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Βρετανία) χωρίς την εμφάνιση πληθωρισμού.

Στο πεδίο λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας, ο κ. Λαπαβίτσας επιφυλάσσει σκληρή κριτική για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, χαρακτηρίζοντάς το αποτυχημένο και «πραγματική μαύρη τρύπα της ελληνικής οικονομίας». Υποστηρίζει τον απόλυτο δημόσιο έλεγχο των τραπεζών και τη δραστική εξυγίανση των ισολογισμών τους. Διαβλέπει συρρίκνωση και επιπλέον κρατική κεφαλαιακή ενίσχυση, αφού μεταξύ άλλων τάσσεται υπέρ της πλήρους «σεισάχθειας» του ιδιωτικού χρέους που έχει καταστεί «κόκκινο».

Θεωρεί πάντως αναγκαία την παρέμβαση για τη διάσωση του διεθνούς δικτύου που έχουν αναπτύξει οι ελληνικές τράπεζες. Υποστηρίζει επίσης την ανάγκη επανίδρυσης -σε νέα βάση- μιας Αγροτικής Τράπεζας, μιας τράπεζας Επενδύσεων και ενός Ταμιευτηρίου.

Πέραν του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο κ. Λαπαβίτσας θεωρεί θεμελιώδη την κρατική παρουσία και στις ΔΕΚΟ, αναφέροντας ότι οι ιδιωτικοποιήσεις δεν αποδίδουν, ενώ στην Ελλάδα συντελούνται με κωμικό τρόπο. Υποστηρίζει ότι «χωρίς ισχυρή δημόσια παρουσία δεν υπάρχει ανάπτυξη ούτε του ιδιωτικού τομέα», εξηγώντας πως οι δημόσιες επενδύσεις είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη. Κάνει επίσης λόγο για την ανάγκη θέσπισης μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής στη χώρα, την οποία ωστόσο παραδέχεται ότι δεν έχει επεξεργαστεί πλήρως.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική του διαφοροποίηση, ο κ. Λαπαβίτσας αναφέρει πως στο τυπικό μέρος της κίνησης του ίδιου αλλά και των στελεχών της ΛΑ.Ε. «δεν υπήρξε διάσπαση. Απλώς η κυβέρνηση παραιτήθηκε».

Σε συνέχεια των ριζοσπαστικών θέσεων που ανέλυσε, ωστόσο, ο κ. Λαπαβίτσας εξηγεί ότι ουσιαστικά δεν υπήρχε τρόπος σύμπραξης με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος προσχώρησε στο μνημονιακό στρατόπεδο, διατηρώντας έναν αμφίσημο αλλά μη αξιόπιστο πολιτικό λόγο.

 

Για τον αρθρογράφο

.made by gleo